Πέθανε ο Καρεκλάς..!

«ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» – Κυριακή 18 Ιανουαρίου 1978

ΠΑΛΜΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

 

 

 

 

Του κ. Ν. ΑΓΓΕΛΗ

 

Διαβάζω την 5η Ιανουαρίου στην «αρχαιότερη κρητική εφημερίδα» στην «Κρητική Επιθεώρησι» Ρεθύμνου: «Με καθυστέρηση πληροφορούμεθα τον θάνατο του Ρεθεμνιώτη λυράρη Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά που επισυνέβη τα Χριστούγεννα στο άσυλο των Χανιών, όπου οι αντίξοες συνθήκες της ζωής και το βαθύ γήρας τον είχαν οδηγήσει.

Με το θάνατο του Καρεκλά χάνεται μια δόξα της Κρητικής Μουσικής, ένας σπάνιος καλλιτέχνης που είχε αφήσει εποχή και πραγματικά με το δοξάρι του έγραψε ιστορία στην μουσική παράδοση του τόπου. Ο Καρεκλάς για χρόνια πολλά ήταν ο ξακουστός λυράρης της Κρήτης, ο δεξιοτέχνης του δοξαριού, που μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν μοναδικός στην απόδοση της «σούστας», με την οποία και συνεδεδέθη το όνομά του. Τύπος μποέμ, εκακοτύχησε στην Ζωή του και είχε βασανισμένα γεράματα. κλπ. κλπ.».

Ένα «δίστηλο καλό» όπως λέμε στη δημοσιογραφία, αφιέρωσε η εφημερίδα στο θάνατο του Καρεκλά που κατάφερε να μάθει δέκα μέρες μετά… «Γιατί μωρέ;» ρωτούσε από χρόνια πολλά ο μακαρίτης ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης, που μάθαινε την κατάντια του Καρεκλά. «Γιατί μωρέ; Δεν ανατραφήκαμε εμείς με τη λύρα του; Δεν νοιώσαμε τα πρώτα σκιρτήματα με το δοξάρι του; Γιατί μωρέ τον αφήσατε να καταντήσει έτσι ο Καρεκλάς εσείς μια ολόκληρη πολιτεία;».

Ρωτούσε ο «δάσκαλός» μας τότε. Ρωτώ κι εγώ με τη σειρά μου το Δήμαρχο και το Δεσπότη του Ρεθέμνου, που τυχαίνει να διαβάζουν καθημερινά την εφημερίδα αυτή με το δίστηλο»:

– Γιατί; Ούτε το γεροκομείο του Ρεθέμνου δεν χωρούσε το απομεινάρι του Καρεκλά; Δε βρέθηκε μια γωνιά να τον κρατήσει, έτσι για ν’ αφήσει την ύστερη πνοή του, όπως άφησε την τελευταία δοξαριά, στο Ρέθεμνος; Ήταν ο θάνατός του λιγότερο σημαντικός και από τον ψόφο ενός σκύλου για να τον μάθει η πολιτεία του δέκα μέρες μετά;

Το καλοκαίρι που θα κατέβω στο Ρέθεμνος θα δω τη λύρα του Καρεκλά, αποτεθειμένη στη βιτρίνα της λαογραφικής συλλογής. Έτσι συμβαίνει πάντα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους. Η φροντίδα μας εξαντλείται στα άψυχα…

Μα ας αφήσομε τη μουρμούρα. Ο Καρεκλάς δεν πέθανε τώρα. Ήταν από χρόνια πολλά πεθαμένος. Από τότε που άλλοι σύγχρονοι λυράρηδες, πιο γρήγοροι και πιο προσαρμοσμένοι στους συρμούς, απόσπασαν από τον «ένδοξο» λυράρη τον κόσμο. Εκείνος ο θάνατος ήταν πιο οδυνηρός γιατί τον… έζησε ο Καρεκλάς. Τον κατάπιε γουλιά – γουλιά, μήνα με τον μήνα, στα πανηγύρια δεν τραβούσε τον κόσμο πια και στους μεγάλους γάμους δεν τον καλούσαν. Ενοιωθε να ξεπέφτει και ν’ απομονώνεται. Έβλεπε τους καινούργιους να μπασταρδεύουν τους ρυθμούς που εκείνος με τον Ροδινό σκάλισαν στο πετσί του Ρεθέμνου, αναπλάθοντας παμπάλαιους τόνους και πικραινόταν. Δεν έλεγε τίποτα. Κατέβαινε μόνο…

 

Ύστερα «οι αντίξοες συνθήκες της ζωής» που γράφει και ο συνάδελφος του Ρεθέμνου συνέτριψαν κυριολεκτικά τον Καρεκλά. Χαμήλωσε η ψυχή του, λιγόστεψε θαρρείς και η λογική του ακόμη. Μα κάπου εκεί, μια σπίθα έμενε αναμμένη μέχρι θανάτου και όταν την «λαντουρούσε» με κρασί στραφτάλιζε κι έδιδε ρυθμό στα μαραμένα χέρια. Και τότε μέσα στην πηχτή Ρεθεμνιώτικη νύχτα ακουόταν κάπου σαν μακρυνό παράπονο η λύρα του να ανακαλεί τις σκιές και τις χαμένες μέρες της λεβεντιάς:

– Ο Καρεκλάς, θυμάται, έλεγε τότε, κάποιος νυχτοπαρωρίτης διαβάτης.

Ειδικότητα του Καρεκλά ήταν η σούστα. Η «σούστα του Καρεκλά. Όπως έμεινε στην μουσική παράδοση του νησιού, δεν παραποιήθηκε από κανένα λυράρη. Είναι σεμνή, κλασική, σίγουρη και μαζί ναζιάρικη και ζωντανή. Ο Μουντάκης με τον Σκορδαλό που πέρασαν την παράδοση του Ρεθέμνου ολοζώντανη και αναλλοίωτη στις νεώτερες γενιές δεν άλλαξαν τη σούστα του Καρεκλά. Την σεβάσθηκαν απόλυτα. Διατήρησαν το όνομά της. Δηλαδή ούτε την οικειοποιήθηκαν οι ίδιοι, ούτε άφησαν κανένα άλλο να την οικειοποιηθεί. Και αυτό τους τιμά ιδιαίτερα.

Θυμούμαι δυο περιστατικά που καθρεπτίζουν έντονα τη δόξα και την κατάρρευση του Καρεκλά. Δυο εικόνες από την μεσουράνηση και την συντριβή του.

Ήμουν παιδάκι και βρεθήκαμε με τον παππού στο χωριό Ρούστικα του Ρεθέμνου σ’ ένα πανηγύρι. Ήταν καλοκαίρι. Του Προφήτη Ηλία θα ήταν γιατί στο χωριό αυτό υπάρχει ένα ιστορικό μοναστήρι στο όνομα του προφήτη. Βράδιαζε και έπεφτε η Ζέστη. Ως το σπίτι που μας φιλοξενούσαν έφταναν φωνές και τραγούδια λαού που παραληρούσε από κέφι. Έμοιαζαν με φωνές από ένα καρναβάλι νοτιοαμερικάνικο. Τις φωνές σφράγιζαν κάθε τόσο πυροβολισμοί, σφυρίγματα και κρότοι από βαρελότα. Ανάμεσα στο βουητό αυτό ξεμύτιζε κάπου – κάπου η γλυκειά λαλιά μιας λύρας. Δυο τρεις κοντυλιές φτεράκιζαν μια στιγμή κι ύστερα πνίγονταν πάλι στον ανθρώπινο κατακλυσμό.

Στο σπίτι που καθόμασταν σηκώθηκε περιέργεια. Τι γίνεται; Κάτι ασυνήθιστο για το πανηγύρι του χωριού. Η νοικοκυρά έστειλε κάποιον να μάθει τη συμβαίνει. Σε λίγο ο αγγελιοφόρος ήρθε πίσω. Τ’ αυτιά του έφεγγαν από ενθουσιασμό. Ήταν φανερό πως είδε ένα εξαιρετικό θέαμα. Είπε:

– Είναι ο Καρεκλάς στο μέγα κέφι και χορεύει ούλος ο λαός στο λιβάδι.

Λιβάδι έλεγαν την πλατεία του χωριού. Τα παιδιά δεν κρατηθήκαμε άλλο. Κατεβήκαμε και πήγαμε ως εκεί. Ήταν μια ανθρωπομάζα που ορύετο κυριολεκτικά. Ανεβήκαμε σ’ ένα δέντρο για να βλέπουμε καλύτερα. Κάποιος έλεγε πως ο Καρεκλάς έφθασε πριν από λίγη ώρα από το Ρέθεμνος πιωμένος. Εμείς βλέπαμε ένα μικρόσωμο άνθρωπο ανεβασμένο πάνω σ’ ένα τραπέζι. Θαρρώ πως απάνω στο τραπέζι ήταν μια καρέκλα ή ένα βαρέλι μικρό στερεωμένα με τάκους. Δεν θυμούμαι καλά. Οπωσδήποτε ο Καρεκλάς ήταν απάνω στο βαρέλι αυτό ή στην καρέκλα, είχε τη λύρα πίσω στο κεφάλι του και έπαιζε. Ναι έπαιζε έτσι ανάποδα τη θρυλική σούστα του και τριγύρω πιωμένοι πανηγυριώτες χόρευαν ομαδικά. Και φώναζαν και τραγουδούσαν. Άλλοι σφύριζαν, άλλοι χτυπούσαν με τις παλάμες το τραπέζι, άλλοι κρατούσαν μπουκάλες γεμάτες κρασί και τις περνούσαν από στόμα σε στόμα.

Ένας νεαρός ήταν ανεβασμένος στο τραπέζι. Πλάι στον παραλοϊσμένο λυράρη, του ‘βαζε στο στόμα μεζέδες, τον πότιζε κρασί. Μάζευε τα λεφτά που σκορπούσαν οι χορευτάδες γύρω και τα αποθήκευε στην τσέπη του λυράρη. Και πάνω απ’ όλα αποκρινόταν με τη δική του φωνή στα πυκνά «καλέσματα» που έστελνε ο λαός από γύρω:

– Γεια σου Καρεκλά αθάνατε!…

Αυτό το θέαμα του λυράρη που απαθανάτιζε ο λαός δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Και αν ήταν να φύγει δεν το άφησε ένα άλλο θέαμα που αντίκρυσα περίπου είκοσι χρόνια αργότερα.

Καθόμαστε μιαν εσπέρα, αργά, στο λιμανάκι του Ρεθέμνου και πίναμε μαύρο κρασί με τηγανητά, ξυδάτα, καβούρια και απλές ντόπιες γαριδοπούλες. Περνούσαν οι ώρες, έπεφτε άχνα αναδερή στα ρούχα μας και στα μαλλιά μας. Καταστάλαζαν οι μικρές φωνές και οι καημοί της πολιτείας. Φούσκωνε τις ψυχές μας το κρασάκι. Μια στιγμή βγήκε από ένα στενό ένας άνθρωπος γερασμένος, μ’ ένα μακρύ σακκάκι ριγμένο στους ώμους. Ακουμπούσε σ’ ένα μπαστούνι και μας πλησίασε. Είμαστε η μοναδική μεγάλη παρέα στο γυαλό. Έβγαλε μια ταλαιπωρημένη λύρα από το σακκάκι του και έγνεψε να μας παίξει λίγο. Ένας ντόπιος όμως νεαρός της συντροφιάς τον σταμάτησε απότομα:

– Αντώνη πιες μια και πήγαινε…

Ήταν ο Καρεκλάς! Ναι ο μεγάλος λυράρης! Όταν τόμαθα είχε απομακρυνθεί. Έννοιωσα οργή και θλίψη. Άφησα την παρέα και έτρεξα στα στενά να τον βρω, αλλά είχε χαθεί εκείνη τη νύχτα… Είχε εξασφαλίσει το κρασάκι του για κείνη την ώρα και είχε τρυπώσει στο σπιτάκι του. Ήταν φανερό πως από τότε είχε πεθάνει…

Τα φετινά Χριστούγεννα ήμουν με δυο συναδέλφους στο Ρέθεμνος. Παραμονή, προπαραμονή, περνούσαμε από την μεγάλη παραλία που ήταν έρημη και τη βασάνιζε ένας φοβερός βοριάς. Κρύο, παντερμιά, χιονόνερο.

Σταματήσαμε το αυτοκίνητο και βλέπαμε τα φοβερά κύματα που ξεπερνούσαν τα μουράγια και φοβέριζαν τα μικρά πλεούμενα. Ακούγαμε για λίγο τους γόους των νερών και τους θρήνους των κλειστών σπιτιών. Οι αντένες των μικρών καραβιών σφύριζαν. Ήταν μια παράξενη, σχεδόν εφιαλτική ώρα.

Υπολογίζω, ήταν η ώρα που πέθαινε ο Καρεκλάς, ξεχασμένος, νεκρός κιόλας από πολλά χρόνια, σ’ ένα κρεβάτι γεροκομείου, μακρυά από την πολιτεία που τον γέννησε, τον γλέντησε, τον δόξασε, τον περιφρόνησε και τον έδιωξε, σα γέρικο και άχρηστο σκυλί, να πεθάνει έξω από τα όριά της…

 

 

Αφήστε μια απάντηση