ΤΟ ΚΑΡΦΩΜΑ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ – Ίντα ‘ναι, μωρέ, για το Θεό, κείνο το ξεμίγισμα εκειγέ στην πέρα μπάντα; Θεόψυχά μου, ούλο το χωριό είνε εκειά, γυναίκες κι’ άντρες, μα δε γατέω γη κιανένα γάμο κάνουνε εκεινά; Ειδέ ένα ψύκι!! – Χαντώ πως δε θα – ν – ήσουν επά, ξάδερφε, Κωσταντή, και δεν εμάνταρες το λοιπός, του Στελή τη μπρόβα…. – Εδά μόνο ‘ρχομαι , ζάβαλε, γιατί επήγα να ντρομιάσω τα ζευτικά πίσω στα λαγκά, κι’ όντιμως ηύρηκα μια – ν – … Συνέχεια

Ο ΦΤΩΧΟΣ ΚΥΡΗΣ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ – Και εστέσετε, του λόγου σας, κερά συντέκνισα, πράμα φασίδι τση κοπελιάς εδά τη Σαρακοστή; – Και πως θελά στέσωμεν οι κουρεμένοι απού’ ναι, λέω χιλιάκριβα τα σκοτεινά τα όργατα, και μα το ναις, γκούζεται το καϋμέχαρο και οψάργας ίδια, μας ήλεγε, πως έστεσε, λέει, το Μαριό του Πωλογιώργη εξήντα πήχες πετσέτες, κι’ ή – γ – Ελένη, λέει, του Μοσκονικολή δύο πατανίες κι’ αυτό το καϋμέχαρο διάλε τη δροσιά. Και να σου πω, έκλαιγε τάξε, μα έχει … Συνέχεια

Η ΝΟΘΙΑ

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ – Εκαλοκάμετε, μπάρμπα Μανούσο, στη βάφτισι και πρέπει πως ηυρίκετε καλή βοσκαρέ, μόνο ήτονε δα κι’ αλάργος κόσμος. – Βοσκαρέ, λέει όσες βάφτισες έχω καομένες δεν είδα ετσά ραεθιά και ετσά ισούλια, η παντέρμη Νοθιά, που σηκώθηκε τη νύκτα και αλλολίγο να μας – ε – τρωζάνη. – Κ’ ίντα τουλόγου σας είστε μέσα στο σπίτι, κ’ ίντα σας επείραζεν η Νοθιά – Και δε γατέω γη χαντάς πως εκαθομέστανε ούλες τσι μέρες στου συντέκνου το σπίτι; Ούλοι … Συνέχεια

Ο ΦΛΟΜΟΣ

  ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ   – Μα δεν ακούσετε πρέπει, κατά το φανή τσι μπρόβες πάλι του Κατσουρίδη. Εγώ λέω πως είναι κι ας δέκα χρονώ πρώτος απού το διάολο-σφάκελα και μούζες να χουνε κι οι δυο-γιατί τάξε, όσα ξελαμίζει δεν τα κατεργιάζεται, μουδ’ αυτός ο πρώτος τω δαιμόνω. – Για κάτσε, αλάϊ σεβέρσι, να μας-ε-κάμης το νάκλι να γελάσωμενε μια ουλιά, μα δε θα χης εδά τσι περίσσες αμπασάδες, για να πης πως δε σου βολεί. – Όϊ δεν απομένει … Συνέχεια

Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ

  – Εδά γιατί που λες, οπροθές ηλέγανε για τον Ψαρόγαρο, πως τον επήρενε μια μπατούλια σεϊτάνιδες κουντούρι και θες και πης γοργότον έουνε να τρωζαθή. Καμπουλαντίζω το κ εγώ πως από εβερντέ ειν’ ο χωρατάς, μα μια ουλιά δα κιόλας. – Ετσά που σου γροικώ. Πράμα κατσουκανιά, μπεσπελί, του φχιαλώσανε πάλι. – Απού δε μπορεί γενή! Μα τον αφέντη του κόσμου ροιζικάρει να σκαρτάρη σωμπιντεβίς, α δε τονέ κάμουνε ντεμπίχι μουδέ σε σπήτι, μουδέ σε μοναστήρι μπιλέ μου να … Συνέχεια

Ο ΧΡΥΣΑΦΟΣ

  ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ   – Εκειέ κάτω, στη λόντζα, μπρέ μου Κρουσταλιά, εφέρανε μπεσπελί, πραμαθειές και θωρώ μονομέρτσι. Ατζέμπης να πουλούνε χαρβά; Κι απού δε μου μπαντίδει δα να προβάλω, γιατί με τη χιονιά, εμαγαρίσανε τα κονάκια, και πολεμώ να τα ξεπαστρέψω μια ουλιά, απού, μα τη ψυχή μου, την αμαρτωλή, όϊ να μπη κιαείς. Μόνο κι απού την εξώπορτα να ξανοίξη συχαίνεται! Απού την ταχυνή βολοσέρνω την παλάμη και την παρασύρα και γροικώ, να χωρίσουνε τα νεφρά μου. Κ’ … Συνέχεια

Ο ΣΙΦΟΥΝΑΣ

  ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ – Είδες, μπρε, απού ‘λεγε οπροθές κ’ η Γιώργαινα πως το κοκκινόχωμα, απού έβρεξεν οπρόϊμα στα Καστρινά, ήτο σημάδι, πως θελά πέση ο Μπενιτζέλος; – Ναι… ίντα πώς τ’ άκουσες εσύ. – Οψάργας, λέει, στο ντουκιάνι, εκάνανε την κουβέντα οι χωριανοί, κι έτυχε –ν-εκειδά ένας μεσοκαιρίτης, μα γραμματισμένος λέει και τωνέ κάνει: Λέει, δεν είναι σημάδι –για δεν το πίστευγε μούδ’ ο Θεός πώς θα πέση ο Μπενιτζέλος- μόνο θα πήρενε ο σίφουνας από κιανένα ποταμό νερό, … Συνέχεια

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ

Τ’ ΑΝΕΖΗΝΙΩ – Μα το ναις και μα τ’ όχι, καλλιά’ ναι τση κάθε νοικοκεράς να πάψη τη λίτη μου. – Ίντα σου κάμανε, Ανεζηνιώ και μανίζεις; Χμ.. Επαέ στο παραθύρι, εκάθουμενε κι’ είχα τη σκουτούρα μου, κ’ ατζέμπης, έλεγα να βγούνε οι βουλεφτάδες, οι τρεις ορτάκιδες, και περνούσανε δυο νοικοκεράδες, μα δε με θωρούσανε – κ’ ήτανε η Στελιανάκαινα με τη Τζαγκάραινα – και κάνει η μια τσ’άλλης. – Ίντα γίνηκε τούτες τσι μέρες τ’ Ανεζηνιώ και δε γροικάται; … Συνέχεια

Η ΜΑΓΝΤΑΝΕ

  Μα τη ζωή μου, θωρώ το κ’ η – γ – ίδια πως ετσά ώρα, που’ ρχομαι θα πη κιαείς, πως γυρεύγω δείπνο, μα – Θε μου κατές το, – πως δε βάνω στη μπούκα μου, αν έχετε και κανταΐφι, που λέει, ο λόγος, μόνο με ταραχίσανε τα κούδεβλα κ’ είπα – λω – ας πάω, μωρέ, στω γειτόνω να κάτσω μια ουλιά, να μην αναγκαστώ να βλαστιμήξω μ’ ετσά μέρες, απού νηστεύγω και το λάδι. Κόπια, γειτόνισσα, μα … Συνέχεια

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΣ’ ΕΠΙΑΣΕ

–Μπρέ συ ξαδέρφη Γιωργάκαινα… ίντα μαγερές; –Χιλιόκαλα, κερά ξαδέρφη, μον’ ορίστε. –Ορίζ’ ο Θεός να ‘στε καλά.. του λόγου σας, λέω, αν έχετε και Σαρακοστή, δε σας –ε—γνοιάζει, γιατί θα πήρετε και το χταπόδι σας, και το χαλβά σας και το νταραμά σας, μα μεις, οι κοποδομένοι, του Θεού να είναι να έωμε να βάλωμε στο τσικάλι, απού το λαχανικό και πέρα, κι εμπέζαρα—μά τη φέδε μου—να γυρίζω κάθε μέρα στα χωράφια…κι’ απόης και μ’ετσέ κρυγιότη… Όϊ να μην σου … Συνέχεια