ΜΙΑ ΣΠΙΘΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

ΑΝΤΩΝΗΣ Β. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ιστορικό Αφήγημα

Αφιερώνεται στη μνήμη της σεπτής γιαγιούλας Ευαγγελίας Γεωργίου Στεφανάκη, το γένος Ζωγράφου.

Γράφηκε και Δακτυλογραφήθηκε απευθείας από τον αφηγητή στον υπολογιστή του στη Ραφήνα

 

.

Ο Αντώνης Στεφανάκης γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του 1935 και μεγάλωσε στο Ρέθυμνο. Εργάστηκε ως βοηθός στο μπακάλικο του πατέρα του, ως διοικητικός υπάλληλος στον ΟΤΕ, ως καθητητής στις Σχολές του ΟΤΕ και των ΕΛΤΑ και ως ελεύθερος επαγγελματίας στις Ασφάλειες. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός Πεζικού. Σπούδασε οικονομικά, νομικά, κοινωνιολογία, τηλεπικοινωνίες και είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής και της Ανωτέρας Σχολής Τηλεπικοινωνιών. Διδαξε Τηλεφωνική Εκμετάλλευση στις Σχολές του ΟΤΕ, Τηλεπικοινωνίες στην Ταχυδρομική Σχολή και Management Τηλεπικοινωνιών σε ειδικά Σεμινάρια.

Είναι ήδη συνταξιούχος και γράφει για να μην ξεχνά.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αγαπητέ αναγνώστη,

Το κείμενο που κρατάς στα χέρια σου είναι υπό επεξεργασία. Γράφηκε σε τηλεφωνική συνεργασία με την εξαδέλφη μου Ευαγγελία Ανδρέα Παπαδάκη που αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο του έργου.

Η Ευαγγελία, ύστερα από τις πολυάριθμες μακρές επικοινωνίες μας, πήρε το κείμενο αυτό στα χέρια της πριν ένα περίπου χρόνο και λόγω της περιορισμένης της όρασης το διάβασε με τη βοήθεια μιας φίλης και συγκατοίκου της στην πολυκατοικία.

Νομίζω πως οι τηλεφωνικές επικοινωνίες της μαζί μου κατά την ανάγνωση του κειμένου για σχόλια και διορθώσεις ήταν και για κείνη μια μοναδική ψυχαγωγία.

Μετά την οριστική της σιγή στις 13 του Ιούλη θεωρώ καθήκον μου να προσφέρω αυτό το κείμενο σε ανθρώπους που ξέρω πως την αγαπούν με την παράκληση, αν το θεωρούν χρήσιμο, να επικοινωνήσουν μαζί μου, να εκφράσουν την άποψή ή την κριτική τους και να μου δώσουν τυχόν πληροφορίες ή στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τη συνέχιση της επεξεργασίας μέχρι την ολοκλήρωση του έργου.

Ραφήνα 20 Ιούλη 2012

Αντώνης Βασ. Στεφανάκης.

Τηλ.22940 31718.

E-mail: abstefanakis@gmail.com.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Στη ζωή αυτή υπάρχουν τα φανερά, αυτά που όλοι εύκολα αντιλαμβανόμαστε, αλλά είναι παγκοίνως γνωστό ότι υπάρχουν και πολλά σημαντικά, πρόσωπα ή γεγονότα, που περνούν χωρίς να γίνονται εύκολα ή καθόλου αντιληπτά και παραμένουν στην αφάνεια. Πίσω από κάθε δημιούργημα, εκτός από το δημιουργό, ένα πλήθος άλλων ατόμων ή στοιχείων συντέλεσαν ή συνέπραξαν στη δημιουργία, χωρίς ποτέ η ύπαρξή τους να γίνει ευρύτερα γνωστή. Λένε και είναι σωστό πως πίσω από κάθε μεγάλο άνθρωπο κρύβεται μια ουσιαστικά μεγάλη προσωπικότητα, μια μητέρα, μιά σύντροφος, ένα άτομο που αποτέλεσε το ασφαλές στήριγμα, την καλά προστατευμένη αφανή αλλά σταθερή βάση για την ανάδειξη του μεγάλου άνδρα ή, γιατί όχι, της μεγάλης γυναίκας.

Σ,αυτή τη γενική θεώρηση στρέφεται και η αφήγηση που ακολουθεί. Η ιστορία της Ευαγγελίας, μιάς νεαρής τότε γυναίκας, που έζησε ως και σήμερα και έφυγε πλησιάζοντας τα εκατοστά της γενέθλια. Μπορούσε να θυμάται ως το τέλος, πως κάποτε βρέθηκε μέσα στη φωτιά που την πορεία της φλόγας της παρακολουθούσε με τρόμο και δέος όχι μόνο το Πανελλήνιο αλλά ο κόσμος ολόκληρος. Είναι μιά μερική άποψη γνωστών, αληθινών, τραγικών πολλές φορές γεγονότων, που σημάδεψαν μιά ολόκληρη γενιά. Κεντρικό πρόσωπο αυτή η γυναίκα, αν και δεν είχε ευθύνη αποφασιστική, έζησε μέσα στα γεγονότα. Δεν έπαιζε ρόλο πρωταγωνιστικό, θα την αδικούσαμε όμως αν της δίναμε το χαρακτηρισμό του κομπάρσου. Όταν χρειάστηκε, είχε ενεργό συμμετοχή. Με τον τρόπο της βοήθησε και πολλές φορές με αυτοθυσία.Δικαιούται να νοιώθει ήσυχη ότι στάθηκε στο ύψος που επέβαλαν οι δύσκολες περιστάσεις,

Στο συγγενικό της κόσμο που είναι ευρύτατος συγκαταλέγεται και ο αφηγητής. Εξάδελφός της πρώτος, αλλά ηλικιακά μικρότερος, εκθέτει γεγονότα που δεν ήταν αυτόπτης μάρτυς τους. Πολλά απ’ αυτά είχαν γίνει πριν ακόμα γεννηθεί. Άκουγε γι’αυτά στο περιβάλλον που μεγάλωνε και ήταν σημαντικά για να τα θυμάται. Η πρώτη συνάντηση που είχε μαζί της ήταν στο τέλος των γεγονότων που εξιστορεί και η ίδια τον θυμάται περισσότερο γιατί, όπως του έλεγε πολύ αργότερα, την εντυπωσίασε η δεξιοτεχνία του στο βιολί, που ήταν έλεγε σπάνια για την παιδική ηλικία του. Τα παιδιά της ήταν στην κατάλληλη ηλικία για να αναπτύξει περισσότερες σχέσεις μαζί τους, αλλά η απόσταση της μόνιμης κατοικίας τους ήταν ένα εμπόδιο. Έμεναν στα Χανιά και βρίσκονταν στο Ρέθυμνο μόνο στις διακοπές. Κάποιες μάλιστα απ αυτές δε θα μπορέσει να τις διαγράψει ποτέ από τη μνήμη του, όπως εκείνο το ζεστό καλοκαίρι που είχε την τραυματική εμπειρία να αφίσει την τελευταία του πνοή στα χέρια του το δεύτερο από τα παιδιά της Ευαγγελίας, ο Γιαννάκης, ενώ εκείνος, με τις οδηγίες του γιατρού προσπάθούσε να τον συνεφέρει και να τον κρατήσει στη ζωή με τεχνητή αναπνοή.

Στη στενή συγγενική σχέση παραμερίζεται σιγά-σιγά η δυσκολία που δημιουργεί η διαφορά της ηλικίας, όταν η επικοινωνία είναι διαρκής και συχνή. Η αδηφάγος πρωτεύουσα δεν καταφέρνει να κόψει την επικοινωνία μεταξύ τους και μάλιστα έρχεται μια εποχή που η επικοινωνία των δύο εξαδέλφων γίνεται πιο τακτική, όταν η πεθερά του γράφοντος έκανε συχνές συγκεντρώσεις για χαρτάκι στο σπίτι του. Στη στενή γυναικοπαρέα συγκαταλεγόταν ως τακτικό μέλος και η Ευαγγελία.

Τα τελευταία χρόνια η επικοινωνία διατηρείται μόνο τηλεφωνικά, ώσπου έρχεται στα χέρια του ένα χειρόγραφο κείμενο της εξαδέλφης Ευαγγελίας με τη φωτογραφία της ντυμένης στο χακί, στα νεανικά της χρόνια. Είχε επιγραφή, »Μια ζωή γεμάτη περιπέτειες» και την αφιέρωση: »Εις τον Αντώνη και Φωφώ με πολλή αγάπη η εξαδέλφη, Ευαγγελία Α. Παπαδάκη». Ο Αντώνης διαβάζοντας αυτό το χειρόγραφο κείμενο ένιωσε μια ιδιαίτερη συγκίνηση. Είδε να περνούν από μπρος του παλιές μνήμες που έμεναν μαζί με άλλες στο χρονοντούλαπο του μυαλού του, που όλο και ζωντάνευαν διαβάζοντας το χειρόγραφο που κρατούσε στα χέρια του. Πολλά από τα περιστατικά του ήταν γνωστά. Τα πιο πολλά όμως τα αγνοούσε και άρχισε να ζητά τηλεφωνικά διευκρινίσεις και περισσότερες πληροφορίες από την Ευαγγελία που πάντα ήταν πρόθυμη να του δίνει με τον πληθωρικό της τρόπο και τη χαρούμενη έκφραση που πάντα τη διέκρινε…Το ενδιαφέρον του όλο και μεγάλωνε, γιατί το κείμενο που της διάβαζε και η συζήτηση που έκανε κάθε φορά μαζί της τον οδηγούσαν σε δικές του παιδικές αναμνήσεις και εμπειρίες και έτσι οι πρόχειρες σημείωσεις που κρατούσε άρχισαν νά παίρνουν μια μορφή αφήγησης που τελικά έγινε το κείμενο, που ο αναγνώστης κρατά τώρα στα χέρια του.

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ – Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η Ασπασία, πρώτη από τα επτά παιδιά του ζεύγους Γεωργίου και Ευαγγελίας Στεφανάκη από την Καρέ Ρεθύμνης, παντρεύτηκε τον Γιάννη Τσίχλη, ένα νεαρό δραστήριο επαγγελματία στο Ρέθυμνο που καταγόταν από τα Αγκουσελιανά Αγίου Βασιλείου. Ο Γιάννης είδε την Ασπασία στην Καρέ, έστειλε το προξενιό, έγινε ο αρραβώνας, έγινε ο γάμος και το ταιριαστό ζευγάρι με γρήγορους ρυθμούς απέκτησε παιδιά, που η δύναμή τους έφθασε αισίως τον αριθμό οκτώ, έξι θυγατέρες και δύο γιούς, που οι φιλότιμοι εργατικοί γονείς φρόντιζαν και μεγάλωναν με υπευθυνότητα. Ήταν τα πρώτα χρόνια μετά τους αιματηρούς απελευθερωτικούς αγώνες των Κρητών να αποσείσουν τον Οθωμανικό ζυγό, τα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, χρόνια της Κρητικής Πολιτείας, της συνέχισης του αγώνα των Κρητών για την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Η νέα οικογένεια με το δραστήριο και δημιουργικό πατέρα και την αφοσιωμένη στο καθήκον καλή νοικοκυρά, ζεστή μητέρα και πιστή σύζυγο έδινε μάχες για τη δική της στήριξη και από τα ορατά αποτελέσματα προκύπτει αβίαστα πως οι μάχες ήταν νικηφόρες. Ο πατέρας, εκ φύσεως επιχειρηματίας, είχε ένα μπακάλικο στην εμπορική περιοχή της μεγάλης πόρτας, στη νότια πύλη της πόλης, τρίτο μαγαζί δεξιά μπαίνοντας στην οδό Κωνσταντινουπόλεως και οι δουλειές πήγαιναν καλά. Έκανε και εμπόριο λαδιού και άλλων τοπικών προϊόντων. Η πρώτη κατοικία του ζεύγους ήταν στην περιοχή της Φορτέτζας, κάτω από την ομώνυμη ιστορική ακρόπολη, αλλά ή Ασπασία, όχι αδικαιολόγητα, δεν ήταν ευχαριστημένη από τη γειτονιά της. Με τον τρόπο της, όπως αυτή μόνο ήξερε, έδωσε στο Γιάγκο της να καταλάβει, πως έπρεπε να αλλάξουν κατοικία. Εκείνος, που δεν της χαλούσε ποτέ χατήρι, την έστειλε για διακοπές λίγων ήμερών στο πατρικό της στην Καρέ, έψαξε για άλλο σπίτι και πολύ σύντομα την έφερε πίσω, στο Ρέθυμνο, στο πρώτο μεγάλο ιδιόκτητο σπιτικό τους, που ο Γιάγκος το επίπλωσε με ωραία ακριβά έπιπλα και όλα τα χρειώδη, που είχε αγοράσει σε τιμή ευκαιρίας από ένα πλούσιο Ρεθεμνιώτη. Ο άνθρωπος αυτός τα είχε φέρει από τη Βενετία, για να παντρέψει την κόρη του, που ασθένησε βαριά και γρήγορα έφυγε από τη ζωή. Τα βαριά ωραία έπιπλα του άτυχου αυτού κοριτσιού βρίσκονταν σε μιά αποθήκη και το μεγαλύτερο ίσως μέρος τους το πήρε ο Γιάγκος σε καλή τιμή και στόλισε το καινούργιο του σπίτικό. Ήταν ένα ευρύχωρο σπίτι, κοντά στο μαγαζί του, στο μακρύ στενό στη γωνιά, απέναντι στην πίσω πόρτα του Τούρκικου Σχολειού. Σ΄αυτο το καλοεπιπλωμένο άνετο σπίτι έμελλε να αναπτυχθεί η μεγάλη οικογένεια. Η εποχή, για την προκοπή μιας οικογένειας με αρχηγό ένα δραστήριο και δημιουργικό νέο άνθρωπο και στο σπίτι μιά υγιέστατη, δυνατή και αφοσιωμένη στο καθήκον μητέρα και σύζυγο ήταν ό,τι το ευνοϊκότερο. Οι Τούρκοι από πολλού έπαυσαν να δρούν σαν κατακτητές, συνέχιζαν να είναι οι προύχοντες, αλλά ήδη άρχισαν να ξεπουλούν και να φεύγουν από το νησί. Τα άδεια σπίτια πουλιούνταν σε τιμές ευκαιρίας. Ο Γιάγκος, που δεν άφηνε ευκαιρία να του ξεφύγει, αγόραζε σπίτια, τα επισκεύαζε και τα μεταπουλούσε. Το διάφορο ήταν ικανό και πολύ σύντομα μάζεψε τόσα χρήματα,όσα χρειαζόταν να αγοράσει σπίτια, για να προικίσει όλες του τις κόρες. Ήταν όλα σπίτια παλιά,αρχοντόσπιτα, μέσα στην πόλη,που αυτός επισκεύαζε και τα έφερνε σε κατάσταση άριστη για κατοικία. Ένα σπίτι στην οδό Κουντουριώτου το έχτισε από την αρχή, καινούργιο, με υλικά ακριβά και καλολαξευμένα πελέκια. Ήταν το σπίτι που προόριζε για την οικογένειά του, που μετεγκατάστησε εκεί και όταν αργότερα του το ζήτησε για προίκα ο πρώτος γαμπρός της οικογένειας, ο Γιάγκος αρνήθηκε να του δώσει αυτό το σπίτι και του έδωσε ένα από τα άλλα, τα παλιά τα επισκευασμένα, μεγάλο σπίτι με αυλή και κήπο, μέσα στην παλιά πόλη απέναντι από το κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας.

Πρώτος γαμπρός στην οικογένεια μπήκε ο Γιώργος Κούνουπας. Ο Γιώργος ερωτεύθηκε και ζήτησε σε γάμο τη δεύτερη κόρη,την πανέμορφη Γεωργία. ΄Ηταν ο προιστάμενος του Ταχυδρομείου στο Αμάρι. Έγινε ο γάμος και το νέο ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο Αμάρι όπου έζησε τα πρώτα χρόνια και απέκτησε τρεις χαριτωμένες κόρες, την Ασπασία, την Ευρυδίκη και τη Λενιώ όπως προτιμούσαμε όλοι να την αποκαλούμε.

Η πρώτη κόρη στην οικογένεια Τσίχλη, η Πολυξένη, δεν είχε την τύχη να είναι η πρώτη και στον γάμο.Δεν άργησε όμως να ακολουθήσει κι αυτή τη μόλις προηγηθείσα αδελφή της. Στην Ταχυδρομική Υπηρεσία Ρουστίκων, ενός από τα κεφαλοχώρια του Νομού, προϊστάμενος ήταν ο Παπαδάκης Ηλίας, γόνος γνωστής στην περιοχή καλής οικογένειας. Φαίνεται ότι ο Ηλίας ζήλεψε τον Αμαριώτη συνάδελφό του και αποφάσισε να σπεύσει να τον μιμηθεί… Στα Ρούστικα κατοικούσε ένας συγγενής της οικογένειας Τσίχλη, ο Παναγιωτάκης. Ο Ηλίας εμπιστεύθηκε στον Παναγιωτάκη την επιθυμία του και αυτός επισκέφθηκε το συγγενή του το Γιάγκο στο Ρέθυμνο. Μόλις δεκαπέντε μέρες είχαν περάσει από το γάμο της Γεωργίας και του ζητούσαν και το χέρι της μεγαλύτερής του κόρης της Πολυξένης… Ο υποψήφιος γαμβρός, ο Ηλίας είχε τα ίδια ακριβώς προσόντα και την ίδια θέση με τον προηγηθέντα γαμβρό του. Η πρόκληση ήταν σοβαρή και παρά τη γρήγορη άρνηση της άμεσα ενδιαφερόμενης κόρης, που δεν της άρεσε ο γαμβρός, ο Γιάγκος δε μπόρεσε να αρνηθεί. Είπε το ναι και ο Γιάγκος γρήγορα-γρήγορα πάντρεψε τις δυό πρώτες κόρες του με Ταχυδρομικούς υπαλλήλους. Η Πολυξένη, πολύ γρήγορα έγινε μητέρα και τελικά το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά την Καίτη, την Ασπασία και το Μανώλη.

Επόμενο παιδί της οικογένειας Τσίχλη, μετά τη Γεωργία, ήταν ο Στέλιος, που ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος στην Αλβανία του έκοψε το νήμα της ζωής. Ήταν κι αυτός ένα από τα στρατευμένα παληκάρια που το όνομά τους γράφτηκε ανεξίτηλα μεταξύ όλων των στρατευμένων παιδιών που θυσιάστηκαν για την πατρίδα στο έπος του σαράντα.

Τέταρτο παιδί στη σειρά, η Ευαγγελία, ήταν ένα πανέμορφο, πανέξυπνο, ολοζώντανο κορίτσι, ένα πλάσμα που ήλθε στον κόσμο με μια σπάνια προίκα χαρισμάτων από τη φύση. Από γεννησιμιού της ήταν γεμάτη καλοσύνη. Είχε μιά λαμπερή ματιά, χαρούμενη όψη και μια πανίσχυρη κράση, θαρρείς και ήταν φτιαγμένη για να αντέξει στις ακραίες καταστάσεις που της επιφύλασσε η μοίρα να βιώσει. Στα μόνα που δεν ήταν καλή η Ευαγγελία ήταν τα μαθήματα του Σχολείου. Ίσως γιατί δεν είχαν κερδίσει την εκτίμησή της. Ίσως γιατί οι δάσκαλοι της δε βρήκαν τον τρόπο να κινήσουν το ενδιαφέρον της γι΄αυτά. Στις πρώτες τάξεις του Παρθεναγωγείου έμεινε δυό φορές μετεξεταστέα και όταν ο πατέρας της πήγε να τη γράψει για άλλη μιά φορά στην ίδια, τη δευτέρα τάξη, η διευθύντρια του Γυμνασίου Χρυσή Αθανασιάδου, η τσουλόχρυση, όπως την έλεγαν τα »κακά» κορίτσια του Παρθεναγωγείου, είπε ψυχρά στο δύστυχο Γιάγκο ότι αντί να στέλνει την κόρη του δύο χρόνια στην ίδια τάξη ήταν καλύτερα να την παντρέψει κι αυτή, όπως έκαμε και με τις μεγαλύτερες αδελφές της. Η Ευαγγελία, άλλο που δεν ήθελε, άρχισε αμέσως μαθήματα μοδιστρικής. Πήγαινε και βοηθούσε τη Βιργινία τη μοδίστρα από την Αρμενία και πολύ γρήγορα, με τα απίθανα έργα που έκαναν τα λεπτοκαμωμένα της χεράκια απέδειξε πως είχε έμφυτο ταλέντο. Για τη ραπτική δεν έπαυσε ποτέ να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και να την ασκεί ιδιωτικά σε όλη της τη ζωή. Η Ευαγγελία την ίδια εκείνη εποχή φάνηκε πολύ χρήσιμη στις μεγαλύτερες αδελφές της που είχαν και οι δύο αποκτήσει τα πρώτα τους παιδιά και σαν νέες μητέρες είχαν ανάγκη βοήθειας. Πότε στο Αμάρι, πότε στα Ρούστικα η Ευαγγελία πρόσφερε με χαρά τις πολύτιμες υπηρεσίες της…

Επόμενα παιδιά της οικογενειας Τσίχλη, μετά την Ευαγγελία ήταν η Ειρήνη, που παντρεύτηκε το 1941, μετά από ένα δυνατό ειδύλλιο τον Παναγιώτη Αγγελοθανάση, προϊστάμενο στη δημόσια Υπηρεσία Καπνού. Ο γάμος τους έγινε διαρκούντος του πολέμου στα Αγκουσελιανά, στο πατρικό χωριό του Γιάγκου, που είχαν καταφύγει για να σωθούν από τους βομβαρδισμούς της πόλης από τα Γερμανικά αεροπλάνα λίγο πριν από την κατάληψη του νησιού από τα φασιστικά Γερμανικά στρατεύματα. Το ζευγάρι έζησε ευτυχισμένα, μακριά από την Κρήτη και απέκτησε τρία παιδιά,το Γιώργη, την Ντίνα και το Γιάννη

Έκτο παιδί και πέμπτη κόρη της οικογένειας, η Αμαλία, πολύ γρήγορα κι αυτή παντρεύτηκε μετά από ένθερμη αγάπη το Γιάννη Ζωγράφο, έζησαν στην Αθήνα και απέκτησαν δύο παιδιά, τη Νίκη και τη Γιάννα.

Έβδομο παιδί η Ελβετία παντρεύτηκε τον αξιωματικό του Ελληνικού στρατού Αγησίλαο Χατζηανδρέου, Ρεθεμνιώτη Μικρασιατικής καταγωγής και απέκτησαν δύο παιδιά, το Μανώλη και τη Μαρία.

Τελευταίο παιδί της οικογενείας Τσίχλη, ο Βασίλης ήταν ένας ωραίος, κοινωνικός, ευχάριστος στην παρέα νέος, που μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο έπιασε δουλειά ως Δημόσιος υπαλληλος στη Νομαρχία Ρεθύμνης, νυμφεύθηκε τη Ρεθυμνιωτοπούλα Μαίρη Χριστουλάκη, μιά πανέξυπνη, δραστήρια και καλοβαλμένη κοπέλα με πολλές φολοσοφικές ανησυχίες και έφεση στα πνευματικά και μεταφυσικά προβλήματα αλλά συγχρόνως και άριστη νοικοκυρά και σύντροφος. Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Μαρίνα και το Γιάννη.

Η οικογένεια Τσίχλη, όπως αναπτυσσόταν για δεκαετίες ήταν πρότυπο συμπαγούς ζωντανής ομάδας, ένα σύμβολο ομορφιάς και χαρούμενης έκφρασης στη ζεστή μικρή κοινωνία του προκατοχικού Ρεθύμνου. Τα κορίτσια ήταν πάντα καλοβαλμένα, ευγενικά, καλοντυμένα στη μόδα, με τα καπελάκια τους όμορφα τοποθετημένα στα αριστουργηματικά κεφαλάκια.και με το προσεγμένο άριστο ήθος και την πάντοτε ευγενική τους παράσταση είχαν την καλύτερη παρουσία. Ήταν οι Τσιχλοπούλες με τ΄όνομα.

Η Ευαγγελία ήταν μια απ΄τις Τσιχλοπούλες. Δε θα τη διάλεγε κανείς ούτε για την όντως άψογη παράσταση και εμφάνισή της, ούτε για την αναμφισβήτητα ελκυστική θηλική της ζεστή παρουσία. Αυτά ήταν προσόντα που τα διέθεταν όλες οι αδελφές, η μιά ήταν καλύτερη απ΄την άλλη.

Το οικογενειακό τους περιβάλλον ήταν το προσόν που για όλες τις αδελφές μετρούσε περισσότερο. Ήταν η εγγύηση για την ύπαρξη προσήνειας, καλής επικοινωνίας,συντροφικότητας και εμπειρικής γνώσης των πολλών δυσκολιών στην ανατροφή παιδιών. Γιατί είναι αυτονόητο ότι τα παιδιά μιας μεγάλης οικογένειας μαθαίνουν από μικρά να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες.

Η Ευαγγελία μετά την αποκόλλησή της από την πατρική οικογένεια ξεχωρίζει. Η ζωή της δεν είναι καθόλου συνηθισμένη. Γίνεται περιπετειώδης και τόσο διαφορετική που πολλές φορές μοιάζει εξωπραγματική. Είναι απίστευτο. Ένα άτομο, απλό, όπως όλοι εμείς, μια συνηθισμένη ηλικιωμένη τώρα κυρία, η γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, με το μοναδικό φωτεινό πρόσωπο κουβαλά τόσες εμπειρίες και γεγονότα. Σου θυμίζει πρόσωπο του Καζαντζάκη, που δε βλέπει τη σπίθα από μακρυά να πετάγεται από κλαρί σε κλαρί και από δένδρο σε δένδρο αλλά τολμά και μπαίνει μέσα της και καίγεται μαζί της. Η Ευαγγελία δέ δίστασε, μπήκε μέσα στη φωτιά, ένοιωσε τις φλόγες στο πετσί της, έτρεξε μαζί της και γλίτωσε έχοντας συνοδό και όπλο ζωής την πίστη που έκτισε η ίδια με τις μοναδικές εμπειρίες της.

.Όσοι έζησαν σε χρόνια βιαίων μεταβολών ξέρουν πως έντονες εμπειρίες σε καιρούς μεγάλων αιφνιδίων μεταβολών στη ζωή γράφονται ανεξίτηλα στη μνήμη και δεν παύουν να εμφανίζονται κάθε φορά σε ανύποπτο χρόνο.

Η Ευαγγελία, το εξαίσιο αυτό πλάσμα είχε σαν πεπρωμένο να ζήσει τα ιστορικά γεγονότα της γενιάς της στην πιό ακραία τους μορφή. Για λόγους άσχετους της δικής της συμπεριφοράς ή της προσωπικής της ιδεολογίας δοκιμάστηκε από το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά, που την έκαμε να νοιώσει για τα καλά τί θα πεί φυλάκιση και τί εξορία την ίδια εποχή που ήταν μητέρα δύο μικρών παιδιών και ήταν έγκυος με δίδυμα, μακρυά από τα παιδιά της και τον τότε καταζητούμενο για λόγους πολιτικούς σύζυγό της Συνταγματάρχη σε τιμητική διαθεσιμότητα του Ελληνικού Στρατού. Έζησε καταστάσεις και ιστορικά γεγονότα, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπη με την απειλή της ίδιας της ζωής της και της ζωής των ανήλικων παιδιών της. Το μόνο που ένιωθε έντονα κάθε φορά ήταν η ευθύνη απέναντι στα ιδανικά που διδάχτηκε στους κόλπους της οικογένειάς της και μιας κοινωνίας πρότυπο που μέσα της μεγάλωσε…

Πολλοί στο νησί ξέρουν πως η εθνική αντίσταση στην Κρήτη, αμέσως μετά την κατάληψη του νησιού από τους Γερμανούς, οργανώθηκε και τυπικά και ουσιαστικά από τον άνδρα της Ευαγγελίας. Όμως η δική της ύπαρξη και συμμετοχή, άγνωστη ως τώρα στον περισσότερο κόσμο, κάνει τη ζωή της να αποκτά ενδιαφέρον, γιατί έχει το στοιχείο της μοναδικότητας. Στις καταστάσεις και τα ιστορικά γεγονότα που βρέθηκε να συμμετέχει εκ των πραγμάτων η Ευαγγελία πάλεψε, αγωνίστηκε και με τον τρόπο της βοήθησε. Οι πράξεις της, μέσα στο σκοτάδι της κατοχής, άν δεν αποκτούν ιστορικό, έχουν τουλάχιστον φιλοσοφικό ενδιαφέρον, και αξίζει να καταγραφούν.

Ο περίγυρος και τα συγγενικά της πρόσωπα ήξεραν για τη ζωή της Ευαγγελίας και η ίδια πάντα με χαμόγελο δεν αρνιόταν να απαντήσει σε κάθε ερώτηση σχετική με τις σπάνιες προσωπικές της εμπειρίες. Είχε μάλιστα και την έμπνευση να κρατήσει σημειώσεις για τη γεμάτη περιπέτειες ζωή της που είχε την καλωσύνη να εμπιστευθεί σε δικούς της ανθρώπους. Με τη βοήθεια αυτών των ιδιόγραφων σημειώσεών της η προσπάθεια αποτύπωσης εδώ των πιό σημαντικών σημείων της ζωής της παίρνει μορφή που η αξία της θα κριθεί από τον αναγνώστη. Είναι εξ άλλου ακόμα στη ζωή με ταλαιπωρημένο σώμα αλλά νεανικότατο και ακμαιότατο μυαλό και μοναδική μνήμη και έχουμε όλοι εμείς τη δυνατότητα να της τηλεφωνούμε για κάθε λεπτομέρεια.

Ας αφουγκραστούμε την ίδια να μας πεί πώς αρχίζουν οι περιπέτειές της:

ΓΝΩΡΙΜΙΑ – ΕΞΗΓΗΣΗ

Είμαι η Ευαγγελία, μια από σάς που έζησε μια ζωή μεγάλη, αφού ήδη περπατώ τη δέκατη δεκαετία της ζωής μου, αλλά θέλω να σας τονίσω πως αυτό καθόλου δε με νοιάζει. Δεν έπαυσα ποτέ να ελέγχω και να θυμάμαι όσα έκανα και μάλιστα τις περιπέτειές μου σε νεαρή ηλικία. Πολλές φορές σκέφτηκα να τις αποτυπώσω σε ένα κομμάτι χαρτί αυτές τίς περιπέτειες που είναι τόσο πολλές. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα ήσυχα. Μεγάλωσα κοντά σε ήσυχους ανθρώπους μέσα σε μιά μεγάλη οικογένεια και γονείς νοικοκύρηδες, σε μιά όμορφη ήσυχη εποχή και μιά κοινωνία με πολλούς ανθρώπους που προόδευαν στά γράμματα και τις τέχνες. Εγώ τέλειωσα το Δημοτικό και πέρασα στο Γυμνάσιο, αλλά σκόνταψα το δεύτερο χρόνο,έμεινα στην ίδια τάξη και οι δικοί μου είπαν πως δεν ήμουν για τα γράμματα και δεν είχαν άδικο. Στο Γυμνάσιο,το Παρθεναγωγείο όπως το λέγαμε τότε, αυτό που περισσότερο με ενδιέφερε δεν ήταν το μάθημα αλλά τα διαλείμματα που έτρεχα με τις φίλες μου και διασκεδάζαμε σχολιάζοντας τα πάντα. Τα γράμματα δε μου άρεσαν, γι’αυτό ήταν για μένα λύτρωση όταν το Σχολείο το αντικατέστησε η παρακολούθηση μαθημάτων μοδιστρικής. Είχα πολλές φίλες αλλά κυρίως οι συναναστροφές μου ήταν οι αδελφές μου, οι δύο μεγαλύτερες και οι τρείς μικρότερες, είχα και δύο αδελφούς, ένα μεγαλύτερο και ένα μικρότερο. Οι μεγαλύτερες αδελφές μου δεν άργησαν να παντρευτούν και να φύγουν από το σπίτι. Οι δύο γάμοι έγιναν σε μικρή χρονική απόσταση ο ένας από τον άλλο, οι αδελφές μου απέκτησαν γρήγορα παιδιά και εγώ έτρεχα κοντά τους, πότε στο Νευς Αμάρι και πότε στα Ρούστικα που είχαν εγκατασταθεί, για να τις βοηθώ στα καινούργια νοικοκυριά τους. Η ζωή μου κυλούσε χωρίς ιδιαίτερες φροντίδες και δεν της έλειπαν ποτέ τα ενδιαφέροντα. Δεν έπληξα ποτέ, αντίθετα ζούσα μιά ευχάριστη νεανική ζωή, κομψά ντυμένη, πάντα στη μόδα, συμμετείχα σε όλα τα τρέχοντα πράγματα στη μικρή μας πόλη και το χαμόγελο δεν έλειπε ποτέ από τα νεανικά μου χείλη.

Η μεγάλη, η πιό σημαντική στιγμή της ζωής μου ήλθε πολύ γρήγορα. Ήταν 8 του Ιούλη του έτους 1934 όταν έγινα νύφη, με τις ευλογίες της εκκλησίας, της οικογένειάς μου και με τη συμμετοχή μεγάλου μέρους Ρεθεμνιωτών και πολλών Αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού. Παντρευόμουν τον Αντισυνταγματάρχη σε πολεμική διαθεσιμότητα Ανδρέα Παπαδάκη, μια γνωστή στρατιωτική και πολιτική προσωπικότητα της εποχής εκείνης, αλλά και διαχρονικά, αφού ήταν ένα πρόσωπο ιστορικό, συνδεδεμένο με όλους τους βαλκανικούς απελευθερωτικούς πολέμους της χώρας μας, με τις μεγάλες πολεμικές επιτυχίες του Ελληνικού στρατού. Ένα πρόσωπο που είχε πρωταγωνιστήσει και διακριθεί στα πεδία των μαχών και είχε προαχθεί πέντε φορές επ΄ανδραγαθία. Τιμημένος με τον πολεμικό σταυρό Α΄ τάξεως, Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας και πλήθος άλλων μεταλείων που κέρδισε με την επιτυχή ηρωική συμμετοχή του ως απλός στρατιώτης,υπαξιωματικός και αργότερα αξιωματικός διοικητής στρατιωτικών μονάδων. Ήταν ο έμπιστος υπασπιστής του Νικολάου Πλαστήρα και είχε σταθεί πλάι του σε όλους τους αγώνες και τα επαναστατικά κινήματα. Λόγω των πολλών τραυμάτων που αποκόμισε από τη συμμετοχή του σε όλες αυτές τις μάχες είχε ήδη τεθεί σε πολεμική διαθεσιμότητα, έμενε στο Ρέθυμνο και πολιτευόταν με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, του οποίου ήταν λάτρης.

Είχαμε βέβαια μεγάλη διαφορά ηλικίας, εγώ ήμουν στα 20 εκείνος 46, αλλά ήταν ωραίος άνδρας, ευγενικός, γλυκομίλητος και πολύ καλός και τρυφερός μαζί μου.

Ο πατέρας μου ήταν πολιτικός του φίλος, τον συναντούσε τακτικά και μάλιστα είχε δοκιμάσει κάποτε χωρίς επιτυχία να του προξενέψει μιά άλλη κοπέλα, εύπορη αλλά αρκετά μεγαλύτερή μου. Εγώ είχα ακούσει πολλά γι΄αυτόν, αλλά δεν είχα ποτέ συναντηθεί μαζί του έως την ημέρα που το βλέμμα μου συνάντησε το δικό του και ένοιωσα ένα τέτοιο σκίρτημα, που με τίναξε ολόκορμη.

Ήταν 27 του Απρίλη, μιά όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Πήγαμε μιά βόλτα στη λιακάδα τρείς φίλες, Ρεθεμνιωτοπούλες και οι τρείς καλοντυμένες, με τα παλτά μας, τα λουστρινένια γοβάκια μας, τις τσαντούλες και τα καπελάκια μας. Κινούμαστε με αργό βήμα στη λεωφόρο Κουντουριώτου, που γινόταν η βόλτα αυτή την εποχή. Περπατούσαμε στο ύψος της Κλινικής του Λυράκη, όταν νοιώσαμε να περπατούν πίσω μας στον ίδιο ρυθμό δύο άνδρες. Στη στροφή τα μάτια μου έπεσαν πάνω στο βλέμμα του ενός που ήταν καρφωμένο επάνω μου και τότε οι φίλες μου με πληροφόρησαν πως ο ωραίος αυτός λυγερόκορμος άνδρας ήταν ο πολιτευτής Ανδρέας Παπαδάκης και παρέα του είχε το γνωστό Ρεθεμνιώτη Χαρίλαο Καντυλάκη. Αργότερα, όταν είχαμε γίνει πια ζευγάρι, ο Ανδρέας μου έλεγε ότι ρώτησε το φίλο του, »βρε Χαρίλαε ποιά είναι αυτή η ψηλή όμορφη κοπελιά;» και έμαθε πως ήμουνα »μιά Τσιχλοπούλα», κόρη του φίλου του.

Λίγες μέρες αργότερα ο πατέρας μου είπε ότι είχε μιά πρόσκληση από το φίλο του πολιτευτή να πάνε μαζί σε μιά βάπτιση στο χωριό Κουρούτες στην επαρχία Αμαρίου και εγώ δεν έχασα την ευκαιρία να εκδηλώσω τη ζωηρή επιθυμία να τον συνοδεύσω σ’αυτή την εκδρομή και κοινωνική υποχρέωση. Ο πατέρας μου, που δεν ήξερε βέβαια τα δικά μου ενδόμυχα συναισθήματα, δε μπόρεσε να εξηγήσει αυτή την ξαφνική μου διάθεση και στην αρχή μου το έφερε πολύ δύσκολο. Όμως, την άλλη μέρα μου ανακοίνωσε ότι είπε στον κύριο Παπαδάκη την επιθυμία μου και εκείνος το δέχτηκε με μεγάλη προθυμία.

Η διαδρομή ως τις Κουρούτες την εποχή εκείνη ήταν πανέμορφη… Ο αμαξωτός δρόμος έφτανε μέχρι το Βυζάρι, το αγοραίο αυτοκίνητο του Στέφανου Αλεξανδράκη μας άφησε αναγκαστικά και από εκεί με ζώα που μας περίμεναν, συνεχίσαμε καβάλα ως το τελευταίο χωριό που συναντάς ανεβαίνοντας στον Ψηλορίτη, τις Κουρούτες.

Βαφτίσαμε το μωράκι, νέο Χριστιανό, τον Αντώνη Πλατύραρχο, ζήσαμε όλο εκείνο το χαρούμενο κλίμα που παραδοσιακά δημιουργείται σε τέτοιες περιπτώσεις στην πανέμορφη, πολύχρωμη, ανοιξιάτικη ορεινή περιοχή του Αμαρίου και όταν οι δεξιώσεις και το φαγητό πήραν τέλος, η χαρούμενη παρέα μας πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Καβάλα σ’ένα άλογο και έχοντας πλάι μου σ,ένα άλλο τον ευθυτενή αξιωματικό είχα την πρωτόγνωρη αίσθηση ότι ζούσα στιγμές ευτυχίας και αναγνώρισης. Ο λιγομίλητος ως λίγο πριν σοβαρός κύριος Παπαδάκης ήταν τώρα εντελώς άλλος άνθρωπος. Σε όλη τη διαδρομή η γλώσσα του πήγε ροδάνι. Δεν έπαυσε επίσης να τραγουδά και να λέει μαντινάδες με νόημα και με μιά σειρά που εγώ παρακολουθούσα και θαρρούσα πώς όλες και κάθε μια χωριστά τις έλεγε για μένα. Η ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί μου έδινε την αίσθηση πως η Βάπτιση του μικρού Αντωνάκη είχε πάρει τη μορφή της συνεπαρσάς όπως λένε στην Κρήτη την πομπή που ο γαμπρός παίρνει τη νύφη από το πατρικό της και όλοι μαζί, οι συγγενείς και καλεσμένοι με επικεφαλής το καινούργιο ζευγάρι, περπατούν για το γάμο.

Ήταν η αρχή. Ο Ανδρέας έστειλε προξενιό. Είπα το ναι με την απόλυτη βεβαιότητα πως θα ήμουν πολύ ευτυχισμένη κοντά του. Διερωτάται εύλογα κανείς πώς μπορούσα να διαθέτω αυτή την ησυχία και σιγουριά! Ο μελλοντικός σύζυγός μου είχε ζήσει μιά ζωή πολυτάραχη, είχε πάρει μέρος σε τόσους πολέμους, ήταν ένα ανήσυχο μυαλό ένα τρομερό παλικάρι. Πώς εγώ, μιά ήσυχη κοπελούδα που δεν είχε κουνήσει πέρα από τα περίχωρα της μικρής μας πόλης, αποφάσισα τόσο έυκολα και προχώρησα με σταθερά βήματα σ’αυτό το γάμο; Η απάντηση είναι απλή: Μέσα σ’αυτόν τον φαινομενικά ατίθασο τρομερό άνδρα διέκρινα ότι κρυβόταν ένας ήπιος, απαλός, γεμάτος στοργή χαρακτήρας, που θα φρόντιζε για όλα και θα πρόφτανε το κακό πριν γίνει. Που δεν θα άφηνε περιθώρια να γίνει κάτι που θα με στενοχωρούσε ή θα έθιγε την προσωπικότητά μου. Και η νεανική αυτή διάκρισή μου αποδείχτηκε ώριμη και απόλυτα σωστή. Σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής μας δεν ένιωσα την ανάγκη να παραπονεθώ ποτέ για τίποτε. Η ζωή μαζί του έμοιαζε με μυθιστόρημα.

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΖΥΓΟΣ

Η Ευαγγελία έκανε σωστή εκτίμηση. Ο Ανδρέας Παπαδάκης είχε ζήσει μιά πολυτάραχη ζωή, είχε διαπρέψει ως μαχητής, στρατιώτης, αξιωματικός ή πολιτικός, δεν έπαυσε όμως να είναι γιός του παπά Γιάννη Παπαμαρκάκη από την Ασή Γωνιά, που είχε γράψει τη δική του ηρωϊκή ιστορία, όταν άφησε την οικογένειά του, την παπαδιά με τα έξη παιδιά τους που το μεγαλύτερο ήταν 12 χρόνων και πήγε να πολεμήσει τους κατακτητές Τούρκους. Ένας ακόμα ήρωας κληρικός που έδωσε τη ζωή του για την ελευθερία. Σκοτώθηκε το 1896 στην Καστελοχαλέπα έξω απ’το Ρέθυμνο σε μιά μάχη ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Ο Ανδρέας, τέταρτο στη σειρά παπαδοπαίδι, γεννήθηκε το 1888, ήταν δηλαδή οκτώ χρόνων όταν έχασε τον ιερέα πατέρα του, μεγάλωσε ορφανός, κοντά στη χήρα παπαδιά μητέρα του και τα πέντε άλλα ορφανά αδέλφια του, με όλες τις δυσκολίες που μπορεί να φαντασθεί κανείς. Πήρε τα νάματα και τη μόρφωση που μπορούσε να του δοθούν στον τόπο του σε μια εποχή που η γενική πολιτικοκοινωνική κατάσταση ήταν σε διαρκή αστάθεια και στις τρείς Ιανουαρίου του 1910, ως κληρωτός κατατάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό. Η λέξη διέπρεψε δε φτάνει για να αποδώσει κανείς το μέγεθος και την ποιότητα του έργου αυτού του ανθρώπου ως μαχητού. Το διαπιστώνει κανείς και με μιά μόνο ματιά στην όλη στρατιωτική του θητεία, που ήταν διαρκής και δεν τέλειωσε ποτέ, αφού παρέμεινε και μετά τους τόσους τραυματισμούς του πάντα ενεργός στη διάθεση της πατρίδας και πάντα αποφασισμένος να προσφέρει τις υπηρεσίες του αψηφώντας πολλές φορές τον κίνδυνο και της ζωής του ακόμα. Όμως οι τόσες εμπειρίες από τις επιτυχίες του στις μάχες, οι τόσες τιμές και δόξες και οι αναλήψεις υψηλών καθηκόντων, αλλά και οι πόνοι, οι κακουχίες και οι ταλαιπορίες απο τα πολλά τραύματα δεν άλλαξαν τα ενδότερα ψυχικά του χαρίσματα. Η ψυχή του Ανδρέα παρέμεινε αλώβητη, ακέραια, αναλλοίωτη σε όλη τη μοναδική σε πλήθος και ποικιλία βιωμάτων ζωή του από την αρχή ως το τέλος. Ο Ανδρέας Νενεδάκης στο βιβλίο του με τίτλο »Ο ΕΦΕΔΡΟΠΑΤΕΡΑΣ» που έχει θέμα του τη ζωή του Ανδρέα Παπαδάκη εξηγώντας ότι ο Ανδρέας δεν υπήρξε ούτε ένιωσε ποτέ »καραβανάς» γράφει [σελ 16],»ήταν από τους λίγους αξιωματικούς που γνώρισα στη ζωή μου και δεν του ταίριαζε αυτή η ονομασία του καραβανά δηλαδή. Ήταν ένας άνθρωπος χαρισματικός. Ένας αγωνιστής με όλη τη σημασία της λέξης. Ήταν ανίκανος να βλαψει ένα συνάνθρωπό του έστω κι αν ήταν δεκανέας, βοσκός ή βουλευτής. Θα του ταίριαζε περισσότερο ο τίτλος του ιεραπόστολου, αν δεν ήταν γνωστό πως το κορμί του ήταν γεμάτο τραύματα και πως τα γαλόνια του τα είχε πάρει στους απελευθερωτικούς πολέμους της πατρίδας μας».

Ο Ανδρέας έχοντας διανύσει μιά αξιόλογη πορεία σε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή στον Ελληνικό Στρατό, έχοντας αναγνωρισθεί και τιμηθεί με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας το 1921 και τον Πολεμικό Σταυρό το 1922, για την εξαιρετική ανδρεία και ικανότητα που επέδειξε στις μάχες κατά του εχθρού στη Μ.Ασία και για τους επανειλημμένους τραυματισμούς του με σπαθί, στις σώμα με σώμα μάχες του Λόχου του στο 5/42 Σύνταγμα ευζώνων με το εχρικό ιππικό και με διαμπερές τραύμα στο στήθος που απέκτησε στις μάχες του Σαγγάριου, μετά τα γεγονότα του 22 και τη Μικρασιατική καταστροφή, παρέμεινε για να αναρρώσει και να κατοικήσει στο ιδιόκτητο σπίτι του στη Γλυφάδα. Παρακολουθούσε από κοντά όλες τις εξελίξεις των εθνικών θεμάτων και έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας. Τα προβλήματα των εφέδρων πολεμιστών εκίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον του και όπως ήταν φυσικό ήταν πολλά με τόσους μακροχρόνιους εθνικούς αγώνες. Το κόμμα των Φιλελευθέρων που κυριαρχούσε τότε στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας των Ελλήνων οργάνωσε και συνέστησε τα εφεδρικά ταμεία. Σ’αυτό το κατ΄εξοχήν κοινωνικό έργο ο Ανδρέας Παπαδάκης πρωτοστάτησε και κατά γενική ομολογία έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο στη σωστή και δίκαιη διεξαγωγή του. Αυτό έγινε η αιτία να του δοθεί σαν ένας τίτλος η ονομασία του »Εφεδροπατέρα» όπως τον αποκαλούσαν πια όλοι οι γνώστες των πραγμάτων.

Πλησιάζοντας το 1930 ο Ανδρέας αποφασίζει να επιστρέψει στην ιδιαιτέρα πατρίδα του το Ρέθυμνο. Έχει εκτελέσει το καθήκον του προς την Πατρίδα ως στρατιώτης στο ακέραιο, το στήθος του δεν έχει άλλο χώρο για να χωρέσει κι άλλα παράσημα και το σώμα του γεμάτο πληγές από τις Τούρκικες σπάθες και τα βόλια δεν θα άντεχε ίσως να τρέξει άλλη μιά φορά σαν ανεμοστρόβιλος με το σπαθί στο χέρι. Ήταν ομως βέβαιο ότι είχε να δώσει πολλά, που έβγαιναν μέσα από τα σωθικά του, από το μυαλό, την καρδιά και την ψυχή του. Πολλά μπορούσε ακόμα να δώσει με το παράδειγμά του, το ήθος και τη γνησιότητα των αγνών του προθέσεων.

Γύρισε στον τόπο που γεννήθηκε με απόφαση να συνεχίσει να προσφέρει στην πατρίδα σαν ένας καλός πολίτης και, γιατί όχι; σαν ένας εκπρόσωπος των απλών συμπατριωτών του, σαν ένας σωστός πολιτικός. Η πατρίδα ήταν φανερό ότι δεν άντεχε επίσης άλλες δράσεις πολεμικές. Είχε κι΄αυτή ανάγκη μιά περίοδο ανάπαυσης. Είχε ανάγκη περίσσότερο από ποτέ σωστούς πολικικούς.

Παιδί μιάς μεγάλης οικογένειας ενός ήρωα και ιερέα πατέρα, που έχασε πριν καλά καλά τον γνωρίσει, είχε πάντα πίσω στο μυαλό του την ιδέα της δημιουργίας της δικής του οικογένειας. Στη φαντασία του έπλαθε μιά ψηλή λυγερόκορμη, καλοβαλμένη, καθαρή νοικοκυρά και σύζυγο, που θα του χάριζε παιδιά και μιά οικογένεια πρότυπο. Θα συμπλήρωνε έτσι αυτό που θεωρούσε ολοκληρωμένη μονάδα μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων, την οικογένεια.

Αυτό το απωθημένο ξύπνησε στη συνείδησή του τη στιγμή εκείνη που ο φίλος του ο Καντυλάκης απαντούσε στο ερώτημά του για την ψηλή εκείνη κοπελιά. Ήταν Τσιχλοπούλα, κόρη του φίλου του του Γιάννη, που ήθελε να τον παντρέψει με μιά άλλη που δεν πληρούσε τους όρους, που δεν χωρούσε στο θρόνο που αυτός είχε φτιάξει μέσα στο μυαλό του για τη σύζυγό του και μητέρα των παιδιών του.

Αυτή η όψη της κόρης του Γιάννη ήταν που ταίριαζε στην εικόνα της φαντασίας του. Την πρόσεξε όσο μπορούσε περισσότερο στη στροφή, αλλά ήθελε να δεί περισσότερα, να κουβεντιάσει μαζί της, να νιώσει από πιό κοντά αν θα συνεχιζόταν αυτή η ίδια έλξη που τον αιφνιδίασε με μόνη τη θωριά της. Να η ευκαιρία, η εκδρομή και η προγραμματισμένη βάφτιση. Την έβαλε να καθίσει στην πρώτη θέση του αγοραίου αυτοκινήτου και έβαλε στο πίσω καθισμα τους άλλους συνεπιβάτες. Το αυτοκίνητο του Στέφανου ήταν ευρύχωρο, ο,τι καλύτερο, αφού είχε θέσεις μπροστά για δύο. Κάθισε δίπλα της προσεκτικά. Έμεινε αμίλητος για όλη τη διαδρομή. Αισθάνθηκε τη ζέστα του κορμιού της, τη φυσική τρυφερή μυρωδιά του και την απαλότητα του κομψού νεανικού χεριού της. Είχε την αίσθηση της επίδρασης μιάς αυξανόμενης απροσδιόριστης χημείας, αλλά όταν δοκίμασε για μιά ακόμη φορά να νιώσει με ένα ακόμα άγγιγμα τήν πρωτόγνωρη απαλότητα του γυμνού χεριού της αντιμετώπισε την αυθόρμητη γυναικεία αρνητική έκφραση στη ματιά της. Στο υπόλοιπο ταξίδι του πηγαιμού επικράτησε σιωπή και σκεπτικισμός. Η σιγή διευκολύνει τη σκέψη, αυτή οδηγεί σε προβληματισμούς και το καθαρό και υγιές περιβάλλον σε άμεσες απαντήσεις σε πάγια ερωτήματα. Το κλίμα είναι κατάλληλο για αποφάσεις που σβήνουν τους προβληματισμούς, καθαρίζουν το τοπίο, διώχνουν τις αμφιβολίες και οδηγούν στη λύση που όταν είναι για πολύ καιρό επιθυμητή μοιάζει με λύτρωση.

Ο γυρισμός ήταν αλλοιώτικος. Τη σιωπή διαδέχθηκε το τραγούδι, τη σκέψη η ανεμελιά,τους προβληματισμούς η βεβαιότητα. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν στρωμένος με δάφνες…Η εκστρατεία είχε πετύχει τον απώτερο στόχο της. Η βάφτιση είχε στρώσει το δρόμο για ένα μελλοντικό γάμο. Ο Ανδρέας εβίωνε για πρώτη φορά την αρχή της πραγματικότητας σε μιά άλλη κρυφή του επιθυμία, ένιωθε να υλοποιείται το όνειρο της πληρότητας στη ζωή. Ο μόνος εχθρός για .την τελική επιτευξη του νέου αυτού στόχου ήταν ο χρόνος, που ήταν απαραίτητος για τις προετοιμασίες ενός καθώς έπρεπε γάμου. Η ποθητή ημερομηνία της 8ης Ιουλίου έφθασε και η έγγαμος ζωή του καινούργιου ζευγαριού ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΖΕΥΓΑΡΙΟΥ

Το ζευγάρι ζούσε τα πρώτα του βήματα σε πελάγη ευτυχίας, πλαισιωμένο από ένα περιβάλλον συγγενικό και φιλικό και μιά ήρεμη κοινωνία που δεν έπαυε στιγμή να του εκδηλώνει αισθήματα εκτίμησης και αγάπης. Αλλά και ευρύτερα το κλίμα ήταν σχετικά καλό. Στο διεθνή ορίζοντα τα πράγματα έμοιαζαν ήρεμα, η οικονομική κρίση του 1928 είχε ξεπεραστεί και ο κόσμος ζούσε περίοδο εντατικής εργασίας και αισιοδοξίας για το μέλλον. Αλλά και για την Ελλάδα τα πράγματα έδειχναν αισιόδοξα. Η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν πιά παρελθόν. Η επάνοδος του Ελευθερίου Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή του τόπου βοήθησε στη δημιουργία τής αίσθησης σταθερότητας και διατήρησης αυτής της αναγκαίας αίσθησης. Ο Βενιζέλος αυτής της περιόδου ήταν διαφορετικός, δεν ήταν ο πολέμαρχος και επαναστάτης. ‘Ήταν ο σοφός και ήρεμος εμπνευστής μιάς νέας Ελλάδας, ο αναμορφωτής και δημιουργός ενός νέου Δημοκρατικού κράτους… Συγκρότησε τη Γερουσία, ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, την Αγροτική Τράπεζα, έχτιζε Σχολεία και στα πιο ακραία σημεία της χώρας. Για το καλό της χώρας συνεργάσθηκε ακόμα και με τους δύσκολους αντιπάλους και δε δίστασε καθόλου αργότερα, μετά την επάνοδο της βασιλείας να την αποδεχθεί και να συμφιλιωθεί ακόμα και με το παλάτι και να συνεργασθεί με τον επίσης καλά συνεργάσιμο Γεώργιο Β΄. Όμως η μοίρα αυτής της χώρας είναι πάντα η ίδια. Οι συχνές εναλλαγές στην εξουσία και οι εκλογικές μάχες που διαδέχονται η μία την άλλη την ώρα που η χώρα έχει ανάγκη ανασυγκρότησης αποτελούν πρόβλημα. Οι εκλογές του 1932 έφεραν στην εξουσία τον Παναγή Τσαλδάρη με τη συνεργασία των Ι. Μεταξά και Γ. Κονδύλη. Τον Ιανουάριο του 1933 ο Βενιζέλος σχηματίζει τη »Μεγάλη» Κυβέρνηση, κάνει εκλογές και τις χάνει… Ο Στρατηγός Πλαστήρας αρνείται να παραδώσει την εξουσία, αλλά εγκαταλείπει την προσπάθεια προ της λαικής εξέγερσης. Ακολουθούν γεγονότα καθόλου τιμητικά για την ιστορία της χώρας μας με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Λεωφόρο Κηφισιάς στις 6 Ιουνίου του 1933. Γεγονότα που δεν ήταν άσχετα με την ένοχη προσπάθεια καλλιέργειας ενός αντιβενιζελικού κλίματος, που έγιναν αφορμή προβληματισμών και πολιτικής αστάθειας, που τελικά κατάφεραν να οδητήσουν ακόμα και τον κατ΄εξοχήν αντίπαλο του Ελευθερίου Βενιζέλου Παναγή Τσαλδάρη να θέσει τον εαυτό του στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής.

Όλα αυτά ήταν ακόμα νωπά όταν ο Ανδρέας Παπαδάκης, κουβαλώντας το βάρος της δικής του ιστορίας στο στρατό και τα κοινά, παντρευόταν την Ευαγγελία. Το νέο ζευγάρι περνούσε τις πρώτες του ευτυχισμένες ήμέρες, τις πρώτες ανέφελες εβδομάδες, τους πρώτους μήνες έγγαμου βίου, χωρίς κάποιο γεγονός να διαταράσσει την ήρεμη συζυγική και κοινωνική του ζωή. Όμως η ηρεμία αυτή δεν κράτησε για πολύ.Το Δεκέμβρη του ίδιου έτους 1934 ένας βουλευτής Ρεθύμνου, ο Ιωάννης Γοβατζιδάκης πεθαίνει και στην πόλη επικρατεί αναστάτωση. Πρέπει να γίνουν αναπληρωματικές εκλογές για τη συμπλήρωση της κενωθείσης βουλευτικής θέσης. Οι πολιτικοί φίλοι του Ανδρέα του ζητούν να θέσει υποψηφιότητα και εκείνος απόφασίζει θετικά και εκφράζει δημόσια την απόφασή του αυτή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με επιστολή του τον καλεί στην Αθήνα να συναντηθούν προκειμένου να ληφθεί απόφαση για την υπόδειξη ενός μόνο Φιλελευθέρου υποψηφίου και μετά την συνάντηση αυτή ο Ανδρέας αποφασίζει να μην άρει την εκφρασθείσα θέση του να είναι υποψήφιος ως ανεξάρτητος… Αυτό το γεγονός που ήταν φυσικό να αλλάξει την μέχρι εκείνη τη στιγμή ηρεμία του ζεύγους η Ευαγγελία το αφηγείται πολύ αργότερα:

Δεν πέρασαν πολλοί μήνες που είχαμε παντρευτεί και άρχισαν οι περιπέτειες. Στο Ρέθυμνο πέθανε ο Βουλευτής Ιωάννης Γοβατζιδάκης και έπρεπε να γίνουν αναπληρωματικές εκλογές. Μπήκαμε αμέσως στον αγώνα. Ο άνδρας μου είχε μεγάλη εκτίμηση και αναγνώριση της προσφοράς του από τον Κρητικό λαό και πολλούς καλούς φίλους σε όλο το Νομό Ρεθύμνής, αλλά και ο αντίπαλός του, που διέθετε και την κομματική στήριξη, είχε δυνατούς υποστηρικτές. Κέρδισε εκείνος την εκλογή, αλλά με μικρή διαφορά ψήφων, πράγμα που εντυπωσίασε γενικά και το αποτέλεσμα θεωρήθηκε από πολλούς επιτυχία του Ανδρέα. Ας είναι… Ήταν μιά μεγάλη εμπειρία για μένα, που αμέσως μετα το γάμο μου, έπαιρνα το βάπτισμα στην πολιτική.

Ήμουν ήδη έγκυος το πρώτο μας παιδι. Αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στην Αθήνα, στη Βούλα, στην ιδιόκτητη κατοικία μας, σε ένα όμορφο, υγιές, κοντά στη θάλασσα περιβάλλον και να γεννήσω στο καινούργιο, σύγχρονο τότε μαιευτήριο της »Έλενας Βενιζέλου». Φαίνεται πως βιαστήκαμε λίγο να αφήσουμε το όμορφο και ήσυχο Ρέθυμνο, γιατί μόλις είχαμε εγκατασταθεί ήσυχοι στο νέο σπιτικό μας και οργανώναμε τη ζωή μας στο νέο ειδυλλιακό περιβάλλον εξεράγη το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. ‘Ηταν το δεύτερο απόγευμα που απολαμβάναμε την ησυχία στο νέο σπιτικό μας, όταν αντιληφθήκαμε ότι το σπίτι μας είχε κυκλωθεί από χωροφύλακες. Συνέλαβαν τον άνδρα μου με την κατηγορία ότι τάχα το βράδυ του κινήματος είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι μας 22 αξιωματικοί. Την ψεύτικη αυτή πληροφορία μας εξήγησαν ότι την είχε δώσει ένας αξιωματικός της Αστυνομίας. Καταλάβαμε ότι θα επρόκειτο για κάποιο ασυνείδητο αξιωματικό που ήθελε να αυξήσει τα γαλόνια του, όμως αυτό δεν άλλαζε τα πράγματα. Ο άνδρας μου συνελήφθη, κλείστηκε στις φυλακές »Αβέρωφ» και εγώ θα έμενα με την αδελφή μου μόνες μας σε μια ερημική τότε τοποθεσία… Ευτυχώς ήρθε αμέσως ένας πρώτος ανηψιός του άνδρα μου από την αδελφή του, ο Στρατής Κυριακάκης και μας πήρε και μας πήγε σε ένα συγγενικό μας σπίτι στην Αθήνα. Έτσι, ξαφνικά, βρεθήκαμε εκείνος στη φυλακή κι εγώ σε ξένο σπίτι. Με προχωρημένη την εγκυμοσύνη μου ήταν αδύνατο να επισκεφθώ τον άντρα μου στη φυλακή. Μάθαινα όμως κάθε μέρα νέα του από δικούς μας ανθρώπους και μάλιστα από τον ανηψιό του που τον επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά. Σε ενάμιση περίπου μήνα ήλθε ο πατέρας μου από την Κρήτη, γύρισα πίσω στη Βούλα και ο πατέρας μου έμεινε μαζί μας μέχρι που ο άνδρας μου κρίθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν προσάψει και γύρισε στο σπίτι του ελεύθερος. Ήταν βράδυ, καθόμουν έξω στην αυλή του σπιτιού μας, όταν άκουσα μέσα στην απόλυτη ησυχία βήματα να πλησιάζουν. Ήταν ο άντρας μου που ξαφνικά έβλεπα ελεύθερο να εμφανίζεται μπροστά μου. Μιά περιπέτεια που μας βασάνισε ψυχικά και σωματικά χωρίς λόγο και αιτία, ευτυχώς έπαιρνε τέλος. Τη διαδέχθηκε σα βάλσαμο ή άφιξη του πρώτου παιδιού μας. Σε λίγες ημέρες, στις 2 του Μάη του 1935 γέννησα την κόρη μας τη Ζιζή. Η χαρά ήταν τόση,που γρήγορα ξεχάσαμε όλα τα άσχημα που πρόσφατα είχαμε περάσει. Το μόνο που μας απασχολούσε ήταν το οικογενειακό μέλλον μας. Πήραμε απόφαση να επιστρέψουμε και να εγκατασταθούμε στην Κρήτη. Στις 22 του ίδιου μήνα εγκαταλείπαμε το σπίτι μας στη Βούλα και αναχωρούσαμε για τα Χανιά. Το σπίτι αυτό,που ήδη είχε συνδεθεί με την ιστορία της ζωής μας, δεν ήταν τυχερό να το κατοικήσουμε ξανά. Δυστυχώς για μάς απαλλοτριώθηκε αργότερα από πατριωτικό ίδρυμα… Στα Χανιά μείναμε φιλοξενούμενοι για λίγες ημέρες στο σπίτι του αδελφού του άνδρα μου και αρχές Ιούνη μετακομίσαμε στα Μυριοκέφαλα,ένα ορεινό χωριό της Ρεθύμνιώτικης επαρχίας κοντά στην περιοχή Σφακίων,που είναι γνωστό περισσότερο από τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας της Μυριοκεφαλίτισσας. Ο άνδρας μου είχε εκεί κοντά σε μιά τοποθεσία με την ονομασία »Βουρβουρές»ένα ιδιόκτητο κτήμα.Ένα μεγάλο λιβάδι με πολλά νερά και αυτοφυή μεγάλα δένδρα του δάσους όπως αζώλακοι, πλάτανοι,βελανιδιές, αγριαχλαδιές και άλλα που είχε φυτέψει ο ίδιος, όπως καστανιές,καρυδιές και αχλαδιές διαφόρων ειδών που είχαν αναπτυχθεί μετά από κεντρίσματα που έκανε ο ίδιος σε αυτοφυείς αγριαχλαδιές.

Ο άνδρας μου είχε την επιθυμία να μείνουμε κοντά στο κτήμα μας αυτό και σιγά σιγά, χρόνο με χρόνο να το εξημερώνουμε. Αποφασίσαμε να χτίσουμε εκεί το δικό μας σπίτι, πράγμα που δεν αργήσαμε να το καταφέρουμε. Κτίσαμε ένα διώροφο, ενώ ταυτόχρονα επιδιδόμαστε στη βελτίωση του κτήματός μας. Γρήγορα στη δούλεψή μας μπήκαν ζευγάδες και κηπουροί, που καλλιεργούσαν το κτήμα φυτεύοντας σιτηρά ή πατάτες και άλλα διάφορα κηπουρικά και οι άνθρωποι αυτοί που δούλευαν για μάς έμεναν στο ευρύχωρο σπίτι μας ενώ εμείς, πέρα απο την εργασία τους, είχαμε και τη συντροφιά τους που μας ήταν επίσης πολύτιμη. Το κτήμα ήταν μακριά από τα κατοικημένα γύρω χωριά, αλλά με την παρέα των ζευγάδων και άλλων εργαζομένων στο κτήμα δε νοιώθαμε μοναξιά και οι μέρες μας περνούσαν ευχάριστα. Ήμαστε διαρκώς κοντά στους εργαζομένους μας και απολαμβάναμε από την απασχόλησή μας αυτή και τη συντροφιά τους. Είχαμε και μέλισσες που έβοσκαν σε όλο αυτό το κατάλληλο για τη διατροφή τους περιβάλλον και εγώ έμαθα να μην τις φοβάμαι, να τις παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον και να τις φροντίζω.

Δεν άργησα να μείνω πάλι έγκυος. Ευτυχώς είχα βοηθό μιά πολύ καλή κοπελιά, την Άννα από τα Μυριοκέφαλα και δεν δυσκολεύθηκα, όταν απέκτησα το δεύτερο παιδί μας, το Γιαννάκι μας. Με την Άννα είχα και συγγενική σχέση. Ήταν υπέροχος άνθρωπος. Πρόθυμη πάντα να με βοηθήσει, αγαπούσε πολύ τα παιδιά μου,που κυριολεκτικά επίσης τη λάτρευαν. Στο Βουρβουρέ εκείνη τη χρονική περίοδο ζήσαμε μιά δημιουργική, γεμάτη ενδιαφέροντα, μιά ευτυχισμένη ζωή. Δυστυχώς όμως αυτή η περίοδος της ζωής μας ήταν μοιραίο να διακοπεί γρήγορα χωρίς τη δική μας θέληση ή ευθύνη. Στον ήσυχο ορίζοντα δεν άργησαν να φανούν τα μαύρα σύννεφα. Ήταν το καλοκαίρι του 1938,όταν ήλθε η 4η Αυγούστου και η δικτατορία.

Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΑ

Η οικογένεια Ανδρέα Παπαδάκη ζούσε τη δική της ζωή. Στην αγροτική της κατοικία μεγάλωνε παιδιά και προχωρούσε το δημιουργικό της έργο, ενώ την ίδια εποχή στην Αθήνα ο πολιτικός κόσμος έδειχνε ότι αγωνιζόταν να βρεί το ρυθμό που θα ταίριαζε σε μιά πληγωμένη και ταλαιπωρημένη, αλλά ελεύθερη και ανεξάρτητη χώρα. Η αδυναμία του Βενιζέλου εκ των πραγμάτων να συνεχίσει το αναμορφωτικό έργο, η επιστροφή του αντιβενιζελισμού στην πιό ακραία του ίσως μορφή, με αποκορύφωμα τη δολοφονική απόπειρα κατά της ζωής του στη λεωφόρο Κηφισίας στις 6 Ιουνίου 1933, που οδήγησαν στην περιθωριοποίησή του και την μετάβασή του το φθινόπωρο του 1934 στα Χανιά, αλλά και το μοιραίο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, ήταν τα αίτια της απόφασής του να απομακρυνθεί από τη χώρα. Τη νύχτα της 11ης προς 12η Μαρτίου αναχωρεί από τα Χανιά για την Κάσο, από εκεί στη Ροδο, τη Νεάπολη και αργότερα καταλήγει στο Παρίσι, από όπου δεν επρόκειτο να επανέλθει στην πατρίδα παρά μόνο νεκρός.

Στην Αθήνα συμβαίνουν συνταρακτικά γεγονότα. Η Αβασίλευτη Δημοκρατία καταργείται ουσιαστικά με ψήφισμα στις 9 Ιουνίου του 1935 από τον Γ.Κονδύλη,που γίνεται και Αντιβασιλέας και τυπικά, με το πολυσυζητημένο δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβριου του ίδιου έτους.

Η Βασιλευομένη Δημοκρατία επανέρχεται στη χώρα με το Γεώργιο Β΄που είχε ανακηρυχθεί βασιλιάς από τις 27 Σεπτεμβρίου του 1922, μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την παραίτηση του Κωνσταντίνου και είχε αναγκασθεί από την κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά το Δεκέμβριο του 1923 να αποχωρήσει από την Ελλάδα. Τότε η Εθνοσυνέλευση είχε κηρύξει το Γεώργιο Β΄ και τη δυναστεία του εκπτώτους. Τώρα ο Γεώργιος ο Β΄επιστρέφει στην Ελλάδα με Λονδρέζικη κουλτούρα από τη μακρά παραμονή του στη Μ.Βρεταννία. Στην Αθήνα φθάνει στις 25 Νοεμβρίου 1935 και από τις πρώτες κιόλας ημέρες γίνεται σαφές πως ήλθε με την πρόθεση να αποκαταστήσει την ομαλότητα στο πολίτευμα και να πολιτευθεί σωστά, τηρώντας πιστά τις διατάξεις του Συντάγματος και τις αρχές της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Χορήγησε γενική αμνηστεία, παρά τις αντιρρήσεις των αποκαλουμένων Βασιλοφρόνων, σχημάτισε υπερκομματική Κυβέρνηση και φρόντισε να αποκατασταθούν οι σχέσεις του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις πολιτειακές και πολικικές εξελίξεις των πραγμάτων στη χώρα του. Δυστυχώς μετά το θάνατο του Ε.Βενιζέλου τα μεγάλα κόμματα που είχαν ισοψηφίσει στις τελευταίες εκλογές, το Δεκέμβριο το 1935 [Αντιβενιζελικοί 143, Βενιζελικοί 142 και Κομμουνιστές 15 βουλευτές], δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν στη Βουλή. Το πρόβλημα του σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβέρνησης έγινε οξύτερο με τους θανάτους πολλών πολιτικών ηγετών…Τον Ιανουάριο πεθανε ο Κονδύλης, το Μάρτιο ο Βενιζέλος και τον Απρίλιο ο πρωθυθπουργός Δεμερτζής. Ο βασιλιάς κάτω από την πίεση των πραγμάτων διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά που η Κυβέρνησή του έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στα τέλη Απριλίου. Τα δυσάρεστα γεγονότα της κρίσιμης εκείνης άνοιξης και του καλοκαιριού του 1936 με τις διαρκείς απεργιακές κινητοποιήσεις και ταραχές δημιούργησαν ένα σκηνικό στη χώρα, που μαζί με το κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη εκείνη την εποχή των δικτατόρων, διευκόλυναν τον Ι.Μεταξά να επιβάλει στις 4 Αυγούστου δικτατορία.Οι αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου ήταν γενικά περιορισμένες και το καθεστώς στην πρώτη περίοδο δεν έδειξε το αυστηρό πρόσωπο ενός στυγνού φασισμού. Αρχικά ο Μεταξάς φάνηκε σαν εντολοδόχος του Βασιλιά και πολλοί περίμεναν ή ήλπιζαν την ανατροπή του. Αργότερα, μετά το 1938 φάνηκε πως ο Γεώργιος Β΄δεν είχε τη δυνατότητα να ανατρέψει τον ισχυρό δικτάτορα και ήταν υποχρεωμένος να ταυτίζεται η τύχη του μ΄αυτόν. Οι μικροεξεγέρσεις που οργάνωναν οι διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις δεν είχαν καμιά τύχη και απ αυτές η πιό αξιόλογη, το κίνημα των Χανίων, ενάντια στη δικτατορία της 28-29 Ιουλίου 1938, το μόνο που πέτυχε ήταν να κυνηγηθούν και να συλληφθούν απόστρατοι ή απότακτοι αξιωματικοί στο νησί. Ίσως ήταν και η αφορμή να διαταραχθεί η ως τότε ήσυχη ζωή της οικογένειας Παπαδάκη και να διακοπεί με βαρβαρότητα και οριστικά η ως τότε φαινομενικά τουλάχιστον αμέριμνη αφοσίωσή της στο δημιουργικό της έργο.

ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η οικογένεια ζούσε σε ένα ιδεώδες, υγιεινό περιβάλλον,στο καινούργιο της άνετο σπίτι μαζί με το υπηρετικό της προσωπικό, μια ήρεμη ευτυχισμένη ζωή και δεν έδειχνε να την επηρεάζουν σε τίποτα τα πολιτειακά και πολιτικά γεγονότα της χώρας. Ωστόσο δέν αμφιβάλλει κανείς ότι ο Συνταγματάρχης σε διαθεσιμότητα δεν είχε ποτέ λησμονήσει την αποστολή και το ρόλο που ο ίδιος είχε προσδιορίσει για τον εαυτό του στη ζωή και αυτό δεν ήταν βέβαια άγνωστο σε στελέχη και παράγοντες των κυβερνώντων της πολυτάραχης εποχής του. Αλλά ο ώριμος Παπαδάκης ήξερε επίσης καλά πως τα γεγονότα στη χώρα στο μέρος που τον αφορούσαν προσωπικά δεν έπρεπε να επηρεάζουν την ομαλή πορεία της οικογένειάς του. Η Ευαγγελία ήταν μια υπέροχη σύζυγος, μιά αφοσιωμένη στην ανατροφή των παιδιών της μητέρα, μια καλή νοικοκυρά που τη σέβονταν όλοι στο σπίτι και παρακολουθούσε και προλάβαινε το κάθε τι και στο νοικοκυριό τους. Κυλούσαν όλα ομαλά. Τους χειμερινούς δύσκολους, κρύους και αδρανείς για τις γεωργικές εργασίες μήνες η οικογένεια έμενε στο σπίτι της στο Ρέθυμνο. Διδόταν έτσι η ευκαιρία να γίνουν πολλές εργασίες συμπλήρωσης και επισκευές στην κατοικία τους στο Βουρβουρέ, ενώ απολάμβαναν την θαλπωρή που τους παρείχε το ευρύτατο συγγενολόι και ο φιλικός τους περίγυρος στη μικρή και συμπαγή κοινωνια του Ρεθύμνου.

Όμως φαίνεται πως η μοίρα είχε άλλα γραμμένα στα κιτάπια της. Η Ευαγγελία δεν δυσκολεύεται να μας τα πει σε πρώτο πρόσωπο.

Όπως κάθε χρόνο, μετά από την ήσυχη χειμερινή παραμονή μας στο Ρέθυμνο επιστρέψαμε το Μάϊο στο κτήμα μας. Περνούσαμε πολύ ωραία με τα παιδιά μας, τη Ζιζή μας και το Γιαννάκι μας και όλη την παρέα μας, την Άννα μας, τους ζευγάδες μας και την οικογένεια Κατσανέβηδων από την Ασή Γωνιά που μας συντρόφευαν. Λογαριάζαμε αυτή τη φορά, κατά τις αρχές Οκτωβρίου, να κατεβούμε για λίγο μόνο στο Ρέθυμνο και από τον επόμενο χέιμώνα να εγκατασταθούμε οριστικά στα Χανιά, κοντά στους συγγενείς του Ανδρέα, τη σεπτή γριά μάνα του, τον αδελφό του και την καλόγρια αδελφή του Μαγδαληνή, που μόναζε στο Μοναστήρι στις Κορακιές. Ήμαστε μπροστά στην εφαρμογή των σχεδίων μας αυτών και είχαμε ήδη βάλει μπροστά την προετοιμασία για την τακοποίηση των λεπτομερειών για τις μετακινήσεις μας, όταν ξημερώματα της 8ης Οκτωβρίου 1938, πριν ακόμα χαράξει, δυνατοί κτύποι στην πόρτα μας διακόπτουν το ήρεμο. απολαυστικό, φθινοπωρινό,ορεινό ξημέρωμα. Ο Ανδρέας ανοίγει το παράθυρο και αντικρίζει τον ενωμοτάρχη της Ασή Γωνιάς με 5 χωροφύλακες συνοδούς να του λέει »κύριε Παπαδάκη έχω εντολή να σας συλλάβω”…

Δεν ήταν κάτι που έπρεπε να μας αιφνιδιάσει. Το πρωινό χτύπημα αυτού του είδους στην πόρτα ήταν συνηθισμένο την εποχή αυτή της δικτατορίας του Μεταξά και κάθε Δημοκράτης με πολιτική επιρροή και δύναμη στο κοινό έπρεπε να περιμένει τη σειρά του… να τον συλλάβουν και να τον στείλουν εξορία. Τα νησιά μας ήταν γεμάτα από πολιτικούς εξορίστους. Ήταν φανερό πως είχε έλθει και η σειρά μας. Ο Ανδρέας είπε στους χωροφύλακες να περιμένουν λίγο ώσπου να ξημερώσει και ενώ άρχισε να ετοιμάζεται, ζήτησε από τη βοηθό μας την Άννα να πάει τάχα για κάποια δουλειά έξω και να της δοθεί έτσι η ευκαιρία να πεί στο ζευγά μας να τρέξει να ειδοποιήσει το χωριό. Σ΄αυτό το τελευταίο εγώ έδωσα ιδιαίτερη σημασία και περίμενα με αγωνία να δω την εξέλιξη. Ο Ανδρέας αφού ετοιμάστηκε, μας χαιρέτησε ένα-ένα χωριστά και έφυγε με συνοδεία τους χωροφύλακες. Κατεβαίνοντας η συνοδεία προς την Αρχοντική, ένα απ’ τα μεγάλα χωριά της περιοχής, οι Γωνιώτες που στο μεταξύ είχαν ειδοποιηθεί από το ζευγά μας το Γιώργο Κατσανεβάκη, οπλισμένοι περίμεναν σαν να είχαν στήσει ενέδρα σε κατάλληλο σημείο και παρακολουθούσαν την κίνηση της συνοδείας. Πλησιάζοντας στο σημείο αυτό ο Ανδρέας πάνω σε ένα άλογο συνοδευόταν από δύο μόνο χωροφύλακες, ενώ οι υπόλοιποι χωροφύλακες της συνοδείας του, για άγνωστο λόγο είχαν αλλάξει πορεία και κατευθύνθηκαν προς την Αρχοντική. Οι Γωνιώτες, μόλις η συνοδεία πλησίασε, πετάχτηκαν σα θηρία πάνω στους συνοδούς χωροφύλακες, τους αφόπλισαν, πήραν τον Ανδρέα και κατευθύνθηκαν στα βουνά, πάνω από την Ασή Γωνιά.

Εγώ, έγκυος τότε δύο μηνών με τα δυό παιδιά μου, την πιστή μου οικιακή βοηθό και τους δυό ζευγάδες μας θα μέναμε στο σπίτι, όταν το ίδιο βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα έρχεται ο εξάδελφος του Ανδρέα Μανώλης Μήγιας από την Ασή Γωνιά με ένα άλογο και μου λέει »ετοιμάσου να φύγωμε, γιατί το χωριό είναι κυκλωμένο από Αστυνομικούς με σκοπό να συλλάβουν κι εσένα». Φύγαμε αμέσως με το Μανώλη και ανηφορίσαμε στον Καλλικράτη, στο σπίτι του επίσης εξαδέλφου του Ανδρέα Πέτρου Γαρουφαλή. Το πρωί μάθαμε πως μόλις είχαμε ξεκινήσει για Καλλικράτη, σε λίγη ώρα έφθανε στο σπίτι μιά Διμοιρία χωροφύλακες και τον αρχηγό τους, ένα Ανθυπομοίραρχο που μπήκε στο σπίτι και άρχισε να φωνάζει και να υβρίζει τον άνδρα μου μπροστά στους ανθρώπους μας αποκαλώντας τον τρελό. Μου τα αφηγήθηκε αμέσως το πρωί της άλλης ημέρας ο ζευγάς μας όταν πέρασε από τον Καλλικράτη. Την επόμενη μέρα η Άννα πήρε τα παιδιά μου, τα κατέβασε στα Μυριοκέφαλα και από εκεί στους γονείς μου στο Ρέθυμνο. Εγώ έμεινα στου Γαρουφαλή με τη γυναίκα του. Την τρίτη ημέρα από την αφιξή μου στον Καλλικράτη ήλθε ο Ανδρέας συνοδευόμενος από οπλισμένους συγχωριανούς του. Ήμαστε και οι δυό καταζητούμενοι αλλά και ελεύθεροι. Η συγκίνηση και η αίσθηση του κινδύνου από την άγνοια του τί μας επιφύλασσε η επόμενη μέρα ήταν για μένα ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα.

Ο Ανδρέας δεν πίστευε ότι το καθεστώς ήταν τόσο σκληρό που θα ενοχλούσε μιά έγκυο με δυό μικρά παιδιά. Μιά γυναίκα που δεν είχε προσωπικά βλάψει ή κατηγορήσει ποτέ κανένα. Με συμβούλευσε να κατέβω στο Ρέθυμνο κοντά στα παιδιά μας, γιατί στη θέση που βρισκόμουν ήταν επικίνδυνο να ανεμοδέρνω στα βουνά. Φύγαμε νύχτα από τον Καλλικράτη και κατεβήκαμε στα Μυριοκέφαλα από όπου το πρωί ο Ανδρέας θα αναχωρούσε προς άγνωστη κατεύθυνση και εγώ θα έπαιρνα το λεωφορείο της γραμμής για το Ρέθυμνο. Κάθισα στα πρώτα καθίσματα του μισοφορτηγού μισολεωφορείου. Στο πρώτο χωριό της διαδρομής, την Αργυρούπολη, στην ευθεία πριν από το πανωχώρι βλέπω στρατό να έχει παραταχθεί δεξιά και αριστερά του δρόμου. Σου έδιναν την εντύπωση ότι είχαν πάρει μέτρα για να συλλάβουν κάποιον επικίνδυνο εγκληματία. Στην πρώτη πλατεία που συναντάς όπως μπαίνεις είδα δύο χωροφύλακες να κουβεντιάζουν με ένα άγνωστό μου χωρικό, που μόλις με είδε άλλαξε ύφος, ενώ διατηρούσε σταθερό επάνω μου το βλέμμα του και κάτι έλεγε στους χωροφύλακες. Αυτοί σταμάτησαν το λεωφορείο και απευθυνόμενοι σε μένα μου ζήτησαν επιτακτικά να κατέβω από το αυτοκίνητο, γιατί θέλει να μου μιλήσει ο αξιωματικός τους. Εγώ ψύχραιμα και κοφτά τους απάντησα ότι δεν κατεβαίνω και αν θέλει να έλθει ο αξιωματικός τους εδώ. Ένας χωροφύλακας τότε μπήκε στο λεωφορείο με εντολή να με οδηγήσει κατευθεία στο Διοικητή τους στο Ρέθυμνο.

Ο Διοικητής της χωροφυλακής στο Ρέθυμνο κ Περάκης είχε προφανώς ενημερωθεί για την άφιξη της Ευαγγελίας στο Ρέθυμνο και θεώρησε καλό να το γνωρίσει και στον πατέρα της Ευαγγελίας, όταν τον συνάντησε στην αγορά. Του είπε ότι η κ Παπαδάκη έρχεται με το λωφορείο και όταν ξεκουραστεί να τη συνοδεύσει στη Διοίκηση. Ο Γιάγκος αμέσως το είπε σε συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και το νέο δεν άργησε να κυκλοφορήσει στη μικρή κοινωνία του Ρεθύμνου που δεν είχε άγνοια των όσων συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό στην οικογένεια Παπαδάκη. Όσοι έχουν κάποια γνώση του τρόπου που κυκλοφορούσαν τα νέα στη μικρή πόλη και πώς αντιδρούσε η συμπαγής Ρεθυμνιώτικη κοινωνία, σε φήμες που υπέκρυβαν την ανάγκη της συμπαράστασής της σε δοκιμαζόμενους συμπολίτες, μπορούν να φανταστούν τις κινήσεις που ακολούθησαν και να καταλάβουν πόσο ήταν αναμενόμενο πολλοί φίλοι και συγγενείς της Ευαγγελίας να τρέξουν στο πρακτορείο, να δουν από κοντά όσα συμβαίνουν και να περιμένουν για να την υποδεχτούν και να της εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Ήταν αναμενόμενο αυτή η υποδοχή της Ευαγγελίας να πάρει τη μορφή ενός σημαντικού γεγονότος στην πόλη.

Η Ευαγγελία γεμάτη από τα σωρευμένα συναισθήματα από τα όσα είχε ζήσει τις τελευταίες ημέρες και την πρόσφατη με συνοδεία διαδρομή της, κατέβηκε από το λεωφορείο με επισημότητα, χαιρέτησε τους φίλους και συγγενείς της και με βήματα σταθερά και με αυτοπεποίθηση προχώρησε αποφασισμένη να μη λυγίσει σε ό,τι η μοίρα της επιφύλασσε.

Μόλις φτάσαμε στο Ρέθυμνο, είδα τον κόσμο που με περίμενε και τον πατέρα μου να θέλει να με πάρει στο σπίτι, όπως είχαν συννενοηθεί με τον κ Περάκη, ενώ ο χωροφύλακας που με συνόδευε είχε εντολή να με πάει κατευθείαν στη Διοίκηση. Απο τη διαφωνία τους αυτή παρά λίγο να γινόταν επεισόδιο. Τότε λέω στον πατέρα μου ότι θέλω να πάω πρώτα στο Διοικητή. Ήθελα στ΄αλήθεια να πάω αμέσως στο Διοικητή να ξεσπάσω σ’αυτόν το θυμό μου, για τα λόγια που είχα ακούσει από το ζευγά μας ότι είχε εκστομίσει ο αξιωματικός που είχε μπεί στο σπίτι μου, υβρίζοντας τον άνδρα μου και να του ζητήσω να μου δώσει την ευκαιρία να τον συναντήσω αυτόν τον αξιωματικό.

Ο κ.Περάκης άκουσε με προσοχή τα παράπονά μου και άρχισε να ψέγει με βαριούς χαρακτηρισμούς για τη συμπεριφορά του τον αξιωματικό που είχε μπει στο σπίτι μου και επέδειξε τέτοια απρεπή συμπεριφορά προς ένα απόντα ανώτατο αξιωματικό που είναι σε όλους γνωστό ότι έχει τιμηθεί στις μάχες με παράσημα και τον Πολεμικό Σταυρό. Με παρακάλεσε να μην κάμω κουβέντα γι αυτό το θέμα πουθενά και με διαβεβαίωσε ότι θα προβεί σε ό,τι χρειαζόταν για να ελεγχθεί αυτός ο αξιωματικός για την απαράδεκτη συμπεριφορά του. Στη συνέχεια με ρώτησε αν είχα δει πρόσφατα τον άντρα μου και εγώ βέβαια του απάντησα αρνητικά. Πρόσθεσα ότι θα ήθελα να ήμουνα κοντά του αλλα δε μπόρεσα, γιατί έπρεπε να έλθω στα παιδιά μου.

Μετά από αυτά μου επέτρεψαν και πήγα στο πατρικό μου σπίτι, στα παιδιά μου. Κοντά σε δικούς μου ανθρώπους είχα ηρεμήσει όταν, σε λίγες ημέρες, με επισκέφτηκε ο Μοίραρχος κ.Κουδουμάκης και μου είπε να τον ακολουθήσω στον κ.Περάκη, και αυτός μου ανακοίνωσε ότι ήμουν υπό κράτηση. Με πήγαν στο Γραφείο του κ.Κουδουμάκη. Στον επάνω όροφο, είχε ένα κρεβάτι και μου είπαν ότι θα έμενα εκεί μέχρι νεοτέρας διαταγής. Έμεινα τρείς ημέρες, αλλά όπως άκουσα να λένε ήταν πολυτέλεια μιά κρατούμενη να μένει σε Γραφείο της Διοίκησης και με μετέφεραν στο Αστυνομικό Τμήμα σε ένα δωματιάκι για κρατούμενους. Ο πατέρας μου όταν με επισκέφθηκε και είδε την άθλια κατάστασή μου, ζήτησε και του επέτρεψαν να έλθει και να μένει μαζί μου. Στο δωματιάκι αυτό έμεινα λίγες, δεν θυμάμαι πόσες, ημέρες. Ένα μεσημέρι ο Διοικητής του τμήματος υπομοίραρχος Παπαδόπουλος, άνθρωπος του Μανιαδάκη, ήλθε και μου ανακοίνωσε ότι το απόγευμα φεύγω για εξορία. Όπως τον άκουσα έτσι ξαφνικά ζαλίστηκα. Το μόνο που σκέφθηκα ήταν να ζητήσω να μου επιτρέψουν να πάω στο σπίτι του πατέρα μου, να ετοιμάσω τα απαραίτητα πράγματά μου και να χαιρετήσω τα παιδιά μου. Δυστυχώς η ελάχιστη παράκλησή μου αυτή δεν έγινε δεκτή. Ο πατέρας μου, που δεν ήθελε να με αφήσει σε κατάσταση εγκυμοσύνης να ταξιδεύω μόνη μου, αποφάσισε να με συνοδεύσει. Ήταν Πέμπτη και το απόγευμα είχε δρομολόγιο το πλοίο »Άνδρος» . Τα πλοία έριχναν άγκυρα για λίγο έξω από το μικρό Ενετικό λιμάνι και οι επιβάτες πήγαιναν με βάρκες και επιβιβάζονταν σ΄αυτά. Έπρεπε να είμαι στο λιμάνι στις πέντε και για να μην πηγαίνω πεζή ειδοποίησα το Στέφανο Αλεξανδράκη να με μεταφέρει με το αγοραίο αυτοκίνητό του από το τμήμα στο λιμάνι.

Η Αστυνομία αυτή τη φορά έκανε καλά!! τη δουλειά της. Έβαλαν ένα χωροφύλακα μέσα στο αυτοκίνητο και ένα στο φτερό. Με αντιμετώπιζαν σα μια λησταρχίνα και όλ’αυτά θα μπορούσα να τα περιμένω, όμως αυτό που συνάντησα μόλις έφθασα στο λιμάνι ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Στην παραλία είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου που περίμενε για να με χαιρετήσει και να μου εκφράσει με κάθε τρόπο τα αισθήματά του. Για τη μικρή μας πόλη ήταν πρωτόγνωρο να εκτοπίζουν μια γυναίκα, σύζυγο πολιτικού, μητέρα δύο μικρών παιδιών και σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ο γνωστός γιατρός μαιευτήρας κ.Λιράκης είχε επίσημα εκφράσει τις επιφυλάξεις του στον αρμόδιο Διοικητή της Αστυνομίας για αυτό το ταξίδι λέγοντας ότι για ό,τι ήθελε συμβεί δεν θα έφερε καμιά ευθύνη. Παρόλα αυτά, ενώ ο πατέρας μου είχε ετοιμαστεί για να με συνοδεύσει, την τελευταία στιγμή που θα μπαίναμε στη βάρκα για να πάμε στο πλοίο ήλθε διαταγή με ειδικά απεσταλμένο χωροφύλακα και του απαγόρευσαν να συνταξιδεύσει μαζί μου. Έπρεπε να μη συνοδεύομαι από κανένα, ούτε από τον πατέρα μου.

Εγώ, ενθουσιασμένη από το ξαφνικό αυτό ξέσπασμα των Ρεθυμνιωτών φίλων, κουμπάρων, συγγενών αλλά και πολλών αγνώστων μου, ένιωσα να κυριεύομαι από μια παράφορη έξαρση των ψυχικών και σωματικών μου δυνάμεων. Ήθελα να τρέξω προς όλους. Τους έβλεπα κάτωχρους να μου εύχονται με αγωνία το καταβόδιο, ενώ εγώ ψύχραιμη και χαμογελαστή ευχαριστούσα όλους και μέσα από τη βάρκα δεν έπαυσα να ανεμίζω το μαντήλι μου μέχρι που επιβιβάστηκα στο πλοίο.

Ευτυχώς αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή σοβαρό επεισόδιο, όταν ο καλός φίλος του Ανδρέα Χαράλαμπος Παπαδάκης με την παρέα του από τη Δρύμισκο είχαν κατεβεί όλοι οπλισμένοι, με σκοπό να με απαγάγουν μέσα από το λιμάνι. Ο Θεός μόνο ξέρει τί θα ακολουθούσε, αν επιχειρούσαν την εφαρμογή του σχέδιού τους αυτού. Ευτυχώς ο Χαράλαμπος είπε μυστικά για το σχέδιό τους αυτό στη μητέρα μου και εκείνη αντέδρασε αμέσως αρνητικά. Του λέει ψιθυριστά, αλλά και κοφτά: »Μη προς Θεού, μη γίνει αυτό που σχεδιάζετε… η κόρη μου είναι έγκυος». Με συνοδό ένα χωροφύλακα επιβιβάστηκα στο πλοίο και σύμφωνα με το δρομολόγιο κατευθυνθήκαμε προς τα Χανια. Από εκεί θα αναχωρούσαμε με το ίδιο πλοίο για Πειραιά και μετά με άλλο πλοίο για τη Σύρο που ήταν ο τόπος της εξορίας μου. Σύμφωνα με τη σχετική διαταγή θα παρέμενα εξόριστη τέσσερις μήνες.

Η θάλασσα ήταν μπονάτσα και το ταξίδι καλό. Είχε και το αστείο του, μια νεαρή κυρία να συνοδεύεται από ένα χωροφύλακα οπλισμένο. Ένας κύριος από το προσωπικό του πλοίου μόλις επιβιβάστηκα, με ρώτησε για ποιά θέση προορίζομαι και εγώ του απάντησα,» τί θέση μου λέτε; εξορία πηγαίνω… είναι δυνατόν να ταξιδεύσω σε θέση;» μου είπε ότι μπορώ και πλήρωσα 450 δραχμες, τη διαφορά δύο εισιτηρίων, γιατί βέβαια έπρεπε να είναι και ο χωροφύλακας δίπλα στην καμπίνα μου. Στο πλοίο η παρουσία μου έφερε μεγάλη αναστατωση. Όλοι, από τον Κυβερνήτη του πλοίου μέχρι τον τελευταίο επιβάτη ήθελαν να μάθουν ποιά είμαι, γιατί πηγαίνω με συνοδεία, πού πηγαίνω εξορία. Τρείς ώρες ταξίδι, με το χωροφύλακα οπλισμένο δίπλα μου και εγώ να απαντώ στις εύλογες απορίες τού κόσμου, ώσπου φτάσαμε στα Χανιά. Με την πρώτη βάρκα που έρχεται στο πλοίο ανεβαίνει ένας αστυνομικός, κατευθύνεται σε μάς και λέει στο συνοδό μου ότι θα κατεβούμε στα Χανιά. Εγώ το άκουσα σα μια καλή είδηση, ενώ από πλήρωμα και επιβάτες ακούγονταν φωνές »αμνηστεία…» κα Παπαδάκη.

Στο λιμάνι με περίμεναν δύο αστυνομικοί και με παρέδωσαν στον αδελφό του άνδρα μου που είχε ειδοποιηθεί και ήταν εκεί. Όπως έλεγαν, με παρέλαβε υπ’ευθύνη του. Τί είχε συμβεί; το έμαθα αργότερα: Στα Χανια Γενικός Διοικητής ήταν ο Τσολάκογλου, άνθρωπος του Μεταξά, που είχε ειδοποιηθεί από το δικηγόρο και φίλο του άνδρα μου κ Ιωάννη Αθανασιάδη και τον είχε διαβεβαιώσει ότι άν με κατέβαζαν από το πλοίο, θα φρόντιζε και ίσως έπειθε τον Ανδρέα να παρουσιαστεί και να μη με ταλαιπωρούν άδικα. Έμεινα 15 ημέρες στα Χανιά, στο σπίτι του κουνιάδου μου. Ήλθαν από το Ρέθυμνο τα παιδιά μου με την Άννα και ήταν μια ευχάριστη διακοπή της ταλαιπωρίας μου…Όμως το διάλειμμα τελείωσε. Ημέρα Τετάρτη μεσημέρι,την ώρα που βρισκόμαστε στο τραπέζι για φαγητό, ένας αστυνόμος με πολιτικά μας διέκοψε λέγοντας ότι είχε διαταγή να με οδηγήσει στο Διοικητή του Τμήματος κ Καστάνη. Τον ακολούθησα και στο δρόμο μου ανακοίνωσε ότι είχαν πληροφορίες ότι ο άνδρας μου »κινείται υπόπτως» και θα εκτοπιστώ. Με πήγαν στα Δικαστήρια, στην κάτω αριστερή πτέρυγα, σε ένα δωμάτιο κρατούμενη. Έμεινα μια βραδιά εκεί συντροφιά με την αδελφή του άνδρα μου καλόγρια Μαγδαληνή, που είχε την καλοσύνη να έλθει και να μείνει μαζί μου. Την άλλη ημέρα με επισκέφτηκαν το απόγευμα, ο Αντώνης Πλυμάκης, ο Δημήτρης Ξενάκης, ο στρατηγός Σταυριανός και ο γιατρός Παίζης.

Η ΕΞΟΡΙΑ

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας φύγαμε για Πειραιά, με αστυνομική βέβαια συνοδεία, αλλά αυτή τη φορά επέτρεψαν να με συνοδεύσει και ο εξάδελφος του άντρα μου Σήφης Παπαδάκης απο τον Καλλικράτη.

Φτάσαμε πρωί-πρωί στον Πειραιά και από γραφείο σε γραφείο κατέληξα στο Τμήμα Μεταγωγών. Εκεί, ο αξιωματικός του Τμήματος κ Παυλόπουλος με ρώτησε γιατί με πηγαίνουν εξορία και όταν του είπα τα συμβάντα μου λέει με αγανάκτηση »επειδή φυγοδικεί ο άντρας σας εκτοπίζουν εσάς;». Με περνούν από ένα στενό διάδρομο που στο βάθος ήταν μια πορτούλα με μιά τρυπούλα για να βλέπεις μέσα. Μιά ηλικιωμένη γυναίκα, με το κοτσάκι της ψηλά, μου έκανε έρευνα στην τσάντα μου και, όταν τη ρώτησα τί ζητά, μού απάντησε ότι έψαχνε, μήπως έχω κανένα μαχαίρι ή πιστόλι. Ανοίγουν λοιπόν αυτή την πορτούλα με κάτι κλειδάρες!!! τεράστιες και η πορτούλα δεν είχε μόνο μιά κλειδαριά. Με έβαλαν μέσα σ’ ένα δωμάτιο 2 επί 3, με ένα παράθυρο στο φωταγωγό και μέσα σ’αυτό το κελί υπήρχαν ήδη 4 γυναίκες. Η μία που στεκόταν ακουμπώντας στον τοίχο φορούσε ένα μπλέ ταγιέρ και με ρώτησε αν έφαγα ξύλο. Η άλλη, μιά γριά,καθόταν σε ένα ξύλινο καναπέ τυλιγμένη με μιά κουβέρτα και μιλούσε για χασίς, η άλλη είπε πως ήταν εκεί 40 μέρες γιατί ήταν κομμουνίστρια και μιά 18χρονη που όπως φαίνεται ασκούσε το αρχαιότερο επάγγελμα και βρωμούσε ολόκληρη. Οι τοίχοι και το ταβάνι είχαν μια απίθανη γαρνιτούρα από κοριούς και κουνούπια.

Βρέθηκα σε πολύ άσχημη κατάσταση. Πού να καθίσω και τί να πω; Κάθισα στη γωνιά του ξύλινου καναπέ και κάποια στιγμή το απόγευμα με πήραν τα κλάματα. Στην τρυπούλα της πόρτας εκείνη τη στιγμή ήταν η γυναικούλα του τμήματος και όταν αντιλήφθηκε το ξέσπασμά, μου μού λέει »γιατί κυρά μου κλαίτε: Εσείς θα καθίσετε μιά βραδιά και θα φύγετε. Πριν λίγο καιρό έμειναν στο ίδιο δωμάτιο 10 μέρες οι κυρίες Μουντάκη, Μάντακα, Μητσοτάκη και τόσες άλλες. Αυτό, όπως το άκουσα, μου έδωσε θάρρος και συνήλθα. Αφού εκείνες έμειναν 10 μέρες σκέφτηκα, γιατί να μη μείνω κι εγώ μία;… Ο εξάδελφός Σήφης από την άλλη, όταν είδε πού με έβαλαν ήθελε να φανεί περισσότερο χρήσιμος. Ανέβηκε στην Αθήνα να φροντίσει με κανένα γνωστό. Δυστυχώς δε βρήκε κανένα και γύρισε άπραγος. Μου έφερε όμως φαγητό, ρούχα από ένα γνωστό μας σπίτι και λόγια παρηγορητικά να κάνω υπομονή μέχρι αύριο. Τα ρούχα τί να τα κάνω; το μόνο που του ζήτησα ήταν μιά πολυθρόνα αν του ήταν εύκολο. Ο καημένος ο Σήφης έτρεξε αμέσως και μου έφερε μια, κάθισα »σαν Πασάς» και κάπως συνήλθα. Είχα πάρει κιόλας την απόφαση πως θα μείνω εκεί. Ο Σήφης έφυγε απελπισμένος και περνώντας από ένα γειτονικό καφενείο, που ο καφετζής ήταν Κρητικός συγχωριανός του και μας ήξερε πολύ καλά, του είπε όσα μας συνέβαιναν. Είχε φύγει, όταν σε λίγη ώρα πέρασε από το ίδιο καφενείο ο αστυνομικός Παντελής Κουτσουδάκης από την Αργυρούπολη που υπηρετούσε στο Τμήμα που ήμουνα κρατούμενη. Ήξερε ότι είμαστε συγγενείς, η μητέρα του ήταν εξαδέλφη του Ανδρέα, αλλά δεν είχαμε ποτέ άλλοτε ειδωθεί. Ο Παντελής έτρεξε αμέσως στο Τμήμα, και βλέποντάς με μέσα από την τρύπα της πόρτας με ρωτά: »η κυρία Παπαδάκη;… είμαι ο ανηψιός σου Κουτσιουδάκης» και χωρίς άλλη κουβέντα φέρνει τα κλειδιά και ανοίγει την πόρτα, με βγάζει έξω απο το κελί μου και με οδηγεί στο καφενεδάκι του Τμήματος. Καθίσαμε, μου πρόσφερε αναψυκτικό και ήθελε να μάθει τι μου συμβαίνει. Στο καφενεδάκι ήταν άλλος ένας, που έδειχνε σαν αστυνομικός με πολιτικά και σε λίγο ήλθε και ο αξιωματικός της ημέρας. Τελείωνε τη βάρδια του και περίμενε αυτόν που θα τον αντικαθιστούσε για τη νύχτα. Περίεργος με ρώτησε λεπτομέρειες για την περίπτωσή μου και μου είπε ότι τον εντυπωσίασε. »Σας φαίνεται ότι είσθε Κρητικιά». Μετά στρεφόμενος προς τον Παντελή λέει να ανοίξουν το διπλανό γραφείο και να μείνω εκεί. Αυτός που καθόταν στο διπλανό τραπεζάκι αντέδρασε τότε λέγοντας ότι δεν έπρεπε να γίνει αυτό και ότι θα θυμώσει αυτός που έχει το γραφείο. Νομίζω ότι παρακολουθούσε σκόπιμα όσα λέγαμε… Ο αξιωματιός του απάντησε κάπως νευριασμένος: »Τι θα πεί θα θυμώσει βρέ; Συνταγματάρχου γυναίκα είναι, δεν είναι μιά κοινή να τη βάλουμε με τις κοινές.» Και γυρίζοντας προς εμένα μου λέει: »τί να σας πω μαντάμ;… φοβούμαστε και τη σκιά μας». Τελικά έμεινα στο Γραφείο. Η συμπεριφορά των αστυνομικών απέναντί μου ήταν άψογη. Ίσως και να με πήρε λίγο ο ύπνος στην πολυθρόνα… Το πρωί ήλθε ο Παντελής και πήγαμε μαζί στο καφενεδάκι. Εκεί την περάσαμε όλη την ημέρα και μάλιστα το έμαθαν οι δικοί μου και είχα και επισκέψεις, τη θεία Ζωγράφου από την Αθήνα και το Μάριο Ψαρουδάκη από το Μαρούσι που είχαν την καλοσύνη να έλθουν να μου κάνουν παρέα. Το βραδάκι, εκτός από το Σήφη ήλθε και ο συγγενής μου επίσης Γιάννης Ζωγράφος. Έτσι στο ταξίδι μου για τη Σύρο είχα δύο συνοδούς.Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο »Ελση»και φτάσαμε στη Σύρο κατά τις 2 τα ξημερώματα Κυριακής. Έπρεπε να πάω αμέσως στη Διοίκηση, όπου κάθισα σε μιά καρέκλα μέχρι τις 9 το πρωί. Ο Διοικητής κ.Χαρμάνης περιορίστηκε να μου κάμει μερικές συστάσεις, για τη συμπεριφορά μου με τον εκεί κόσμο και τι θα έπρεπε να προσέχω. Κατόπιν με έστειλε στο Τμήμα στο οποίο μου είπαν ότι έπρεπε να δίδω το παρών δυό φορές την εβδομάδα, Τρίτη και Παρασκευή απόγευμα. Αξιωματικός του Τμήματος ήταν ένας Γαλανόπουλος που όπως αποδείχθηκε αργότερα, ήταν λεβέντης και δημοκράτης, Ήταν 7 Νοεμβρίου,αξέχαστα του 1938. Ο Γιάννης και ο Σηφης, η παρέα μου, αφού με τακτοποίησαν στο σπίτι μιάς ηλικιωμένης Συριανής αρχόντισσας, κυρία Ευγενία Σταυροπούλου τη λέγανε, αναχώρησαν από το νησί με βαριά καρδιά. Ο καιρός άρχισε να κυλά ήρεμα,απέκτησα γρήγορα γνωριμίες, είχα και συστάσεις από το Ρέθυμνο, όπως την οικογένεια του Φαρμακοποιού Μακρυδάκη, που πήγαινα τα απογεύματα και περνούσα την ώρα μου. Είχα καλή συντροφιά,αλλά πάντα έμενα με την αγωνία να μάθω νέα από την οικογένειά μου, τον Ανδρέα, τα παιδιά μου.

Ο καιρός περνούσε όπως όπως αλλά από κάποια στιγμή και μετά η μορφή μου, η μορφή της νεαρής κυρίας όπως ήμουν όταν ήλθα στο νησί, άρχισε να αλλάζει. Η φόρμα μου λόγω της εγκυμοσύνης, που βέβαια δεν ήξεραν τίποτα γιαυτό οι γύρω μου άνθρωποι, όλο και έπαιρνε μεγαλύτερες διαστάσεις. Η αιτία δεν άργησε να γίνει αντιληπτή στον περίγυρο και ο δημοκρατικός κόσμος στο νησί άρχισε να εκδηλώνει την αγανάκτησή του, που σ΄αυτή την κατάσταση ήμουν μιά πολιτική εξόριστη. Ήμουν μόλις έγκυος 4 μηνών, αλλά είχα δίδυμα και φαινόμουνα για 8. Στο Ρέθυμνο ο Μοίραρχος κ Κουδουμάκης όταν έφευγα μου είχε δώσει κρυφά ένα μπιλιέτο για τον αδελφό της γυναίκας του Λοχαγό του Στρατού που υπηρετούσε στη Σύρο, το επώνυμό του ήταν Σπαθής. Αυτός ο άνθρωπος έδειξε ενδιαφέρον και συζήτησε για το θέμα μου με τον διοικητή κ Χαρμάνη. Προβληματίστηκαν σοβαρά με το τί μπορούσαν να κάμουν. Στις 21 Νοεμβρίου ,ημέρα των εισοδίων της Παναγίας ήλθε ο κ Σπαθής στο σπίτι μου με μιά αίτηση προς τον Μανιαδάκη, να μεταφερθώ κάπου κοντά στην Αθήνα λόγω της εγκυμοσύνης μου. Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα που είναι σήμερα στο νησί. Το πλοίο περνούσε 2 φορές την εβδομάδα, Τρίτη και Παρασκευή και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης δεν υπήρχε βέβαια ούτε αεροπλάνο ούτε ελικόπτερο. Ο κ.Σπαθής με παρακάλεσε να υπογράψω την αίτηση, αλλά εγώ αρνήθηκα. Σας ευχαριστώ κ.Σπαθή για το ενδιαφέρον σας, του είπα, αλλά δεν υπογράφω αίτηση προς αυτούς που, ενώ ήξεραν την κατάστασή μου με εξόρισαν. Δεν θα παρακαλέσω αυτούς που δεν επέτρεψαν ούτε στον πατέρα μου να με συνοδεύσει. Έτσι, ο κ.Σπαθής έφυγε χωρίς αποτέλεσμα.

Ο κ.Χαρμάνης φαίνεται ότι είχε μιλήσει και με τον κ Γαλανόπουλο, γιατί την άλλη μέρα που πήγα στο Τμήμα για να δώσω το παρών περίμενε να του πώ την απόφασή μου για την αίτηση και όταν του είπα ότι δεν υπογράφω, σηκώθηκε όρθιος και μου είπε επί λέξει: »Εάν κυρία Παπαδάκη υπογράψετε αίτηση προς τον κ. Μανιαδάκη, όταν μπορέσω, θα γράψω στον άντρα σας να σας τιμωρήσει» …

Ήταν απροσδόκητο εκείνη την εποχή να ακούς ένα Μοίραρχο της χωροφυλακής να μιλά έτσι, αλλά και πολύ ευχάριστο. Μου έδωσε περισσότερο θάρρος και τον διαβεβαίωσα ότι σε καμιά περίπτωση δεν επρόκειτο να υπογράψω τέτοια δήλωση.

Στην Κρήτη τα πράγματα ήταν επίσης πολύ δύσκολα. Ο χειμώνας είχε έλθει και ο άντρας μου ήταν στα βουνά. Τα παιδιά μου, πολύ μικρά, είχαν στερηθεί τους γονείς τους. Ευτυχώς υπήρχε η φροντίδα του παππού και της γιαγιάς. Εγώ έστελνα συχνά γράμματα, μάθαιναν έτσι για μένα και είχαν τον τρόπο να ενημερώνουν αμέσως και τον Ανδρέα. Για μένα όμως δεν ήταν το ίδιο. Εγώ έπαιρνα τα γράμματα καθυστερημένα και πολύ δύσκολα, γιατί περνούσαν από λογοκρισία. Πάντως παρ,όλες τις δυσκολίες και τη λογοκρισία έλαβα δύο επιστολές από τον Ανδρέα με υπογραφή… »η αδελφή σου Ανδρονίκη», που ήταν δήθεν δασκάλα και υπηρετούσε στο χωριό!!!

Ο καιρός περνούσε αργά, ώσπου ήλθε η ποθητή ημέρα. Ήταν του Αγίου Ελευθερίου, 15 Δεκεμβρίου. Το πρωί έκαμα την προσευχή μου με κατάνυξη μοναδική και ευλάβεια. Παρακάλεσα τον Άγιο Ελευθέριο να ελευθερωθούμε και να απελευθερωθώ με το καλό. Έκαμα και τάμα: Να δώσω το όνομά Του σε ένα από τα δίδυμα παιδιά που θα γεννούσα. Η σπιτονοικοκυρά μου η κυρία Ευγενία ήταν λίγο αδιάθετη και μου είπε ότι δεν θα έβγαινε το απόγευμα μαζί μου. Εγώ αφήνοντας την στο σπίτι πήγα αργά στην κυρία Μακριδάκη. Όπως καθόμαστε το βραδάκι χτυπά δυνατά η πόρτα και ακούμε την κυρία Ευγενία τρελή από ενθουσιασμό να φωνάζει: »Πού είναι η Ευαγγελία, έχει τηλεγράφημα από τον Άνδρα της». Έκλαιγε και έτρεμε από τη συγκίνηση. Διαβάζω το τηλεγράφημα: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΘΕΙΣ ΑΦΕΘΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕ ΑΜΕΣΩΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕ ΓΙΑΝΝΗ ΕΛΘΕΙ ΠΕΙΡΑΙΑ ΠΑΡΑΛΑΒΕΙ – ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΟΥ.

Οι εκδηλώσεις χαράς και συγκίνησης ολόκληρης εκείνης της Συριανής μου παρέας δεν περιγράφονται. Κατεβαίνω αμέσως στην πλατεία για να τηλεγραφήσω στο Γιάννη και συναντώ το Διοικητή κ.Χαρμάνη και με χαρά που δεν κρύβεται του δείχνω το τηλεγράφημα. Μου είπε ότι χάρηκε πολύ και πρόσθεσε ότι πρέπει και εκείνος να ειδοποιήσει υπηρεσιακώς για να με αφήσουν να φύγω. Ετοίμασα τη βαλίτσα μου και την άλλη μέρα, Παρασκευή, κατά τα καθιερωμένα πήγα στο Τμήμα. Ο κ Γαλανόπουλος και οι χωροφύλακές του δεν έκρυβαν τη χαρά τους λέγοντάς μου λόγια συμπάθειας όπως, »κυρία Παπαδάκη πάτε στα παιδιά σας,στον άντρα σας. » Μου έδωσαν και το απαραίτητο χαρτί της απελευθέρωσής μου για να είμαι και τυπικά εντάξει και εγώ τους αποχαιρέτησα και τους ευχαρίστησα όλους. Το απόγευμα όλη η παρέα, η κυρία Ευγενία,η κυρία Μακρυδάκη, ο κύριος Λεμονάκης, ήλθαν στην παραλία και με αποχαιρέτησαν με εκδηλώσεις αγάπης. Με συνέστησαν μάλιστα στον πλοίαρχο, που μου έδωσε καμπίνα για να είμαι πιό άνετα. Ήταν το πλοίο »Ακρόπολις». Στον Πειραιά στο λιμάνι με περίμενε ο Γιάννης. Το ίδιο απόγευμα αναχώρησα για τα Χανιά.

Φτάνοντας στα Χανιά πρωί στην πρώτη βάρκα ήταν ο Ανδρέας. Η συγκίνηση αυτής της ευτυχισμένης στιγμής δεν περιγράφεται. Ύστερα από τόσο καιρό, τόση ταλαιπωρία, τόσους κινδύνους και ανασφάλεια βρισκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο. Όμως ο Ανδρέας δε μπόρεσε να μου κρύψει ένα δυσάρεστο. Έπρεπε ίσως να υπάρξει κι΄αυτό για να μετριαστεί το μέγεθος της χαράς από την ευτυχισμένη αυτή στιγμή. Μου είπε ότι ο Γιαννάκης μας ήταν πολύ άρρωστος και εκείνη τη στιγμή έβαλα στο μυαλό μου το κακό, γιατί βέβαια η έλλειψη επικοινωνίας κατά το προηγούμενο διάστημα έκανε τη σκέψη μου να τρέξει και να φαντασθεί οτιδήποτε. Η αντίδρασή μου ήταν άμεση. Έβαλα τα κλάματα και χρειάστηκε η παρέμβαση του εξαδέλφου του Ανδρέα που ήταν μαζί μας Κανάκη Μανταδάκη για να ησυχάσω. »Μην τον ακούς», μου είπε,» το παιδί είναι άρρωστο, αλλά όχι σοβαρά». Όταν φτάσαμε στο σπίτι μας, είδα τη Ζηζή μας να είναι μιά χαρά στην υγεία της, ο Γιαννάκης μας όμως ήταν πολύ αδύνατος και έμοιαζε σαν καχεκτικός. Κάτι η απουσία μας, κάτι τα εντερικά του που τον τελευταίο καιρό τον είχαν κάμει αγνώριστο.

Η ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΗΣΗ

Η οικογένεια είχε σμίξει ξανά και άρχιζε μιά καινούγια ζωή στον τόπο της, κοντά στους συγγενείς και τους φίλους της. Ο μικρός Γιάννης, με τη θαλπωρή των γονιών του και την ιδιαίτερη φροντίδα τους δεν άργησε να δείχνει καθαρά σημεία βελτίωσης και πολύ γρήγορα η υγεία του αποκαταστάθηκε. Ύστερα από μιά τόσο μεγάλη δοκιμασία η ζωή της οικογένειας έμπαινε σιγά-σιγά, στον παλιό της κανονικό ρυθμό. Σε λίγους μήνες, στις 18 Απριλίου η Ευαγγελία γέννησε φέρνοντας στον Κόσμο ένα υγιέστατο πανέμορφο ζευγαράκι διδύμων.

Οι ευτυχείς γονείς έμειναν στα Χανιά με τα 4 παιδιά τους τις πρώτες 40 μετά τον τοκετό μέρες και τέλος Μαΐου η εξαμελής οικογένεια αναχωρούσε για το κτήμα της στο Βουρβουρέ. Ήταν σαν να συνέχιζαν, στη θερινή τους κατοικία, τη ζωή που βίαια είχαν διακόψει το περασμένο φθινόπωρο. Τώρα, μετά τα όσα πέρασαν, πήγαιναν με τις καλύτερες για την εποχή προϋποθέσεις και μπορεί κανείς να εκτιμήσει πως οι προσδοκίες και τα σχέδιά τους, με τα οποία είχαν ξεκινήσει έδειχναν να παίρνουν μορφή απόλυτα ικανοποιητική… Το καλοκαίρι αυτό ήταν ίσως το ευτυχέστερο της οικογένειας ολοκληρωμένης. Οι γονείς, στο τέλος αυτής της θερινής τους διαμονής, ευχαριστημένοι γενικά και ικανοποιημένοι από τη σοδειά του καλοκαιριού, που ήταν πλούσια, τον Οκτώβρη συμμάζεψαν το σπίτι τους, αποθήκευσαν τη συγκομιδή των γεωργικών τους προιόντων και κατέβηκαν στα Χανιά για το χειμώνα. Δυστυχώς η χειμερινή αυτή περίοδος σημαδεύτηκε από ένα οδυνηρό για την οικογένεια κτύπημα. Το ένα από τα δίδυμα παιδιά τους, το κοριτσάκι, μολις 9 μηνών αρρώστησε και έχασε τη μάχη για τη ζωή. Ένα αγγελούδι έφευγε μέσ’από την αγκάλη τους.

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40 ΚΑΙ Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

Ο καινούργιος χρόνος, το πασίγνωστο 40 έβρισκε την οικογένεια ακρωτηριασμένη και βαθειά πληγωμένη να προσπαθεί να ξεπεράσει το κακό που την είχε βρεί. Τα πολιτικά πράγματα στη χώρα κάθε άλλο παρά φαίνονταν ήσυχα και στο διεθνή ορίζοντα η έναρξη ενός νέου Παγκόσμιου Πολέμου δεν ήταν πιά μιά απειλή, ήταν μιά πραγματικότητα. Η Γερμανία προχωρούσε ακάθεκτη τα επιθετικά σχέδιά της στην Ευρώπη, η δε Ιταλία, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της, είχε ξεκινήσει από τον Απρίλιο του 1939 τα δικά της, με πρώτο εμφανές βήμα την κατάληψη της γειτονικής μας Αλβανίας. Λίγο αργότερα, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους η χώρα μας αποφάσιζε να μην ανανεώσει το ελληνοϊταλικό Σύμφωνο Φιλίας, ενώ την ίδια εποχή [9 Οκτωβρίου 1939] υπογράφεται αγγλοελληνική εμπορική συμφωνία.

Το νεφέλωμα στο διεθνή ορίζοντα όλο και διευρύνεται, ενώ η πρόσφατα αδικοχτυπημένη αυτή τη φορά από το θάνατο οικογένεια Παπαδάκη προσπαθεί ακόμα να ξαναβρεί το βηματισμό της και ετοιμάζεται στο τέλος της Άνοιξης να βγεί πάλι στο εξοχικό της και να ασχοληθεί περισσότερο με τη γή και το συμμάζεμα του σπιτιού τους εν όψει των δύσκολων ημερών που ήταν φανερό πως ήταν μπροστά τους.Τα γεγονότα πριν καλά καλά αρχίσει το καλοκαίρι τρέχουν με ταχύτητα που δεν μπορεί να τα παρακολουθήσει ανθρώπου μάτι. Η Γερμανία με την έναρξη του καλοκαιριού έχει καταλάβει Βέλγιο και Ολλανδία και την ίδια εποχή [Μάϊος-Ιούνιος 1940] επιτίθεται και σε λίγες μόνο ημέρες γίνεται κυρίαρχος και της Γαλλίας.

Όλα έδειχναν πως και η χώρα μας δεν επρόκειτο να μείνει έξω από τον πολεμικό σάλο της εποχής. Ο τορπιλισμός της »Έλλης»στις 15 Αυγούστου 1940 στην Τήνο από Ιταλικό υποβρύχιο δεν ήταν πια μια απλή ένδειξη ότι οι φλόγες που είχε ανάψει ο »άξονας» στη βόρεια Ευρώπη χάϊδευαν τώρα όχι και τόσο διακριτικά τα σύνορα της χώρας μας. Δεν έμενε παρά η επικύρωση και δεν άργησε να έλθει. Στις 28 Οκτωβρίου ο Μεταξάς απορρίπτει το ιταλικό τελεσίγραφο και ο Μουσολίνι επιτίθεται κατά της χώρας μας.

Λίγες ημέρες πρίν, κατά τα μέσα του Οκτώβρη, η οικογένεια είχε γυρίσει στο σπίτι της στα Χανιά για το χειμώνα.

Λίγες ημέρες μετά ήταν αρκετές για να ακουστούν και τα πρώτα ευοίωνα πολεμικά νέα. Οι επιθέσεις των ιταλικών στρατευμάτων αναχαιτίζονταν η μία μετά την άλλη. Η ιταλική μεραρχία με το όνομα »Τζούλια »αποκόπηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι Έλληνες, εμφανίζονταν και ήταν αυτή το φορά ενωμένοι και ο Ελληνικός Στρατός επιτύγχανε μεγάλες νίκες. Ολόκληρη η χώρα γιόρταζε τα καθημερινά ευχάριστα νέα από το μέτωπο. Ονομασίες πόλεων που έπεφταν στην αγκαλιά του Ελληνικού Στρατού όπως, Κοριτσά, Αργυρόκαστρο, Χειμάρα, Κλεισσούρα ήταν στο λεξιλόγιο της καθημερινότητας. Το υψηλό φρόνημα όλων των Ελλήνων που παρακολουθούσαν την καθημερινή προέλαση και τις επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού με κομμένη την ανάσα ήταν καταφάνερο.

Στην Κρήτη, που συμμετείχε στην πρώτη γραμμή του πυρός με τους νέους της κληρωτούς και μια μεραρχία εφέδρους, το φρόνημα ήταν εξίσου υψηλό, παρά τις συχνές καθημερινές επιδρομές της Ιταλικής αεροπορίας, που μπορούσε να δρά ανενόχλητη, λόγω της ανυπαρξίας αντιαεροπορικής άμυνας στο μεγάλο νησί. Οι Κρητικές πόλεις βομβαρδίζονταν καθημερινά από τα ιταλικά αεροπλάνα που έρχονταν και άδειαζαν με την ησυχία τους τις βόμβες τους. Οι σειρήνες στις πόλεις ηχούσαν κάθε λίγο και λιγάκι. Ο τρομερός εκείνος ήχος των συναγερμών έκανε όλο εκείνο τον άμαχο κόσμο να τρέχει ξανά και ξανά στα καταφύγια. Κτίρια, εκκλησίες και σπίτια που είχαν επιβιώσει πολλών απελευθερωτικών αγώνων γκρεμίζονταν. Μεγάλες οι ζημιές στις πόλεις που οι κάτοικοί των έφευγαν ομαδικά στην ύπαιθρο. Ζητούσαν φιλοξενία στα διάφορα χωριά, που τους την παρείχαν άπλετα, για να αισθάνονται όλοι περισσότερο ασφαλείς. Ο Ανδρέας βλέποντας τον κίνδυνο έστειλε την οικογένειά του στο ορεινό χωριό της καταγωγής του Ασή Γωνιά. Σε περίοδο χειμώνα και μάλιστα ιδιαίτερα βαρύ θα ζούσαν μέσα σε μια κοινότητα γνωστών του ανθρώπων. Ο Βουρβουρές μέσα στο χιονιά δεν ήταν φυσικά κατοικήσιμος. Στις 2-11-40 ενώ η οικογένεια μεταφερόταν με αγοραίο αυτοκίνητο στην Ασή Γωνιά. Την ίδια ώρα ένα σμήνος ιταλικών αεροπλάνων βομβάρδιζε ανελέητα την όμορφη πόλη των Χανίων.

Τα Χριστούγεννα του 40 και η άφιξη του νέου έτους ήλθαν στην Κρήτη μέσα σε μιά πρωτόγνωρη για το νησί παγωνιά. Στα ορεινά ιδιάιτερα χωριά το μόνο που ζέσταινε τις καρδιές των γυναικόπαιδων και των ηλικιωμένων που είχαν μείνει στο νησί ήταν τα καλά μαντάτα.

Τα ευχάριστα νέα από τις μάχες στα παγωμένα βουνά της Αλβανίας έφταναν το ένα μετά το άλλο και διαδίδονταν αμέσως σε όλο το νησί με τις καμπάνες που ηχούσαν χαρμόσυνα…

Στις 29 Ιανουαρίου 1941 τα νέα ήταν παγερά…Πέθανε ο Μεταξάς… Ορκίζεται πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Κορυζής….Το Μάρτιο του 41 ο Μουσολίνι χάνει και την τελευταία του ελπίδα. Η πολυσυζητημένη εαρινή ιταλική επίθεση είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες. Ο Ελληνικός Στρατός πρόσθετε μια ακόμα επιτυχία στο ενεργητικό του.

Στις 6 Απριλίου 1941 η Γερμανία εξαπολύει επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.

Οι Έλληνες στρατιώτες ούτε τώρα δειλιάζουν. Τολμούν… Στα χαρακώματα των οχυρών των συνόρων αμύνονται σθεναρά,μέχρι που ρίχνουν και την τελευταία τους σφαίρα. Ο επιτιθέμενος σιδερένιος, όπως τον αποκαλούσαν λόγω του υπερσύγχρονου για τα τότε δεδομένα εξοπλισμού του στρατός, για πρώτη φορά αναγκάζεται έστω και για λίγο να ανακόψει την πορεία του.Στις 8 του Απρίλη ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτονεί και ο Βασιλιάς διορίζει πρωθυπουργό το Ρεθυμνιώτη Βενιζελικό πολιτικό Εμμανουήλ Τσουδερό. Η νέα Κυβέρνηση και ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄μέσα στον Απρίλη μεταφέρθηκε στα Χανιά και ο Συνταγματάρχης σε τιμητική διαθεσιμότητα Ανδρέας Παπαδάκης προσκλήθηκε και κατέβηκε από την Ασή Γωνιά στα Χανιά και ανέλαβε Υπηρεσία στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Η Ευαγγελία με τα τρία παιδιά τους παρέμειναν στο χωριό.

Οι Γερμανοί στις 27 Απριλίου εισέρχονται στην Αθήνα, ενώ η Ελληνική Κυβέρνηση αποφασίζει να μετακομίσει από την Κρήτη εκτός της χώρας, πρίν οι Γερμανοί εκδηλώσουν και την τελευταία τους επιχείρηση, αυτή τη φορά από αέρα, για την ολοκλήρωση της κατάληψης της Ελλάδας με την πασίγνωστη »Μάχη της Κρήτης».

Όταν οι Γερμανοι εξαπέλυαν την επίθεσή τους στην Κρήτη, η Ελληνική Κυβέρνηση ήταν ήδη αυτοεξόριστη στην Αίγυπτο και το μεγάλο νησί παρέμενε ουσιαστικά ανοχύρωτο. Το πιο αξιόμαχο κομμάτι των Κρητών, η ένδοξη 5η Μεραρχία ήταν ακόμα στο Αλβανικό μέτωπο, όπου είχε δώσει ηρωικές μάχες και είχε δρέψει νέες δάφνες, όπως η γνωστή μεγαλειώδης μάχη της Τρεμπεσίνας.

Το νησί με την απουσία της είχε παραμείνει απροστάτευτο και άοπλο. Το δικτατορικό καθεστώς είχε μεριμνήσει να συλλέξει το μεγαλύτερο μέρος του ελαφρού οπλισμού, που οι κάτοικοι παραδοσιακά διατηρούσαν πάντα στα σπίτια τους. Το Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα που είχε τυπικά αναλάβει την ευθύνη ασφάλειας του νησιού, διέθετε μιά Νεοζηλανδική Μεραρχία, τη 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία και τη 14η Βρετανική Ταξιαρχία, ενώ υπήρχαν στο νησί και 11.500 Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες με την απόφαση να αμυνθούν σθεναρά στις περιοχές Μάλεμε Χανίων, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Τα διατιθέμενα όμως μέσα ήταν ανεπαρκή και κυρίως η αεροπορική άμυνα ήταν ανύπαρκτη έως στοιχειώδης. Η Γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε την αυγή της 20ης Μαΐου 1941. Ακολούθησαν σφοδρές μάχες που κράτησαν ως τις 29 Μαίου ,οπότε οι συμμαχικές δυνάμεις πήραν εντολή από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής να συμπτυχθούν και να εκκενώσουν το νησί.Το βράδυ της 31ης Μαΐου τα συμμαχικά στρατεύματα έφευγαν από τις ακτές των Σφακίων και όσοι μαχητές δεν κατάφεραν να διαφύγουν σκαρφάλωσαν στα βουνά της Κρήτης, για να συνεχίσουν από εκεί ένα νέο αγώνα επιβίωσης και ενδεχομένως οργανωμένης αντίστασης.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ Η ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ

Μετά την αναχώρηση της Κυβέρνησης από τα Χανιά ο Ανδρέας παρέμεινε στην πόλη και όταν οι Γερμανοί έγιναν απόλυτα κυρίαρχοι του νησιού, ανηφόρισε για να συναντήσει την οικογένειά του στο Βουρβουρέ. Οι πόλεις είχαν άδειάσει από τους κατοίκους τους που είχαν σπεύσει να μετακινηθούν προς τα ορεινά χωριά για μεγαλύτερη ασφάλεια, γιατί οι Γερμανοί δεν ρίσκαραν να ανεβαίνουν στα βουνά. Εκτός όμως από τις μετακινήσεις κατοίκων του νησιού που πήγαιναν για να φιλοξενηθούν σε φιλικά ή συγγενικά τους νοικοκυριά, στα ορεινά του νησιού υπήρχε τις πρώτες μέρες μετά τη Γερμανική εισβολή μια διαρκής ανθρώπινη ροή, από και προς διάφορες κατευθύνσεις, ιδιαίτερα τη νύχτα.. Έλληνες και ξένοι, κυρίως Βρετανοί, που είχαν ξεμείνει στο νησί και έψαχναν μιά ευκαιρία, για να επιχειρήσουν την αναχώρησή τους με διάφορα έκτακτα πλωτά μέσα προς τη Μέση Ανατολή περιπλανιόνταν στα ορεινά του νησιού, χωρίς πολλές φορές να ξέρουν πού πηγαίνουν.

Ο ορεινός και απόμακρος Βουρβουρές είχε γίνει τόπος ανάκτησης δυνάμεων και ανεφοδιασμού. Κάθε μέρα περνούσαν, δύο-δύο, τρεις-τρεις, ομάδες μικρότερες ή μεγαλύτερες, σαν καραβάνια, αξιωματικοί, αεροπόροι, στρατιώτες, Έλληνες, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Άγγλοι. Εκατοντάδες άνθρωποι, ρακένδυτοι, ξυπόλητοι και πεινασμένοι σταματούσαν για λίγο να ξαποστάσουν στο εξοχικό σπίτι και η οικοδέσποινα έκανε ό,τι της ήταν δυνατόν γιά να τους προσφέρει μια μικρή έστω βοήθεια, μια φιλοξενία, να τους ανακουφίσει στη δυσκολία τους να συνεχίσουν την πορεία τους στα κακοτράχαλα βουνά των Σφακίων. Μερικούς μάλιστα που φαίνονταν ότι είχαν μεγαλύτερη ανάγκη τους κρατούσαν προσφέροντάς τους φιλοξενία για αρκετές ημέρες. Μεταξύ αυτών ήταν νεαροί Ευέλπιδες, όπως οι: Γιαννόπουλος, Λίβας, Ματζούκης, ο Ταγματάρχης Γονατάς και πολλοί άλλοι, αεροπόροι και στρατιωτικοί, Έλληνες και Βρετανοί που είχαν ξεμείνει, όπως ο Άγγλος Στρατηγός Τομ Μπάϊκετ.

Τον Ιούνιο, ο γνωστός και έμπιστος της οικογένειας Οικονομάκης οδήγησε στο σπίτι τους δύο Άγγλους Αξιωματικούς που μόλις είχαν λιποτακτήσει από μιά ομάδα αιχμαλώτων που ήταν έγκλειστοι στο χώρο των παιδικών εξοχών των Χανίων. Ήταν ο Επίατρος Dredre και ο Ανθ/γός διαχειρίσεως G. Smith Huqhes.Ο Οικονομάκης εξήγησε ότι είχε βρει τους δύο αυτούς λιποτάκτες να περιφέρονται στα βουνά, σκέφτηκε ότι κινδύνευαν στο δρόμο να τους ξανασυλλάβουν οι Γερμανοί και τους οδήγησε στο Βουρβουρέ. Ο Ανδρέας τους κράτησε και τους παρέσχε την απαραίτητη φιλοξενία, μέχρι να βρεθεί ένα πλωτό μέσο, όπως έλεγαν ότι ήθελαν, και να τους καταυοδώσει για την Αίγυπτο.

Την ίδια εκείνη εποχή που οι δύο αυτοί ξένοι παρέμεναν στο σπίτι του Ανδρέα εκείνος ήταν ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στην ύλοποίηση της απόφασής του να ιδρύσει μια πατριωτική οργάνωση που θα αναλάβαινε ένα αγώνα αντίστασης στον κατακτητή. Στις σημειώσεις του ο Ανδρέας Παπαδάκης γράφει:<<Τις μέρες αυτές που ήλθαν άυτοί οι δύο ξένοι,εγώ ασχολούμην με την ίδρυση Πατριωτικής Οργάνώσεως, που αρχίσαμε με τον Αλεβιζάκη, και ίσως ήτο η πρώτη που εσημειώθη καθ΄όλην την Ελλάδα. Είχε τα αρχικά Α.Ε.Α.Κ. [Ανωτάτη Επιτροπή Αγώνος Κρήτης] και διευθυνόταν από εξαμελή Επιτροπή αποτελουμένην απ΄ό,τι εκλεκτό σε πνεύμα, πατριωτισμό, αισθήματα και θάρρος είχε να επιδείξει η Κρήτη>>.

Η οργάνωση αυτή, που γρήγορα επεκτάθηκε σε όλη την Κρήτη, θα αποτελούσε το υπόβαθρο για το μετέπειτα έργο των συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών στην Κρήτη. Πάνω σ΄αυτή στηρίχθηκε η κατασκοπεία και συλλογή πληροφοριών στο νησί από τη Βρετανική Στρατιά στη Μ.Ανατολη. Με τον ιδρυτή της Συνταγματάρχη Ανδρέα Παπαδάκη ήλθε σε άμεση προσωπική επαφή ο πρώτος Άγγλος »εξερευνητής» που αποβιβάστηκε λαθραία στην Κρήτη, μετά την κατάληψή της από τους Γερμανούς. Ο Βρετανός Πλωτάρχης Frank Pool, που είχε αναλάβει το σοβαρό όσο και επικίνδυνο έργο της έρευνας των δυνατοτήτων οργάνωσης και του ελέγχου της αντίστασης στο νησί. Με τον άνθρωπο αυτό συνεργάστηκε στενά ο Ανδρέας και έθεσαν από κοινού τις βάσεις της οργάνωσης και προώθησης του αγώνα κατά του κατακτητή τον Αύγουστο 1941. Στο σχέδιο που προέκυψε από τη συνεργασία των δύο ανδρών στηρίχθηκε, όταν ο Πλωτάρχης Pool επέστρεψε στην Αίγυπτο, το έργο της συγκέντρωσης πληροφοριών και της κατασκοπείας της Βρετανικής Στρατιάς στη Μ. Ανατολή… Πρώτη πράξη εφαρμογής αυτού του σχεδίου ήταν ο εφοδιασμός της Οργάνωσης με ασυρμάτους τον Οκτώβρη του 1941.

Για την τότε ζωή στο Βουρβουρέ την περίοδο αυτή η Ευαγγελία θυμάται: Ήμασταν ασφαλείς. Είχαμε και μεγάλη σοδειά από πατάτες και στάρι και δεν υπήρχε φόβος τουλάχιστον να πεινάσουμε. Ο Ανδρέας όμως, όπως πάντα ανήσυχος, δεν μπορούσε να ανεχθεί το βραχνά της κατοχής από Γερμανούς και Ιταλούς. Ήταν διαρκώς σκεπτικός και προβληματισμένος με το πώς μπορεί να οργανωθεί μιά αντίσταση κατά του κατακτητή που κάθε μέρα σκότωνε κόσμο, μικρούς και μεγάλους, γυναίκες και παιδιά. Έκανε διάφορα σχέδια και συλλογισμούς και ερχόταν σε επαφή με ανθρώπους δικούς του, που τους είχε εμπιστοσύνη, έκφραζε τις σκέψεις του και άκουε τις απόψεις τους. Από τους πρώτους που ήλθε σε επικοινωνία ήταν ο γιατρός Παϊζης από τα Χανιά, ο Ανδρέας Πολέντας φοιτητής της Νομικής από τις Βρύσσες, τολμηρό παλικάρι, ο Γ. Αλεβυζάκης από την Αργυρούπολη και ο συγγενής και κουμπάρος μας Π. Πέτρακας από την Ασή Γωνιά.

Στο τέλος του Ιούλη ένας άνθρωπος της Οργάνωσης οδήγησε σε μας δύο Άγγλους που είχαν αποδράσει από τον καταυλισμό αιχμαλώτων στα Χανιά. Ήταν ο νεαρός αξιωματικός Τζακ Σμιθ Χιούζ και ο μεσήλικας Ντρετρ Επίατρος, του Βρετανικού Στρατού. Ο Χιουζ ήξερε Γαλλικά και λίγα Ελληνικά και έδειχνε ότι συνεννοούνταν πολύ καλά. Ο Ανδρέας μου ανήγγειλε αυτή την άφιξη λέγοντας με επίφαση: » Μας ήλθαν δύο Άγγλοι… Έλα να τους γνωρίσεις.» Τους είχε κρατήσει σε κάποια απόσταση από το σπίτι, κάτω από μεγάλα δένδρα, γιατί ο καιρός το επέτρεπε και για μεγαλύτερη ασφάλεια. Πήγα και τους γνώρισα. Ο Χιούζ ήταν σε άθλια κατάσταση. Φορούσε ένα παντελόνι που έπρεπε να το κρατεί διαρκώς για να μην του πέσει. Δεν είχε ούτε κουμπιά ούτε ζώνη και ήταν τόσο κοντό, που του έφτανε λίγο κάτω από το γόνατο. Ήταν πολύ ψηλός και δε θα μπόρεσαν να βρούν κατάλληλο παντελόνι για να τον βγάλουν έξω χωρίς να προκαλεί η εμφάνισή του. Μόλις τον είδα, λέω στον Ανδρέα »να του ράψω ένα παντελόνι;» και μου απάντά με ερώτηση: »πώς;» »θα ξηλώσω ένα παληό δικό σου να το έχω για στάμπα και θα κόψω ύφασμα (που υπήρχε) και ελπίζω να καταφέρω να το ράψω». Αυτό έγινε. Ήταν Σάββατο και την Κυριακή, αξέχαστα 27 Ιουλίου, του Αγίου Παντελεήμονα γινόταν στην Ασή Γωνιά μνημόσυνο 4 παλΙκαριών που είχαν σκοτωθεί στην Αλβανία και με την πρόφαση αυτή κατεβήκαμε με τη συνυφάδα μου Ιωάννα στο χωριό. Πήγαμε πρώτα στα μνημόσυνα και κατόπιν στο σπίτι του φίλου μας του Πέτρακα που η γυναίκα του είχε ραπτομηχανη. Κάθισα και γάζωσα το παντελόνι, το έραψα σε όλες του τις λεπτομέρειες και το βράδυ γυρίσαμε στο Βουρβουρέ.

Τη Δευτέρα το πρωί είχαν έλθει στο κτήμα οι Γ.Αλεβιζάκης, Α.Πολέντας, Π.Πέτρακας και την ώρα που αυτοί συζητούσαν για θέματα της Οργάνωσης εγώ έκανα τις τελευταίες λεπτομέρειες στο καινούργιο μου κατασκεύασμα. Το σιδέρωσα, του έβαλα και μιά δερμάτινη ζώνη και το πήγα στον κ. Χιούζ, που μόλις το πήρε με ευχαρίστησε πολύ και μού είπε ότι θα το κρατήσει γιά σουβενίρ, όταν με το καλό θα επιστρέψει στην Αγγλία και θα το δείχνει λέγοντας ότι αυτό το έραψε η σύζυγος ένός Έλληνα Συνταγματάρχη πάνω στο βουνό. Αυτό το αναφέρω σαν μιά λεπτομέρεια ελάχιστη της φιλοξενίας μας που δυστυχώς ύστερα από λίγο καιρό ξεχάστηκε.

Οι δύο Βρετανοί παρέμειναν φιλοξενούμενοι της οικογένειας Παπαδάκη ως τα τέλη Αυγούστου που προσήγγισε ένα Αγγλικό υποβρύχιο, για να τους παραλάβει, στις ακτές της περιοχής Πρέβελη. Ο Ανδρέας τους πήγε και τους ξεπροβόδησε ως το υποβρύχιο που τους πήρε και τους μετέφερε στην Αίγυπτο. Στο αρχικό σχέδιο ήταν να αναχωρήσει μαζί τους και ο Ανδρέας, αλλά για άγνωστους λόγους το σχέδιο τροποποιήθηκε και ο Ανδρέας παρέμεινε στην Κρήτη. Για αυτή την τροποποίηση του σχεδίου η Ευαγγελία θυμάται ότι, όταν τον Αύγουστο ήλθε ο Πούλ με υποβρύχιο από την Αίγυπτο, ειδοποίησαν αμέσως τον Ανδρέα. Εκείνος παίρνει τους Άγγλους και φεύγουν για να τον συναντήσουν. Είχαν αποφασίσει να φύγουν όλοι, μαζί με τον Πουλ, για Κάϊρο. Εγώ με τα παιδιά έπρεπε να φύγουμε από το κτήμα, γιατί δεν ξέραμε τί μπορούσε να συμβεί. Πήγαμε λοιπόν από βραδύς στην Ασή Γωνιά και πρωί πρωί πήραμε τα παιδιά εγώ, η βοηθός μου η Άννα, ο ανηψιός του Ανδρέα ο Λευτέρης Καλλιτσουνάκης που ήταν οι πιό πιστοί μας άνθρωποι, πήραμε τα γαϊδουράκια μας, βάζουμε τα παιδιά μας επάνω και ξεκινούμε για τα Αγγουσελιανά, το χωριό του πατέρα μου. Εκεί είχαν πάει νωρίτερα και η μητέρα και τα αδέλφια μου. Θα έμενα κοντά τους μέχρι να γυρίσει ο Ανδρέας. Μείναμε μόνο λίγες μέρες, γιατί εντωμεταξύ τα σχέδια άλλαξαν και ο Ανδρέας δεν έφυγε με τους Άγγλους για την Αίγυπτο. Ήταν φανερό ότι κάτι άγνωστο σε μας είχε μεσολαβήσει για την τροποποίηση των σχεδίων. Ο Ανδρέας ήλθε στα Αγγουσελιανά και μας πήρε και πήγαμε ξανά στο κτήμα μας. Ήμαστε πιά ήσυχοι. Δεν είχαμε καμιά είδηση από πουθενά.

Ο ΑΣΥΡΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΕΙΟΥ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ

Η ησυχία μας διακόπηκε τον Οκτώβριο από την άφιξη ενός αγγελιοφόρου από τη Μεσσαρά με μιά επιστολή στα χέρια από τον Χιούζ. Η χαρά μας ήταν έκδηλη που μαθαίναμε ότι ο Χιουζ ξαναγύρισε στην Κρήτη. Ο Ανδρέας μόλις διάβασε την επιστολή, ετοιμάστηκε και μαζί με τον αγγελιοφόρο Θωμά Ταμιωλάκη έφυγαν για τη Μεσσαρά. Φαίνεται πως οι εκεί καπετάνιοι άλλων αντιστασιακών οργανώσεων είχαν κάποιες πληροφορίες για την ειδοποίηση και ενεργοποίηση αυτή του Ανδρέα και φρόντισαν, άγνωστο γιατί, να δυσκολεύσουν τα πράγματα.’Ίσως και να ήθελαν να οικειοποιηθούν την άφιξη των ασυρμάτων, ίσως και να είχαν άλλα σχέδια, δεν ξέρω. Ο Άντρας μου με τον Ταμιωλάκη χρειάστηκε να τρέξουν από το ένα χωριό στο άλλο μέχρι που κατάφεραν να συναντήσουν την αποστολή στο χωριό Καμάρες στο σπίτι του Χατζογιώρη, άνθρωπου, όπως άκουσα αργότερα, του Πετρακογιώργη.

Μόλις ο Χιουζ αντίκρισε τον Ανδρέα, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του λέει σιγά στο αυτί »πάρε με μαζί σου»

Στις σημειώσεις του ο Ανδρέας αργότερα γράφει.<< πάνω στο σχέδιο που καταστρώσαμε με τον πλωτάρχη κ.Frank Pool στηρίχθηκε, άμα γύρισε στην Αίγυπτο με το ίδιο υποβρύχιο που είχε έλθει, η πρώτη αποστολή ασυρμάτων τον Οκτώβρη του 1941.

.Αυτή η αποστολή απετελείτο από τον ίδιο τον προ μικρού φιλοξενούμενό μου στο σπίτι μου Ανθ/γό κ. J.Smith Huqhes μ΄έναν υπαξιωματικό ερασιτέχνη ασυρματιστή Stock Bridge και κρατούσαν ένα ασύρματο με δύο μπαταρίες. Βγήκαν στη νότια παραλία εκεί κοντά στα σύνορα του Νομού Λασηθίου στην Αχεντριά και φιλοξενήθηκαν από τον Ταγματάρχη Μιχάλη Φιλιππάκη. Από εκεί με ειδοποίησε ο κ.Huqhes με τον λοχία Θ.Ταμιολάκη πως ξαναήλθε και πήγα να τους συναντήσω. Ύστερα από 4-5 μέρες συναντώμεθα σ ένα χωριό της Πεδιάδος Μεσσαράς, στις Καμάρες, στο σπίτι του Χατζογιώργη, με βαθειά συγκίνηση και ενθουσιασμό. Μου είπε πως πρέπει να είναι σε τακτική επαφή ο ασύρματος με το Κάϊρο, για να ξέρουν εκεί τί γίνεται εδώ στην Κρήτη, μα δεν μπορούσε να λειτουργήσει σ΄εκείνη την περιφέρεια, γιατί η λειτουργία του ήτο επικίνδυνη για τους κατοίκους της περιοχής.Φορτώσαμε τότε τα μηχανήματα και πήγαμε στο Αμάρι.>>….

Το Αμάρι είναι μία επαρχία του νομού Ρεθύμνης, ορεινή και ήσυχη. Δεν είχε ακόμη Γερμανούς. Το επισκέπτονταν μόνο με επιδρομές περιπόλων. Αλλά ούτε εκεί μπόρεσε να λειτουργήσει ο ασύρματος. Ο φιλήσυχος Αμαριώτικος κόσμος ήταν επιφυλακτικός δικαιολογημένα από τα καθημερινά γεγονότα. Αν οι Γερμανοί μάθαιναν την ύπαρξη ασυρμάτου, θα έκαιγαν χωριά και θα τουφέκιζαν τους κατοίκους τους. Η εκλογή της τοποθεσίας που θα λειτουργούσε ο ασύρματος ήταν μια δύσκολη απόφαση.

Ο Αδρέας ήξερε πως μια λύση ανάγκης με πολλά πλεονεκτήματα ήταν το σπίτι του. Η τοποθεσία ήταν κατάλληλη για τη μεταφορά και λειτουργία εκεί του ασυρμάτου. Αλλά το ρίσκο ήταν μεγάλο. Μιά τέτοια απόφαση θα έθετε σε κίνδυνο την οικογένειά του,τα τρία παιδιά του,τη γυναίκα του και όλους τους ανθρώπους που ήταν γύρω του. Έτσι ο ασύρματος μεταφερόταν από χωριό σε χωριό με μεγάλη προσοχή τη νύχτα και δεν είχε στεργιώσει πουθενά. Ήδη, αφού είχε περάσει από τα ορεινά της επαρχίας Αμαρίου βρισκόταν στην περιοχή της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου, όταν ο Ανδρέας πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα τον μεταφέρει στο σπίτι του στο Βουρβουρέ. Κάλεσε για τη μεταφορά των μημανημάτων τον έμπιστό του οδηγό αγοραίου αυτοκινήτου, που χρησιμοποιούσε από παλιά στις μετακινήσεις του στο Ρέθυμνο, το συγγενή του και γνωστό στην τότε κοινωνία του Ρεθύμνου για τον εξαίρετο αντρίκιο χαρακτήρα του Στέφανο Αλεξανδράκη. Φόρτωσαν τον ασύρματο στο αγοραίο αυτοκίνητο. Η όλη αποστολή πέρασε μέσα από τη Γερμανοκρατούμενη περιοχή του Ρεθύμνου και κατέληξε αλώβητη στο Βουρβουρέ.

Η Ευαγγελία στο σπίτι τους υποδέχθηκε με φανερή την έκπληξή της… Ηταν μεσάνυχτα όταν κτυπά η πόρτα και βλέπω τον Ανδρέα με τον Χιουζ και ένα ακόμα νεαρό Άγγλο, τον Στόκ-Μπριτζ που εμείς τον ονοματίσαμε Μιχάλη. Κρατούσαν προσεκτικά ένα βαλιτσάκι, τον ασύρματο όπως είδαμε αργότερα. Ο Χιούζ ήταν πολύ αστείος, γιατί αντί για παντελόνι φορούσε Κρητική βράκα παριστάνοντας τον Κρητικό. Τέλος πάντων αυτή η βράκα έχει και την ιστορία της που θα σας διηγηθώ αργότερα.

Ο Ανδρέας γράφει στο ημερολόγιό του:

<<Τώρα λειτουργεί αδιάκοπα το συνεργείο μας μέσα στο σπίτι. Χωρικοί φρουρούν τους δρόμους μέρα και νύχτα και κάθε εχθρική κίνηση τη μαθαίνουμε αμέσως. Εις το πλησιέστερό μας μεγάλο Γερμανικό κέντρο που έχει εχθρική δύναμη 250 – 300 άντρες υπηρετεί ως Διοικητής χωροφυλακής ένας φιλότιμος πατριώτης και θαρραλέος αγωνιστής ο Ανθ/ρχος Φασομιτάκης. Τον είχα γνωρίσει στην καταιγίδα του βομβαρδισμού των Χανίων και είχα συνδεθεί μαζί του. Εφρόντισα με τον λοχαγό Γιώργη Αλεβιζάκη, ήλθα σε συνεννόηση μαζί του και τον εξουσιοδότησα να τον μυήσει, να τον κάμει κοινωνό της οργάνωσής μας και να τον ενημερώσει για την άφιξη της Αγγλικής αποστολής. Έτσι είχαμε μέσα στη Διοίκηση ένα άγρυπνο οφθαλμό και πολύτιμο συνεργάτη.

Το Δεκέμβριο έφυγεν ο κ.Huqhes, για να εργασθεί έκτοτε εις τα γραφεία Κρητικών υποθέσεων του Γενικού Στρατηγείου στο Κάϊρο. Εμείς εζούσαμε όσο το δυνατόν περισσότερο προφυλαγμένοι από τον εχθρό, που δεν μπορούσε να φανταστεί τί του μαγειρεύαμε, αλλά ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον. Η κίνηση στο σπίτι ήτο ζωηρή και δεν μπορούσε παρά με το χρόνο να μας υποπτευόταν. Στα μέσα του Δεκεμβρίου καταφθάνει ένας χωροφύλακας που τον είχε στείλει ο Φασομιτάκης και με ειδοποίησε να απομακρύνω αμέσως την οικογένειά μου από το σπίτι και να εξαφανισθούμε όλοι, γιατί την άλλη μέρα τα ξημερώματα θα γίνει Γερμανική επιδρομή στο σπίτι. Ήταν βράδυ όταν ήρθε ο χωροφύλακας και μου είπε να φύγετε αμέσως. Αρπάξαμε τα παλτά μας, σήκωσε ο καθένας από ένα παιδί στην πλάτη μέσα από τα παλτά και ξεκινήσαμε. Τη στιγμή αυτή φθάνει ο Σμήναρχος Ανδρέας Βολάνης, τσακισμένος από την κούραση και ανίκανος πιά να βαδίσει από την εξάντληση. Πάμε Ανδρέα, του λέγω, μην κάθεσαι διόλου. Του ήλθε κεραμίδα, αλλά τι να κάνει, ακολούθησε. Τραβούσαμε για τον Καλλικράτη, μα σε λίγο νυχτωθήκαμε. Το κρύο ήταν δριμύτατο. Ένα φανάρι ανάψαμε παραπέρα, να βλέπουμε το δρόμο, γιατί κινδυνεύαμε στο σκοτάδι να γκρεμιστούμε και σκοτωθούμε με τα παιδιά στην πλάτη. Σε λίγο, τη στιγμή που περνούσαμε μια λαγκαδιά του βουνού φύσηξε αέρας δυνατός και απότομος και απέσπασε από την πλάτη μας τα παλτά και τα πέταξε στο σκοτάδι. Μαζί μ΄αυτά έσβησε και το φανάρι. Άλλοι από μάς κρατούσαμε τα παιδιά στην πλάτη εκτεθειμένα στο ψύχος που σπαρταρούσαν από τα κλάματα και άλλοι ψάχναν στο σκοτάδι για τα παλτά πού τα είχε σκορπίσει ο αέρας, ενώ άλλοι μάταια αγωνίζονταν να ανάψουν ξανά το φανάρι, που θα μας βοηθούσε με το φως του να τερματίσουμε αυτό το μαρτύριο και να συνεχίσουμε τον δρόμο μας… Με βάσανα και αγωνία μαζέψαμε τα παλτά και σκεπάσαμε τα παιδιά, έπειτα ξεκινήσαμε τρικλίζοντας στο σκοτάδι και πηγαίναμε ψηλαφητά. Μιά απόσταση όχι μεγαλύτερη από τα 1500 μέτρα χρειαστήκαμε πάνω από δύο ώρες να την διανύσουμε. Επιτέλους φτάσαμε στο χωριό, τσακισμένα ναυάγια και είναι ζήτημα αν κυκλοφορούσε πιά το αίμα μας από το κρύο. Όλοι είμεθα σαν ένα κομμάτι πάγο, με σβησμένη τη φωνή από εξάντληση και ψύξη.

Στη μέση του χωριού διασκελίζοντας έναν τοίχο γκρεμίστηκε η γυναίκα μου και μου φωνάζει πως τσακίστηκε το πόδι της. Αλλοίμονο! λέω και έσερνα τα μαλλιά μου με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσα το παιδί στην πλάτη μου. Ευτυχώς δεν ήταν σοβαρό το χτύπημα του ποδιού της και δεν εβράδυνε να συνέλθει και να προχωρήσωμε. Επί τέλους φτάσαμε και μπαίνουμε στο σπίτι του συγγενή και φίλου μας Νικολή Μανουσέλη ή Κιατίπη. Πρόθυμος ο καλός αυτός συγγενής άναψε δυνατή φωτιά και μας εθέρμανε.. Τα παιδιά κοιμήθηκαν αμέσως εξαντλημένα και εμείς φάγαμε κρέας, που μας το προσέφερε ο ευγενής χωρικός με όλη του την ευχαρίστηση. Η ώρα είχε προχωρήσει. Ήταν 2 μετά τα μεσάνυχτα. Η γυναίκα μου κοιμήθηκε και αυτή μαζί με τα παιδιά και εγώ με τον Άγγλο ασυρματιστή Stokbridge και το σμήναρχο Βολάνη, κρατώντας τον ασύρματο φύγαμε από το χωριό, με τη συνοδεία δύο ενόπλων χωρικών. Ο ένας ήταν ο ίδιος ο Νικολής Κιατίπης που μας φιλοξένησε και ο άλλος ο Μανωλης Βουγιούκαλος. Αυτοί, δυνατότεροι από μας, κρατούσαν τον ασύρματο. Μας ωδήγησαν δια μέσου χαραδρών και ενός απαισίου γκρεμνού, που μόνο αγρίμια του βουνού θα είχε ποτέ φιλοξενήσει στο σκοτεινό της χώρο. Ήταν 1 ½ περίπου ώρα μακριά από το χωριό και γύρω στιβάδες κάτασπρες χιονιού στόλιζαν την παγερή αυτή σπηλιά. Ένας γκρεμνός απότομος μπροστά από την είσοδό της αποτελούσε μιά άβυσσο μέσα στην οποία αν έπεφτε κανείς, τίποτα δε θα εύρισκε »ο παπάς να θάψει» όπως λένε οι χωρικοί μας. Μέσα στη φοβερή αυτή σπηλιά αναρριχηθήκαμε σαν ποντικοί τη σκοτεινή εκείνη ώρα της νύχτας.>> .

Ενώ ο ασύρματος με τον Ανδρέα και τους συνοδούς του προσπαθούσαν να βολεφτούν μέσα στο ψυχρό και άγριο περιβάλλον της σπηλιάς και τουλάχιστον εκεί ένοιωθαν ασφαλείς, οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν την επιδρομή τους στο σπίτι στο Βουρβουρέ. Έκαμαν την έρευνά τους, δεν πείραξαν τίποτα, έφαγαν ό,τι βρήκαν στην κουζίνα, πατάτες, τυρί και ό,τι άλλο βρήκαν, ρώτησαν το γέροντα πατέρα του καλλιεργητή ή ζευγά, όπως προτιμούσε να τον λέει η Ευαγγελία, το μόνο που βρήκαν εκεί, πού είναι οι σπιτινοικοκύρηδες, πήραν μιά γενική, αδιάφορη απάντηση και έφυγαν… Ο Ανδρέας και η παρέα του γύρισαν πίσω στο σπίτι και άρχισε πάλι να λειτουργεί ο ασύρματος όπως πριν, αλλά τώρα με μεγαλύτερη προσοχή και επαγρύπνηση των φυλάκων. Η παρέα της Ευαγγελίας από την άλλη πλευρά, αφού αναπαύτηκε στο σπίτι του Νικολή Μανουσέλη, την επόμενη ημέρα σύμφωνα με τις οδηγίες του Ανδρέα, αναχωρούσε για άλλο χωριό, στη Νότια πλευρά των Σφακίων, τη Σκαλωτή.

Πήραμε το δρόμο,τα παιδιά μου, η Άννα και ο ανηψιός μου Λευτέρης για το χωριό Σκαλωτή. Περάσαμε μέσα από ένα ατελείωτο φαράγγι, κατηφορικό, που κατεβαίναμε, κατεβαίναμε και δεν τελείωνε. Περπατούσαμε όλη την ημέρα και το βραδάκι φτάσαμε στη Σκαλωτή, στη νότια πλευρά της Κρήτης. Κατευθυνθήκαμε αμέσως στο σπίτι ενός συγγενή του Ανδρέα, Γιαννακάκης λεγόταν. Στο σπίτι αυτό περάσαμε μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου του 42. Στο διάστημα αυτό πήγα στο Βουρβουρέ αρκετές φορές, πάντα βέβαια με τα πόδια. Είχα συνηθίσει και δε με κούραζε ο ανήφορος. Η απόσταση ήταν λιγότερο από 4 ώρες. Στο Βουρβουρέ, που ήταν ο Ανδρέας με την παρέα του και τον ασύρματο, πήγαινα, τους φρόντιζα για λίγο από φαγητό και ρούχα,έμενα δύο μέρες, έπαιρνα τον κατήφορο του φαραγγιού και γύριζα πίσω στα παιδιά μου. Ο κατήφορος ήταν για μένα πιό δύσκολος. Με χτυπούσε στα πόδια και ήμουνα κάθε φορά 3 μέρες πιασμένη. Όποιος έχει ανεβεί και κατεβεί ενα τέτοιο φαράγγι μπορεί να με καταλάβει.

Το 1942 ξεκίνησε με βαρυχειμωνιά που κράτησε για πολύ. Οι διαδρομές της Ευαγγελίας Σκαλωτή-Βουρβουρές και αντίστροφα με τα πόδια ήταν μια δοκιμασία μοναδική και δεν ήταν κάτι που άφηνε αδιάφορο τον επίσης συνειδητά δοκιμαζόμενο, σ΄ένα άλλο έργο ζωής, πατριωτικό και ιερό Ανδρέα: <<Η γυναίκα μου έμπαινε σ΄ένα μεγαλύτερο χορό από εκείνους που είχε γνωρίσει στις προηγούμενες περιπέτειές της. Τώρα εξασκούνταν στη διάβαση απόκρημνων φαραγγιών και στις αγριότητες των ορέων. Είχε πόδια γερά και καρδιά δυνατή. Οκτώ φορές πέρασε πάνω και κάτω πεζή, μέσα σε 1 ½ μήνα, το φαράγγι της Σκαλωτής-Μανικά, που μόνο που το βλέπεις σε πιάνει ίλιγγος και σταματά η αναπνοή σου.Τρείς ώρες κανονικής πορείας είναι η απόσταση από το σπίτι στο Βουρβουρέ στο χωριό Σκαλωτή και η διαδρομή είναι μέσα από το φοβερό φαράγγι και τις χαράδρες του βουνού και αυτό το ταξείδι αναψυχής έκανε κάθε τέσσερις έως πέντε ημέρες. Έγινε ορειβάτης καλύτερη και από τους πιό ασκημένους ορειβάτες και αλπινιστές. Δυό μέρες πριν από την μεγάλη εκείνη χιονιά της πρωτοχρονιάς ήλθε να μας δεί. Ευτυχώς πρόλαβε και γύρισε πίσω στα παιδιά την προηγούμενη μέρα της αφίξεως της λευκής νύμφης του Βορρά. Άν την προλάβαινε ο χιονιάς στο σπίτι, θα την απέκλειε για πολλές ημέρες. Όταν πλάκωσαν τα χιόνια, το σπίτι ήταν γεμάτο από ξένους. Δυό τακτικοί Άγγλοι, ο ασυρματιστής με έναν επιλοχία τεχνίτη και τρείς ντόπιοι άνδρες της φρουράς μας. Την ίδια εποχή φιλοξενούσα και πέντε άλλους Άγγλους αεροπόρους που είχαν μιά πολύ επικίνδυνη για τη ζωή τους περιπέτεια. Πετούσαν στα βόρεια παράλια της Κρήτης, όταν το αεροπλάνο τους με πλήρωμα πέντε ανδρών έπαθε σοβαρή βλάβη και κατέπεσε στη θάλασσα. Ο θάνατος του πληρώματος θα ήταν αναπόφευκτος, αν δεν επενέβαινε η τύχη. Το αεροπλάνο αιφνίδια πήρε δύναμη,συνέχισε την πορεία του και έφθασε ως την παραλία κοντά στο Καστέλλι Κισσάμου. Το μισό αεροπλάνο βρέθηκε στά νερά της θάλασσας και το άλλο μισό στην άμμο. Το πλήρωμα σώθηκε. Οι Γερμανοί έστειλαν απόσπασμα να τους συλλάβει. Ευτυχώς είχαν προλάβει οι χωρικοί της περιοχής και αφού βοήθησαν τους διασωθέντες να καταστρέψουν το αεροπλάνο, τους οδήγησαν σε ένα χωριό, το Έλος, όπου τους περιέθαλψε ένας από τα μέλη της οργάνωσής μας, ο γιατρός Καριωτάκης. Μας ειδοποίησε σχετικά και έστειλα τον Στέλιο Μπερναδή και μου τους έφερε στο σπίτι. Έτσι βρέθηκαν κι αυτοί μαζί μας στο χιονιά>> αφηγείται ο Ανδρέας.

Επεισόδια όπως αυτό με τους Άγγλους αεροπόρους ήταν της καθημερινότητας στο Βουρβουρέ, που εκτός από κέντρο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και παροχής πληροφοριών στις συμμαχικές Δυνάμεις, εκτός από κέντρο του ανορθόδοξου πολέμου κατά του κατακτητή στην Κρήτη δεν έπαυσε να είναι και κέντρο περίθαλψης και παροχής βοήθειας σε πλήθος διερχομένων ντόπιων και ξένων… Δεν ήταν τίποτα ξεχωριστό… Ήταν ένα κομμάτι, ένα δείγμα αν θέλεις ενός υπερήφανου λαού. Γιατί ο Κρητικός Λαός, πλήν των ελαχίστων δοσίλογων που στο τέλος – τέλος ήταν γνωστοί και είχαν απομονωθεί από όλους στις μικρές κοινωνίες, ήταν πειθαρχημένος λαός και στοιχισμένος πίσω από τη γενικότερη ιδέα της αντίστασης στον κατακτητή. Δεν ήταν μόνο ο Βουρβουρές. Στην Κρήτη υπήρχαν και άλλα Κέντρα αντίστασης. Ο Λαός τα ήξερε με τις ονομασίες των γνωστών Καπετανέων τους, όμως αυτό του Ανδρέα Παπαδάκη είχε και μια παραπάνω αναγνώριση και τη σαφή αποστολή: να επικοινωνεί, να δίνει και να παίρνει πληροφορίες στο Στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων. Μπορεί κανείς να απαριθμήσει πολλές δραστηριότητες αυτού του Κέντρου στο χώρο του διεξαγόμενου ανορθόδοξου πολέμου που είχε παραπέρα στόχο να μειώσει το ηθικό των κατακτητών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των τεσσάρων Βρετανών αξιωματικών που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τα Γερμανικά στρατεύματα στη μάχη της Λιβύης το Δεκέμβριο του 1941 στην έρημο. Στη μάχη αυτή πιάστηκαν πολλοί Βρετανοί αιχμάλωτοι και οι Γερμανοί είχαν μεταφέρει μερικούς Βρετανούς αξιωματικούς στις φυλακές των Χανίων. Ο Ανδρέας ειδοποιήθηκε γι΄αυτό και έστειλε αμέσως αγγελιοφόρο στον εκπρόσωπο της Α.Ε.Α.Κ στα Χανιά γιατρό Παϊζη να διαθέσει ικανούς άνδρες της οργάνωσης να αρπάξουν πάση θυσία αυτούς τους αιχμαλώτους από τα χέρια των Γερμανών και να τους στείλουν στο Βουρβουρέ. Ήταν μι πράξη που είχε σκοπό να θίξει τους Γερμανούς την καίρια στιγμή της αίσθησης του νικητή και ισχυρότερου. Να τους δείξει πως δεν ήταν αήττητοι. Πως ο αντίπαλος μπορούσε να τους ενοχλήσει ακόμη και αυτή τήν ώρα της μεγαλύτερής τους ακμής. Τους αξιωματικούς του εχθρού τους, που είχαν συλλάβει στην αιματηρή μάχη του Τομπρούκ άρπαξαν μέσα από τα χέρια τους άνδρες μιας Κρητικής οργάνωσης, πρίν προλάβουν να τους επιβιβάσουν σε πλοίο και να τους στείλουν στη Γερμανία.Ήταν τέσσερις Βρετανοί Λοχαγοί που λίγο αργότερα φιλοξενήθηκαν στο Βουρβουρέ τις μέρες του μεγάλου χιονιά…Λίγες ημέρες αργότερα ο Ανδρέας τους απέστειλε στο Βρετανικό Στρατηγείο στην Αίγυπτο με συνοδευτικό έγγραφο στόν φίλο του Άγγλο Πλοίαρχο κ. Πουλ που παρακολουθούσε και διηύθυνε τις επιχειρήσεις στην Κρήτη. Το περιστατικό αυτό ήταν ένα από τα πολλά που οδηγούν σε σκέψεις και κριτική γύρω από τον τρόπο και την ευκολία ή μη συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών…Διερωτάται εύλογα ο σημερινός αναγνώστης των γεγονότων αυτών, πόσο αλήθεια ήταν εύκολο να επικοινωνήσουν και στα συναισθήματα δύο διαφορετικής κουλτούρας και παραδόσεων συμπολεμιστές. Τη δυσκολία αυτή στην επικοινωνίας ή τουλάχιστον κατανόησης συναισθημάτων εύκολα κανείς μπορεί να αντιληφθεί, αν προσέξει ιδιαίτερα τον τρόπο που ο Ανδρέας, ένας θερμός μεσογειακός ανώτερος αξιωματικός, ένας μπαρουτοκαπνισμένος με μύριους τρόπους στους προηγηθέντες αγώνες της χώρας του πολεμιστής εκφράζεται. Ξεπροβοδίζοντας τους τέσσερις φιλοξενούμενούς του Βρετανούς Λοχαγούς με τη γνωστή γεμάτη αυθορμητισμό ζεστή Κρητική συμπεριφορά του έστειλε και ένα προσωπικό σημείωμα στο φίλο του πλοίαρχο Πουλ με ευχές για τον καινούργιο χρόνο παρομοιάζοντας την αποστολή των απελευθερωθέντων αιχμαλώτων Βρετανών Λοχαγών με ένα πρωτοχρονιάτικο δώρο. Ο Συνταγματάρχης θεώρησε πως ήταν το πιο ακριβό δώρο που θα μπορούσε να λάβει κανείς στην Αίγυπτο από τα βουνά της Κρήτης και περίμενε να τύχει μιας ανταπόκρισης από τον παραλήπτη, έστω ένα τυπικό ευχαριστώ. Απάντηση από το συνεργάτη του στο γεμάτο αυθορμητισμό και ανθρώπινα συναισθήματα γράμμα του δεν πήρε ποτέ. Έμεινε για πάντα αναπάντητη και η απορία του: Γιατί αυτό το ζεστό γράμμα μέσα στην παγωνιά του χειμώνα πέρασε απαρατήρητο; Μήπως οι θερμές ευχές του θεωρήθηκαν σαν ένας υπαινιγμός που δεν άρεσε στον Άγγλο συνεργάτη και φίλο του; Γιατί δεν είχε την ευαισθησία να απαντήσει στο φιλικό αυτό σημείωμά του; Ο συνταγματάρχης αργότερα θα συμπεράνει απλοϊκά: »εμείς οι θερμόαιμοι λαοί όλα τα βλέπουμε με το ρωμαίικο ενθουσιασμό μας»…

Άλλη περίπτωση Βρετανού αξιωματικού που έφθασε στο Βουρβουρέ με ειδική αποστολή από το Βρετανικό Στρατηγείο Μ.Ανατολής, ήταν εκείνη ενός Λοχαγού που είχε έλθει στην Κρήτη, με το ίδιο υποβρύχιο που έφευγαν άλλοι Βρετανοί αξιωματικοί και αεροπόροι. Αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο. Το παράδοξο στην περίπτωσή του ήταν ότι συνόδευε ασυνήθιστα πολλές αποσκευεύς. Γεμάτα σακκιά, βαριά κιβώτια και τενεκέδες άγνωστου περιεχομένου, που οι άνδρες της οργάνωσης φόρτωσαν σε ζώα και με οδηγό τον Κ.Κουτελιδάκη τα μετάφεραν από τον όρμο Τσούτσουρα της νότιας παραλίας του Νομού Ηρακλείου στο Βουρβουρέ απροειδοποίητα. Η όλη συνοδεία ήταν συνηθισμένη, δεν προκάλεσε καμιά ανησυχία στους ενοίκους και οι περίεργες αποσκευεύς τοποθετήθηκαν μέσα στο σπίτι, για να προφυλαχθούν από τη βροχή. Ήταν τόσο πολλές, που κυριολεκτικά γέμισαν ένα δωμάτιο. Ο Άγγλος αξιωματικός παρουσιάστηκε στον Ανδρέα με το ψευδώνυμο Τοrel και εκείνος τον συμβούλευσε και συμφώνησαν να κυκλοφορεί καλύτερα με το όνομα Thomas. Ήταν ευγενέστατος αλλά είχε ιδιόρρυθμη και πρωτοφανή για τα Κρητικά δεδομένα συμπεριφορά. Έμεινε στο σπίτι ένα μήνα και δεν εννοούσε να λείψει ούτε μιά στιγμή, Ένα καυτό ποτήρι με τσάϊ ήθελε να είναι πάντα δίπλα του. Η τσαγιέρα διαρκώς έβραζε στη σόμπα. Το τσάϊ πάντα το έπινε χωρίς ζάχαρη και όταν πιά εξαντλήθηκε το τσάϊ και δεν υπήρχε άλλο απόθεμα στο σπίτι και στα φιλικά νοικοκυριά των γύρω χωριών, έβραζε ξερές φλούδες πορτοκαλιού και πρόσφερε άπλετα και στην παρέα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν σαμποτέρ. Τον είχε στείλει το Βρετανικό Στρατηγείο Μ.Α. με αποστολή να αναλάβει ειδικές δραστηριότητες δολιοφθοράς, όπως ανατινάξεις πλοίων ή γεφυρών, καταστροφές αποθηκών πολεμικού υλικού κλπ. Την ειδική αυτή αποστολή του την εμπιστεύτηκε λίγο μετά την άφιξή του μόνο στον Ανδρέα, στον οποίο είπε ότι το Βρετανικό Στρατηγείο τον υπολογίζει ως Αξιωματικό ενεργούς δράσεως. Ο Ανδρέας, αφού τον ευχαρίστησε ευγενικά για το κομπλιμέντο του αυτό, του ζήτησε να τον ενημερώσει λεπτομερώς για το περιεχόμενο των αποσκευών του και όταν έμαθε ότι ήταν εκρηκτικά υλικά, αναλογιζόμενος τον κίνδυνο που διέτρεχε όχι μόνο το σπίτι και οι ένοικοί του, αλλά ολόκληρη η περιοχή αν οι Γερμανοί επαναλάμβαναν την πρώτη επιδρομή τους, είπε στον Άγγλο λοχαγό ότι το επικίνδυνο αυτό φορτίο θα το μεταφέρουν σε ένα ασφαλές μέρος. ΄Αφησαν για λίγες μέρες να στεγνώσουν από τη βροχή τα συσκευασμένα εκρηκτικά και άλλα υλικά καταστροφών για να μην τα καταστρέψει η υγρασία και σιγά-σιγά, όταν δεν έβρεχε, με τη φροντίδα του Ανδρέα τα μετάφεραν οι άνδρες της οργάνωσης και τα τοποθέτησαν μέσα στη σπηλιά που τους είχε φιλοξενήσει, όταν είχαν ειδοποιηθεί για την πρώτη επιδρομή των Γερμανών στο Βουρβουρέ. Ο Λοχαγός Torel ήταν ένας τολμηρός, ένας άριστος Άγγλος αξιωματικός. Ήταν προφανώς και ένας συνηθισμένος, κανονικός, σύγχρονος για την εποχή του και πειθαρχημένος στα Αγγλικά ήθη άνθρωπος. Όσο έμεινε στην Κρήτη, δεν πήρε εντολή για κάποια δράση στο αντικείμενο της αποστολής του και έφυγε κάποτε από το νησί, χωρίς κανένα ποτέ να έχει θίξει στο παραμικρό. Στον Κρητικό περίγυρο οι συνήθειές του έκαναν εντύπωση γιατί ήταν διαφορετικές. Ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση της διαφοράς τρόπου επικοινωνίας, εκδήλωσης συναισθημάτων, στάσεως και κουλτούρας μεταξύ ενός ασυγκίνητου φλεγματικού Βρετανού τακτικού και ενός θερμόαιμου Κρητικού εθελοντή. Ο φιλότιμος Κρητικός ποτέ δε μπόρεσε να τον καταλάβει και να ανταλλάξει μαζί του, όπως θα ήθελε, τις συνηθισμένες στα χωριά της Κρήτης φιλικές, χαρούμενες, εκφράσεις και κινήσεις που ομορφαίνουν και κρατούν θερμή την ατμόσφαιρα ακόμα και στις πιό δύσκολες καταστάσεις.

Όλο αυτό το διάστημα η Ευαγγελία πηγαινοερχόταν από τη Σκαλωτή στο Βουρβουρέ και αντίστροφα και φρόντιζε πότε τα παιδιά, πότε το σύζυγο,τα πόδια της είχαν κάμει φτερά και το ηθικό της ήταν ακμαιότατο. Η αμοιβή της άμεση. Η ικανοποίηση απόλυτη. Δεν ήταν μετρήσιμη, έβγαινε μέσα από την ίδια τη δυσκολία του έργου της. Η εκτέλεση του καθήκοντος κάλυπτε κάθε είδους προσωπική ανάγκη. Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, αρκετά ικανή για να αμύνεται σε κάθε είδους απειλή στην υγεία της. Ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη, γιατί είχε τη δυνατότητα να απολαμβάνει την ελευθερία της σε μιά εποχή που το περιζήτητο αγαθό της ελευθερίας στις γειτονικές της οργανωμένες κοινωνίες είχε εκλείψει, και η ύπαρξή του διεθνώς ήταν σε κίνδυνο. Την ίδια εποχή που τα πεδινά χωριά και τα αστικά κέντρα του νησιού ένιωθαν τη μπότα του κατακτητή στο στήθος τους, η Ευαγγελία ζούσε και απολάμβανε τον καθαρό αέρα του βουνού και τη μοναδική ελευθερία που παρέχουν οι κορφές του.

Κατά τα μέσα Φεβρουαρίου οι δύο γονείς αποφάσισαν η οικογένεια να μεταφερθεί από τη Σκαλωτή σε ένα πλησιέστερο στο Βουρβουρέ χωριό, που να μπορεί και ο Ανδρέας να επισκέπτεται τα παιδιά τους. Διάλεξαν τον ορεινό Καλλικράτη. Συνεννοήθηκαν για την ημέρα της μετακόμισης και ο Ανδρέας έστειλε το συγγενή του Γιώργη Καμπουράκη με δυό ζώα να πάει στη Σκαλωτή για να τους βοηθήσει στη μεταφορά. Ο Γιώργης έφυγε πρωί-πρωί, αλλά σε λίγο τα γύρω βουνά σκεπάστηκαν από πυκνή ομίχλη και όπως δεν ήξερε και καλά το δρόμο παραπλανήθηκε μέσα στην ομιχλη και έχασε το δρόμο. Η Σκαλωτή είναι κοντά στη θάλασσα. Ο Καμπουράκης πήρε την κατηφόρα, αλλά στα μέσα της διαδρομής, σε υψόμετρο 700 μέτρα περίπου, στην τοποθεσία Μανικά πήρε λάθος κατεύθυνση. Θα΄ταν μεσημέρι και την ίδια ώρα ο Ανδρέας αποφάσιζε να κινηθεί κι αυτός να πάει μέχρι το Μανικά, για να προϋπαντήσει την οικογένειά του. Ο δρόμος είναι εξαιρετικά δύσβατος. Ένας πελώριος βράχος από τη μια μεριά και ένας φοβερός γκρεμός από την άλλη σχηματίζουν το στενό δρομάκι που οδηγεί στο φαράγγι με απότομο κατήφορο. Η κίνηση με πυκνή ομίχλη και ψιλή βροχούλα, με τη σιγή να επικρατεί απόλυτα έκαναν το τοπίο ιδαίτερα υποβλητικό. Ο Ανδρέας έμεινε εμβρόντητος όταν άκουσε τα ζάλα ζώων μέσα στην ομίχλη και σε πολύ λίγο με δυσκολία διέκρινε έκπληκτος μπρόστά του τη θαμπή φιγούρα του αγωγιάτη ξαδέλφου του Γιώργη Καμπουράκη να έρχεται προς το μέρος του, μόνος και από άλλη κατεύθυνση. <<Τρέχα>>, του λέει, <<γρήγορα στο χωριό, γιατί δε μας παίρνει η μέρα να μεταφέρομε τα παιδιά>>. Στην αρχή στάθηκε στη σκέψη να μείνει και να τους περιμένει, αλλά γρήγορα άλλαξε γνώμη. Παίρνει κι΄αυτός την κατηφόρα με τα ζικ-ζακ, τα καλντερίμια και τους βράχους, ενώ η ομίχλη όσο κατέβαινε το φαράγγι όλο και γινόταν αραιότερη. Μπροστά του απλωνόταν ένα φανταστικό ειδυλλιακό τοπίο της πεδιάδας με τη θάλασσα στο βάθος να ανεβαίνει συναντώντας χωρίς σαφή διαχωριστική γραμμή τον ουράνιο θόλο. Όμως το άγχος που διαρκώς λιγόστευε ο διαθέσιμος χρόνος με δεδομένη τη συγκυρία των αναγκών δεν άφηνε περιθώρια για απολαύσεις του είδους.

.Την ίδια ώρα η Ευαγγελία, με το νεανικό σφρίγος που τη διέκρινε και την έντονη επιθυμία να φέρει το συντομότερο τα παιδιά πιό κοντα στον άντρα και το σπιτικό της έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.

Στις 10 Φεβρουαρίου λοιπόν, όπως είχαμε συμφωνήσει με τον Ανδρέα, λίγο μετά το μεσημέρι παίρνω τα παιδιά μου, την Άννα, το Λευτέρη και το γαιδουράκι μας με τα τρία παιδιά καβάλα και ξεκινούμε με προορισμό τον Καλλικράτη. Φτάνοντας στην αρχή του φαραγγιού βλέπω τον Ανδρέα με τον ξάδελφό του το Γιώργο Καμπουράκη από τη Μαρουλού να έρχονται προς εμάς. Είχαν σκοπό να μείνουν στο χωριό και μας πρότειναν να επιστρέψουμε στο σπίτι στη Σκαλωτή, να ξεκουραστούν και να φύγουμε το πρωί της άλλης ημέρας. Τότε εγώ, με τη ζωηρή επιθυμία μου να εγκατασταθώ το γρηγορότερο στη νέα μας κατοικία, έκαμα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω ποτέ μέχρι και σήμερα στον εαυτό μου. Αδιαφορώντας για όλη την κούρασή τους και την ταλαιπωρία που θα τους προκαλούσα τους ζήτησα να γυρίσουν πίσω και όλοι μαζί πορευτήκαμε την ανηφόρα προς τον Καλλικράτη. Η περιπέτεια όλων μας από αυτή μου την παράλογη απαίτηση ήταν τρομέρή. Ήταν Φλεβάρης και η μέρα μικρή, νύχτωνε νωρίς. Εμείς στη μέση του φαραγγιού και πάνω μας τα σύνεφα πυκνά και βρεχούλιζε. Τα παιδιά πάνω στα ζώα είχαν παγώσει. Εγώ με το Λευτέρη, πιό ξεκούραστοι, τρέχαμε μπροστά για να προλάβουμε να φθάσουμε γρηγορότερα στο χωριό, να ειδοποιήσουμε τους χωριανούς να βοηθήσουν και τους άλλους που ακολουθούσαν κατάκοποι και αργοπορημένοι με τα παιδιά πάνω στα ταλαιπωρημένα ζώα που αγκομαχούσαν και με δυσκολία έσερναν τα πόδια τους στην ανηφόρα. Φθάσαμε στο χωριό τρεχάτοι και ειδοποιήσαμε τους χωριανούς που ήξεραν καλά το δρόμο να πάνε να τους φέρουν, γιατί μέσα στο σκοτάδι κινδύνευαν να χαθούν.

Η υπόλοιπη παρέα πορευόταν με αργές κινήσεις. Τα ζώα πεινασμένα και εξαντλημένα από την ολοήμερη πορεία τους σε στενά και δύσκολα μονοπάτια προχωρούσαν αργά, με δυσκολία, τρικλίζοντας. Τα παιδιά,καβάλα πάνω στα τρία ζώα, επηρεασμένα και από το όλο δύσθυμο κλίμα της παρέας τουρτούριζαν από τη βροχή και το κρύο και έκλαιγαν. Ένα ρυάκι που μάζευε το νερό της βροχής έτρεχε προς την αντίθετη κατεύθυνση της δικής τους πορείας, στο παράστρατο που ακολουθούσαν τα ζώα και έκανε το βήμα τους πιό δύσκολο… Οι δύο άνδρες με λασπωμένα τα πόδια και μουσκεμένοι από τη βροχή τραβούσαν με δυσκολία την ανηφόρα. Η κούραση από τη μια και η ομίχλη από την άλλη, με το σκοτάδι που άρχισε σιγά-σιγά να απλώνεται, έκαναν να περπατούν αργά και προσεκτικά. Ακολουθούσαν ουσιαστικά τα ζώα σε ένα μονοπάτι που δεν ήξεραν καλά και δεν ήταν βέβαιοι πού τους οδηγεί. Τα παιδιά διαρκώς εκδήλωναν έντονα τη διαμαρτυρία τους και αυτοί δεν έπαυαν να τα διαβεβαιώνουν ότι έφθαναν στον προορισμό τους και τέλειωνε η απίστευτη ταλαιπωρία τους. Διέσχιζαν ένα ξεροπόταμο την ώρα που φίλοι και γνωστοί τους από το χωριό, που είχαν στείλει η Ευαγγελία με τον Λευτέρη, τους συναντούσαν για να τους οδηγήσουν με σιγουριά στο χωριό. Η νύχτα είχε ήδη επικρατήσει στη γύρω περιοχή όταν η παρέα έφθανε στο χωριό και συνενώνονταν με τους δύο προπομπούς της στο σπίτι του ξαδέλφου τους Μανώλη Γιαννακάκη,του ίδιου που τους φιλοξένησε και στη Σκαλωτή. Η ζεστασιά κάτω από τη νέα στέγη που θα τους προστάτευε το επόμενο διάστημα συντέλεσε και στην αποχώρηση γρήγορα του άγχους και της ανασφάλειας και έφερε ξανά την ηρεμία στην παρέα. Την άλλη μέρα με το ξημέρωμα ήλθε και το γέλιο και οι χαρούμενοι ήχοι από τα παιδιά έδειχναν το τέλος μιας ακόμα ταλαιπωρίας…Η νέα τους κατοικία επέτρεπε να είναι τα παιδιά σε καθημερινή επικοινωνία με τον πατέρα τους που τους είχε λείψει και στον πατέρα να είναι κοντά στη γυναίκα και τα παιδιά του. Όλοι ένιωθαν τη ζεστασιά που χαρακτηρίζει φιλικό ένα περιβάλλον. Και ήταν πραγματικά φιλικοί στην αρχή όλοι οι άνθρωποι γύρω τους. Ήξεραν όλοι ότι δεν ήλθαν τυχαία να ζήσουν κοντά τους.

Δεν είχαν όμως όλοι τα ίδια κριτήρια για τη φιλία, ούτε βέβαια την ίδια κοινή λογική και συνέπεια. Οι γυναικούλες του χωριού και οι λιγότερο γενναίοι άρχισαν να δείχνουν φοβισμένοι από την άφιξη και διαμονή στο χωριό τους μιάς οικογένειας επικηρυγμένης από τον κατακτητή. Στις συναντήσεις τους μιλούσαν και αντάλλασσαν τις φοβίες τους ψιθυριστά και στα άτυπα »διαβούλια» τους διαμαρτύρονταν λέγοντας ότι αυτή η οικογένεια θα γίνει αιτία να κάψουν οι Γερμανοί το χωριό τους. Ευτυχώς η πλειοψηφία του χωριού έχοντας με το μέρος της και τον Πρόεδρο της Κοινότητας Γιώργη Μανουσέλη, όχι μόνο ήταν αντίθετη σε αυτή την άποψη, αλλά πολλοί επισκέπτονταν την Ευαγγελία στο σπίτι, την ενθάρρυναν και της παρείχαν καθε είδους βοήθεια και προστασία. Το σπίτι τους στο Βουρβουρέ το εγκατέλειψαν σχεδόν ολοσχερώς. Είχαν αφήσει μόνο τον καλλιεργητή να το προσέχει, γιατι είχαν πληροφορηθεί ότι η ύπαρξή τους ήταν γνωστή στους Γερμανούς, που είχαν πάρει ήδη αυστηρότερα μέτρα εναντίον τους. Η Διοίκηση Χωροφυλακής στην Αργυρούπολη είχε πάρει επανειλημμένα αυστηρές διαταγές των Γερμανών ζητώντας την κεφαλή του Αδρέα ΄΄επι πίνακι΄΄. Οι τρείς Άγγλοι Αξιωματικοί με το σαμποτέρ Λοχαγό Torel έφυγαν από το Βουρβουρέ και πήγαν στην περιοχή του Αποκόρωνα, ενώ ο Ανδρέας με τον Άγγλο ασυρματιστή Everson πήραν τον ασύρματο και εγκαταστάθηκαν στον ακατοίκητο συνοικισμό Μανικά,σε ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, το καλύτερο από τα ερείπια του εγκαταλειμμένου οικισμού. Στο ερείπιο αυτό που είχε άπλετο φωτισμό, αφού δεν του είχε μείνει παρά ένα ελάχιστο δείγμα στέγης, έβγαλε ολόκληρο το χειμώνα η τριμελής ομάδα του ασυρμάτου,ο επικηρυγμένος Ανδρέας, ο μάχιμος βρετανός υπαξιωματικός των διαβιβάσεων ασυρματιστής Everson και ο πολύτιμος βοηθός τους, βοσκός της περιοχής, φίλος του Ανδρέα και μέλος της οργάνωσης εθελοντικά προσφερθείς Νικόλας Σαμαρίτης. Γύρω τους ένας κύκλος από βοσκούς και τυροκόμους,κάτοικοι των χωριών της περιοχής ήταν έτοιμοι να τους στηρίξουν σε κάθε τους ανάγκη και να τους εφοδιάζουν με τα καθημερινά τους γαλακτοκομικά προϊόντα.

Η ΠΕΙΝΑ ΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ Ο ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥΣ

Το Μάρτιο τα τρόφιμά μας είχαν τελειώσει. Η καλοκαιρινή μας σοδειά, στάρι, πατάτες, όσπρια, όλους αυτούς τους μήνες βόλεψαν εμάς σαν οικογένεια, αλλά και τους γύρω μας, τους Εγγλέζους, που είχαμε πάντα φιλοξενούμενους στο Βουρβουρέ και όλους τους ανθρώπους της Οργάνωσης που πηγαινοέρχονταν και τις πιό πολλές φορές γευμάτιζαν κοντά μας και έπαιρναν και στο βουργιαλάκι τους ένα χαιρετισμό για τους δικούς τους ή για το δρόμο. Ήταν ο πρώτος χειμώνας της κατοχής και ήταν πολύ βαρύς. Ο κόσμος πεινούσε, γιατί δεν είχε να φάει και δεν εύρισκε τίποτα να αγοράσει. Ο Ανδρέας με το συνεργείο του ασυρμάτου ενημέρωσαν σχετικά το Στρατηγείο στο Κάϊρο και με σήμα τους ζήτησαν, μαζί με τα αναγκαία υλικά εφόδια επικοινωνίας να μας εφοδιάσουν στέλνοντάς μας και διάφορα τρόφιμα με αεροπλάνο. Έγινε η σχετική συνεννόηση, ορίστηκε ο χρόνος της αποστολής και καθορίστηκαν για την αναγνώριση τα σήματα που έπρεπε να ανταλλαγούν με φωτιές που θα άναβαν τη συγκεκριμένη βραδιά, όταν θα άκουαν τη βουή του αεροπλάνου, για να προσδιορίσει ο αεροπόρος το σημείο που θα έριχνε τα εφόδια με αλεξίπτωτα. Έγινε ακριβώς έτσι. Το αεροπλάνο ήλθε το καθορισμένο βράδυ και την ορισμένη ώρα. Ο αεροπόρος είδε το σήμα με τις φωτιές, έκαμε δυο γύρους και έριξε ό,τι φορτίο είχε να ρίξει την ώρα που ο Ανδρέας με τον Άγγλο ασυρματιστή και άλλο ένα πρόθυμο να τους βοηθήσει έμπιστο χωρικό που άκουε στο όνομα Πέτρακας παρακολουθούσαν.

Εφόδια για τον ασύρματο,τρόφιμα όπως αλεύρι, ρύζι, ζάχαρη και ρουχισμό όπως φανέλες, παπούτσια, σόλες και κουβέρτες ήταν όσα περίμεναν να έλθουν από αέρος. Άκουσαν το αεροπλάνο, έκαμαν τα σήματα και περίμεναν. Έλεγχαν τον ορίζοντα και κάποια στιγμή είδαν τα αλεξίπτωτα μέσα στο σκοτάδι. Περίμεναν και παρακολουθούσαν την προσγείωσή τους. Αρχικά θα τα συγκέντρωναν κάπου, για να τα μεταφέρουν αργότερα σε κατάλληλο χώρο. Ο Πέτρακας ακούοντας μέσα στη νύχτα το θόρυβο που έκαναν όπως έπεφταν στη γη τα αλεξίπτωτα με τα δέματα από κουβέρτες και ρουχισμό έλεγε προς τους άλλους δύο ότι αυτά δεν ήταν τα δέματα που περίμεναν αλλά ήταν Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και καλούσε επίμονα όλους να φύγουν γρήγορα γιατί ήταν σε κίνδυνο. Ο Ανδρέας με τον Άγγλο προσπάθησαν να τον μεταπείσουν λέγοντάς του ότι κάνει λάθος και του εξηγούσαν ότι είναι αλεύρι και δεν κάνει θόθυβο όπως πέφτει. Αυτός επέμενε και για να μην υπάρξει μεγαλύτερη παρεξήγηση είπαν να αφήσουν τα πράγματα όπως είναι και να πάνε να τα μαζέψουν με το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας.

Ήταν νύχτα ακόμα όταν ο Ανδρέας πέρασε από το σπίτι πηγαίνοντας στη σπηλιά που έμενε με τους Άγγλους. Με ξύπνησε και μου λέει,»σήκω,πάρε και την Άννα και το Λευτέρη και τον Καντεράκη με το άλογό του να πάτε να μαζέψετε τα πράγματα πριν ξημερώσει και να τα συγκεντρώσετε στο σπίτι της θείας μου της Δικονίμενας ». Το σπίτι αυτό ήταν κοντά μας και ήταν άδειο. Έκαμα όπως μου είπε. Σε πολύ λίγο ξεκινούσαμε όλη η παρέα. Όπως πλησιάζαμε στο γνωστό μέρος, κάτι σαν οροπέδιο, που είχαν πέσει τα πράγματα,από κάποια απόσταση είδαμε τα λευκά αλεξίπτωτα στρωμένα, άλλα πάνω στους βράχους και άλλα στο χώμα και τις πέτρες με το περιεχόμενό τους να έχει σκορπίσει εδώ κι εκεί,ενώ πολλά δέματα ήταν εντάξει. Μαζέψαμε ό,τι μπορέσαμε και τα συγκεντρώσαμε σε ένα σημείο, για να τα μεταφέρουμε αργότερα.

Την ώρα που ασχολούμαστε με τη συγκέντρωση των πραγμάτων βλέπω τον Πέτρακα να με πλησιάζει. »Εδώ είσαι κουμπάρα; Δεν φοβάσαι;» μου λέει. »Τί να φοβηθώ;» του λέω,»Τα πράγματα θα τα αφήσουμε έτσι;» και χωρίς να πεί άλλη κουβέντα έφυγε. Εμείς συγκεντρώσαμε όσα άλλα πράγματα βρήκαμε, γυρίσαμε στο σπίτι μας και ο Καντεράκης με το άλογό του τα κουβάλησε στο σπίτι της Δικονίμενας. Μετά απ’ αυτά ειδοποιήσαμε τον Ανδρέα και ήλθε με τους τρείς Άγγλους και τον Πέτρακα να τα καταγράψουν και να τα δώσουν όπου πρέπει και όσα πρέπει. Τα τρόφιμα δόθηκαν σε όσους είχαν μεγάλη ανάγκη και τα αλεξίπτωτα σε οικογένειες με πολλά παιδιά να χρησιμοποιήσουν το ύφασμα για ρουχαλάκια και εσώρουχα. Ο Πέτρακας πήρε περισσότερα γιατί είχε περισσότερα παιδιά, αλλά τα τρόφιμα που γλιτώσαμε δεν έφταναν ούτε για τα παιδιά του και τα παιδιά μου και ήταν τόσο πολλοί γύρω μας που είχαν ανάγκη να θρέψουν τα παιδιά τους. Η μοιρασιά αυτή έγινε αρχές Μαρτίου και τέλος Απριλίου δεν είχαμε ψωμί να φάμε. Όμως στα μέσα Απριλίου ήλθε το δεύτερο αεροπλάνο. Ήταν τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης προς Μεγάλη Παρασκευή. Ο αεροπόρος έκαμε λάθος και κατευθύνθηκε προς τη βόρεια παραλία της Κρήτης. Στα Δράμια, ένα χωριό κοντά στην Επισκοπή πάνω στο δρόμο προς τη Γεωργιούπολη, οι χωρικοί είχαν βγει με τα λυχναράκια τους στον κάμπο τη νύχτα, για να μαζέψουν σαλιγκάρια που βγαίνουν να βοσκήσουν στην υγρασία. Ο αεροπόρος είδε τα κινούμενα φωσάκια, τα πέρασε για σήμα και έριξε εκεί τα εφόδια που εμείς περιμέναμε στο συμφωνημένο σημείο. Οι εκεί χωρικοί μάζεψαν τα πράγματα και το μόνο που μας έδωσαν ήταν δύο μπαταρίες για τον ασύρματο και ένα μηχάνημα για να τις φορτίζουμε. Αυτά βέβαια δεν είχαν τι να τα κάμουν, θεώρησαν και επικίνδυνη την ύπαρξή τους κοντά τους και μας τα έδωσαν. Από τα τρόφιμα όμως δεν περίσσεψε τίποτα για μάς. Ο κόσμος τότε πεινούσε και ο καθένας κοίταζε πρώτα να ταΐσει τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Τα τρόφιμά μας όλο και τελείωναν, οι Άγγλοι είπαν ότι ζήτησαν να μας ανεφοδιάσουν από το Στρατηγείο, αυτοί έφυγαν για τη σπηλιά που έμεναν και ήταν μακρυά κι’ εμείς περιμέναμε το αεροπλάνο τις νύχτες μάταια… Τις τελευταίες μέρες του Απριλίου δεν είχαμε καθόλου αλεύρι. Ο Φασομυτάκης φρόντισε και μας έστειλαν από το χωριό του στη Μεσαρά αλεύρι που το είχαν κρύψει, αλλά είχε μείνει πολλή καιρό αποθηκευμένο και μύριζε μούχλα. Ψωμί δεν τρωγόταν και το κάναμε τηγανίτες.

Οι μέρες περνούσαν, ο Ανδρέας με τους Άγγλους στη σπηλιά, εμείς περιμέναμε το αεροπλάνο. Κάποια στιγμή φάνηκε το αεροπλάνο και ο Σαμαρίτης πρόλαβε, πήγε και άναψε τις συμφωνημένες φωτιές, ο αεροπόρος αναγνώρισε το σήμα και έριξε τα πράγματα και τα τρόφιμα, όμως τώρα τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Η Άνοιξη είχε φέρει τους βοσκούς και τα κοπάδια τους στα βουνά και αυτοί μόλις άκουσαν το αεροπλάνο μεσ΄τη νύχτα έτρεξαν από όλες τις κατευθύνσεις και όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Ο Ανδρέας και οι Άγγλοι ήταν μακριά, έτρεξαν κι αυτοί μόλις άκουσαν το αεροπλάνο, αλλά πού να προλάβουν; Όταν έφτασαν τα είχαν κιόλας μαζέψει οι βοσκοί.Μόνο ο Νικολής ο Σαμαρίτης κατάφερε με κίνδυνο της ζωής του να περιμαζέψει 7 αλεξίπτωτα, να πάρει 2 σακιά αλεύρι και να βρεί άθικτο ένα ραδιόφωνο που το είχε ζητήσει ο Ανδρέας και ένα μηχάνημα για τις μπαταρίες. Τα σακιά το αλεύρι και άλλα πράγματα τα έκρυψε ο Νικολής για να πάμε με το Λευτέρη να τα πάρουμε την άλλη μέρα, ενώ το ραδιόφωνο το πήρα εγώ και το πήγα στη σπηλιά που έμενε ο Ανδρέας με τους Άγγλους. Για να μπορέσω να φτάσω στο κρησφύγετό τους είχα οδηγό μου τον Περικλή Βάνδουλα, ένα από τα παλικάρια που είχαμε κοντά μας, συμπαραστάτες στις καθημερινές ποικιλόμορφες δυσκολίες μας.Τα γεγονότα όμως της άλλης ημέρας δεν ήλθαν όπως τα υπολογίζαμε. Εγώ γύρισα αργότερα με τον Ανδρέα στα παιδιά μας και ο Νικολής στα προβατάκια του. Όμως, ο Νικολής όπως βρισκότανε ήσυχος, παρέα με τα προβατάκια του στην περιοχή Μάνικα, αποστραγγισμένος από την ταλαιπωρία και ψυχολογικά επηρεασμένος από τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς έπαθε ένα είδος οφθαλμαπάτης. Δεν ξέρω, φαίνεται πως εκείνες τις μέρες μας κυνηγούσαν και οι θεοί και οι δαίμονες. Άν δεν ήξερε κανείς το Νικολή, θα μπορούσε να βάλει στο νου του ότι αυτά που έλεγε δεν ήταν πραγματικότητα… Είπε ότι είδε να έρχονται μέσα από το φαράγγι της Σκαλωτής ολόκληρος στρατός από Γερμανούς που ανέβαιναν και έπιαναν θέσεις στο οροπέδιο. Βλέποντας ένα τέτοιο ζωντανό σκηνικό με πλήρη τον έλεγχο των αισθήσεών του και βέβαιος ότι συνέβαινε αυτό στην πραγματικότητα, θεώρησε ότι έβλεπε να εξελίσσεται μπροστά του ένα Γερμανικό σχέδιο περικύκλωσής τους από Γερμανούς που έρχονταν από διάφορες κατευθύνσεις, από το φαράγγι του Πατσιανού και τα Μυριοκέφαλα, ενώ την ίδια στιγμή ο Ανδρέας με τα παιδιά ήταν στον Καλλικράτη. Ο καημένος ο Νικολής, σ΄αυτή τη δικαιολογημένα ανήσυχη κατάσταση φεύγει τρέχοντας και φθάνει έξαλλος, βράδυ στο σπίτι, την ώρα που τρώγαμε. Ο Ανδρέας ανησύχησε μόλις τον είδε και τον πήρε ιδιαιτέρως να μάθει τι είχε συμβεί. Αλλά, παρά τα όσα σοβαρά άκουσε δεν έδειξε να αλλάζει καθόλου το ήρεμο ύφος του, κάλεσε τον επισκέπτη μας στο τραπέζι, περίμενε να τελειώσει το φαγητό του και τότε λέει: »Γερμανοί στου Μανικά…Πρέπει να φύγουμε αμέσως » και δίνει οδηγίες στο Λευτέρη και την Άννα να πάρουν τα παιδιά και να τα »σκορπίσουν» κάθε ένα και σε άλλο σπίτι. Η Ζιζή με το Γιαννάκη που καταλάβαιναν την αιφνίδια αλλαγή της ατμόσφαιρας έτρεμαν από το φόβο τους και εμείς προσπαθούσαμε να τα πείσουμε πως δε συνέβαινε τίποτα το σοβαρό και ότι αύριο η μαμά θα είναι κοντά τους. Ο Λευτεράκης ήταν πολύ μικρός για να καταλάβει κάτι από τα συμβαίνοντα. Η νύχτα αυτή ήταν τρομερή. Ο Νικολής προχωρούσε μπροστά με το όπλο και το δάκτυλο στη σκανδάλη, φορούσε παπούτσια λάστιχα και ο βηματισμός του δεν ακουγότανε. Εμείς ακολουθούσαμε προσεκτικά, με κομμένη την ανάσα σε μικρή απόσταση. Η βραδιά ήταν ήσυχη και έπρεπε να προσέχουμε όπως κινούμαστε, χωρίς να γίνει αντιληπτή η ύπαρξή μας. Το πιό κρίσιμο τμήμα της διαδρομής ήταν το πέρασμα μπροστά από την είσοδο του φαραγγιού. Αφού το περάσαμε και απομακρυνθήκαμε αρκετά από την επικίνδυνη περιοχή, ο Νικολής κάθισε πάνω σ’ ένα βράχο να μας περιμένει και μόλις ήλθαμε κοντά του το μόνο που μας είπε ήταν »δεν άκουσα τίποτα». Προχωρήσαμε και φτάσαμε στην σπηλιά. Εκεί ήταν ο ασυρματιστής, ο Μιχάλης. Του είπαμε τι είχε συμβεί, ενώ ο Νικολής πάντα ήταν βέβαιος και δε σταματούσε να μας διαβεβαιώνει πως είχε δεί τους Γερμανούς.

Τί όμως πράγματι είχε συμβεί; Είναι βέβαιο πως ο Σαμαρίτης δεν είχε δεί κανένα όραμα. Είχε περάσει μιά μεγάλη δοκιμασία. Στην αρχή, μόνος άναβε φωτιές για να δώσει σήμα στο αεροπλάνο. Κατόπιν προσπαθούσε να μαζέψει όσα περισσότερα μπόρεσε από αυτά που έρριξε με αλεξίπτωτα το αεροπλάνο και δεν είχαν προφτάσει να αρπάξουν άλλοι. Όταν αυτός έδινε το σήμα με τις φωτιές, το αεροπλάνο πετούσε αρκετή ώρα γύρω από την περιοχή. Οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά παρακολουθούσαν την πορεία του αεροπλάνου μέσα στη νύχτα, διέκριναν τα αλεξίπτωτα στο φεγγάρι και έτρεξαν προς την κατεύθυνση που έπεφταν τα αλεξίπτωτα. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά μάζευαν ό,τι εύρισκε ο καθένας.

Το πιθανότερο είναι ότι τη νύχτα εκείνη και οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν τις φωταψίες στα βουνά που ήταν αρκετά εκτεταμένες και ασφαλώς άκουσαν και το βούισμα του περιφερόμενου αεροπλάνου. Ίσως αυτή να ήταν η αφορμή να στείλουν αποσπάσματα από την Αργυρούπολη προς διάφορες κατευθύνσεις. Τα αποσπάσματα αυτά συνάντησαν χωρικοί από τα Μυριοκέφαλα, που μόλις τα αντιλήφτηκαν αιφνιδιάστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Οι Γερμανοί έβαλαν εναντίον τους με πολυβόλα και λέγεται ότι από τις ριπές των γερμανικών όπλων σκοτώθηκε τότε ο άτυχος Νικολής Λελεδάκης. Οπωσδήποτε κινήσεις Γερμανικών αποσπασμάτων υπήρξαν στην περιοχή, όμως δεν αποκλείεται και η περίπτωση ο Σαμαρίτης να έζησε μια υπερβολή, να υπήρξε θύμα οφθαλμαπάτης. Γιατί με την κόπωση και τη φόρτιση των πρόσφατων βιωμάτων του,επηρεασμένος και από τα παραμύθια και τις δεισιδαιμονίες που η διάδοσή τους ανθούσε εκείνη την εποχή, μπορεί ο άνθρωπος να βρέθηκε μέσα σε μιά ψυχοσωματική κατάσταση σύγχυσης. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η αναστάτωση είτε βάσιμα δικαιολογημένη είτε όχι ήταν αναπόφευκτη.

Η παρέα, με το Νικολή να προηγείται, βέβαιος πάντα ότι όσα είχε δεί με τα μάτια του δεν ήταν ένα όραμα και το ζεύγος Παπαδάκη να ακολουθεί σε μικρή απόσταση ασφαλείας τραβούσε σε λίγο την ανηφόρα,ενώ επικρατούσε απόλυτη ησυχία στον ορίζοντα. Όταν βρέθηκαν μέσα σε μιά χαράδρα και ένοιωσαν περισσότερο ασφαλείς, ξάπλωσαν πάνω σε ξερόκλαδα για να ξαποστάσουν και να περιμένουν το Λευτέρη που όπως είχαν συνεννοηθεί θα ερχόταν κι αυτός στη σπηλιά αφού πρώτα τακτοποιούσε τα παιδιά σύμφωνα με τις οδηγίες του Ανδρέα. Όταν έφθασε και ο Λευτέρης, συνέχισαν την πορεία τους που από δω και πέρα ήταν σαν να σκαρφάλωναν πάνω στα τεράστια απόκρημνα βράχια. Ευτυχώς η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη και έβλεπαν πού να στηριχτούν.

Προχωρήσαμε, περάσαμε μέσα από ένα μικρό δάσος, αναρριχηθήκαμε στα βράχια και φτάσαμε στη σπηλιά. Εκεί ήταν ο ασυρματιστής. Ο Μιχάλης. Του είπαμε τι είχε συμβεί και ύστερα από την τόση ταλαιπωρία και την αγωνία μας, πέσαμε ξεροί για ύπνο όλοι μέσα σ’αυτή την άγρια σπηλια. Πρίν φύγουμε από το χωριό, δεν παραλείψαμε να ενημερώσουμε τους συγχωριανούς και να τους τονίσουμε να είναι προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο. Το πρωί φύγαμε με το Λευτέρη, εγώ με κατεύθυνση το χωριό για να πάω στα παιδιά μου, που ο Λευτέρης τα είχε αφήσει σε διάφορα σπίτια όπως του είχαμε υποδείξει και αυτός κατευθύνθηκε στο μέρος που είχε κρύψει το αλεύρι ο Νικόλας το προηγούμενο βράδυ. Περίμενα με λαχτάρα αυτό το αλεύρι, να ζυμώσει η Άννα, να αφήσουμε ψωμί για τους άλλους στο σπίτι και εμείς να πάρουμε μαζί μας όσο μας ήταν απαραίτητο.

Την άλλη μέρα θα αναχωρούσαμε και από τον Καλλικράτη. Η παρουσία μας εκεί, μιάς οικογένειας αποκηρυγμένης και καταζητούμενης από τους κατακτητές, έβαζε σε κίνδυνο ολόκληρο το χωριό και έπρεπε να μετακινηθούμε το γρηγορότερο.

Ο Λευτέρης κινήθηκε προσεκτικά προς το σημείο που του είχε πει ο Νικόλας ότι είχε κρύψει τα πράγματα. Έλεγξε κάθε τόσο εξονυχιστικά την περιοχή με τα κιάλια από τίς γύρω κορυφές των υψωμάτων, για να βεβαιωθεί πριν πλησιάσει περισσότερο ότι δεν υπήρχαν Γερμανοί στην περιοχή. Δεν διέκρινε καμιά άλλη κίνηση εκτός από γυναίκες που μάζευαν χόρτα. Πλησίασε στο σημείο που έπρεπε να υπάρχουν τα πράγματα αλλά υπήρχαν μόνο τα κλαδιά που τα είχε σκεπάσει ο Νικόλας.Το αλεύρι και ό,τι άλλο ήταν εκεί, πριν λίγη ώρα είχε κάμει φτερά. Ο Λευτέρης στράφηκε προς τη γυναίκα που μάζευε χόρτα και τη ρώτησε αν ήξερε τί είχαν γίνει τα πράγματα και εκείνη με όρκους φρικτούς για τα επτά παιδιά της έλεγε πως δεν ήξερε τίποτα. Απευθύνθηκε και στην άλλη γνωστή του γυναίκα και τότε και οι δύο από κοινού άρχισαν να ορκίζονται, να υβρίζουν και να αποποιούνται κάθε είδους σχέση με την εξαφάνιση των πραγμάτων. Ο Λευτέρης αφού κατάλαβε πως δε γινόταν τίποτα, ήλθε στο σπίτι.Ήταν κοντά 12 μεσάνυχτα. Τον ακούω και σηκώνομαι από το κρεβάτι. »Θεία, μου λέει με παράπονο,τα πράματα τα πήραν η Καντηράκενα με τη Γιαννακάκενα». Μέναμε τότε στο σπίτι του Γαρουφαλή, στο κατω χωριό, ενώ τα σπίτια των γνωστών και μακρινών συγγενισσών μας γυναικών, αυτών που μάζευαν τα χόρτα, ήταν στο πάνω χωριό. Με τα λόγια αυτά του Λευτέρη σηκώνομαι σαν άγριο θηρίο και του λέω »Λευτέρη, ξέρω πως είσαι κουρασμένος, ξέρω πως πεινάς αλλά θα πάμε να τους τα πάρουμε». Στο τραπέζι βρισκότανε λίγες τηγανίτες στο πιάτο, ο Λευτέρης γρήγορα-γρήγορα τις έφαγε και μου λέει ο καημένος. »Θεία δεν θα κάμωμε τίποτα, αλλά αφού επιμένεις…”Φεύγουμε αμέσως μεσ΄στα άγρια μεσάνυχτα, το σκοτάδι πυκνό σε έναν άγριο τόπο, περνούσαμε ένα ξεροπόταμο που φοβάσαι να περάσεις και την ημέρα, αλλα δε φοβήθηκα καθόλου, δε με σταματούσε τίποτα μπροστά στο ψωμί των παιδιών μου που έβλεπα ότι μας το είχαν στερήσει με δόλιο τρόπο. Βέβαια και αυτοί και τα δικά τους παιδιά πεινούσαν, όμως ένοιωθα έντονα την υποχρέωση να αμυνθώ στην πονηριά και το άδικο. Να διεκδικήσω το δίκιο των παιδιών μου. Φτάσαμε στο σπίτι του Καντηράκη και δεν ήταν κανείς εκεί. Ήταν προφανές πως δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Τρέχω στο σπίτι του Γιαννακάκη που ήταν κοντά,χτυπώ την πορτα,κοιμόταν ο κακομοίρης ο Γιαννακάκης, τον ξυπνώ και του λέω, » ξάδελφε,πού είναι η ξαδέλφη;” μου απαντά »στα χόρτα”.»Μεσάνυχτα πάνε στα χόρτα;” »Ποιά είσαι;” με ρωτά και του απαντώ »η ξαδέλφη σου η Παπαδάκενα και πήγαν να πάρουν το ψωμί των παιδιών μου”. Δε λέω τίποτε άλλο και ανεβαίνω πάλι στο σπίτι της Καντηράκενας. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή καταφτάνουν η Καντηράκενα με την παρέα της που βέβαια δεν περίμεναν να με δουν τέτοια ώρα εκεί και έμειναν άφωνοι. Τους είπα »πήρατε το ψωμί των παιδιών μου;” και ακολούθησε ένας έντονος διάλογος, που κόπηκε με την άφιξη εντωμεταξύ του πιό λογικού Γιαννακάκη, που μου λέει »ξαδέλφη εμείς και σήμερα πεινούμε και αύριο θα πεινούμε πάρε το αλεύρι να το πας στα παιδιά σου». Οι διαφωνίες και οι κραυγές από τις άλλες γυναίκες συνεχίστηκαν, μέχρι που καταλήξαμε να μοιραστούμε το αλεύρι. Πήραμε ένα σάκκο κάπου 10 οκάδες, το σήκωσε ο Λευτέρης στον ώμο και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Λίγες ώρες αργότερα, πριν ξημερώσει, έπρεπε να εγκαταλείψουμε το σπίτι αυτό. Είχαμε συνεννοηθεί με τον Καντηράκη να έλθει με το μουλάρι του… Ο Καντηράκης ήταν αγωγιάτης. Έκανε μεταφορές με το μουλάρι του και από τη δουλειά του αυτή ανάτρεφε επτά παιδιά. Η γυναίκα του αγωνιζόταν κι αυτή πάντα στο πλάϊ του και συντηρούσαν ακόμα μια απροστάτευτη αδελφή του και μιά μητέρα του ζεύγους γύρω στα 100. Η βοήθειά του μας ήταν απαραίτητη για τη μετακίνησή μας στη νέα μας κατοικία στις Αλώνες, ένα μικρό απόμακρο χωριό δύσκολα προσβάσιμο στους Γερμανούς, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατοίκους.Εκεί θα μας φιλοξενούσε ο σύντεκνός μας ο Παπα-Γιάννης και όλοι οι κάτοικοι του μικρού αυτού χωριού ήταν φίλοι μας .Ο Καντηράκης δεν ήλθε στην ώρα που είχαμε συμφωνήσει και έστειλα την Άννα να δει γιατί αργεί. Η Άννα γύρισε λίγο αργότερα κλαίγοντας και μου είπε ότι της επιτέθηκε όλη η πάνω γειτονιά λέγοντάς της ότι εμείς έχομε αποθήκες με τρόφιμα ενώ αυτοί πεινούν και να φύγουμε, γιατί όσο μένουμε θα τους κάψουν οι Γερμανοί και άλλες τέτοιες εκφράσεις που έδειχναν την ανησυχία τους από την παρουσία μας για την ασφάλεια του χωριού τους… Εγώ τί έπρεπε να καμω; Είχα βρεθεί σε απόγνωση.Τα παιδιά τα είχαμε ξυπνήσει νύχτα και τα είχαμε ετοιμάσει προς αναχώρηση, γιατί με είχε διαβεβαιώσει ο Καντηράκης ότι θα ερχόταν νύχτα για να μη γίνει αντιληπτή η αναχώρησή μας στο χωριό. Ένιωθα ότι έπρεπε κάτι να κάμω και χωρίς χρονοτριβή. Παίρνω το μπαστουνάκι μου συντροφιά και φεύγω. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Τρέχω να πάω στη σπηλιά να τα πω στον Ανδρέα. Ανεβαίνοντας το βουνό βλέπω στο απέναντι ύψωμα το Νικολή να κατεβαίνει. Πλησιάζει, σταματά και έκανε το σταυρό του.Νόμιζε ότι έβλεπε φάντασμα. Του είπα γρήγορα τι είχε συμβεί και εκείνος με έπεισε να γυρίσω πίσω και να μη μάθει τίποτα ο Ανδρέας.»Τον φτάνουν οι στενοχώριες του”. Με διαβεβαίωσε ότι εκείνος θα φροντίσει να βρεθεί ένα ζώο για να μεταφερθούμε στις Αλώνες και γύρισα στο σπίτι.Κατά το μεσημέρι βλέπομε το Νικολή να έρχεται με ένα γαϊδουράκι. Γελώντας μου είπε ότι μίλησε και με τους ανθρώπους στο πάνω χωρίο,τους μοίρασε και το ύφασμα από ένα αλεξίπτωτο και του εξήγησαν ότι το περασμένο βράδυ μόλις με είδαν τάχασαν και δεν ήξεραν τί να πουν. Ήθελαν εν πάση περιπτώσει να δικαιολογηθούν και μάλιστα του έδωσαν πίσω ό,τι είχαν πάρει,εκτός βέβαια από το αλεύρι που το είχαν κιόλας βάλει στη σκάφη τους, να ζυμώσουν και να μοιραστούν το ψωμί. Ποιός ξέρει κι αυτοί οι έρμοι πόσο καιρό είχαν να φάνε ψωμί…

Είμαστε κιόλας έτοιμοι, φορτώσαμε το λίγο αλεύρι και τα ελάχιστα ρούχα μας, βάλαμε και τα παιδιά καβάλα στο γαϊδουράκι και φύγαμε με κατεύθυνση το βουνό Φρυγάνα. Πήραμε μαζί μας και την κατσίκα μας, που έσωσε τα παιδιά με το γάλα της. Η κόρη μου, η μικρή μας Ζιζή είχε ένα ατύχημα το προηγούμενο πρωί. Ο Λευτέρης είχε πάει να αρμέξει την κατσίκα,έτρεξαν και τα παιδιά κοντά του και όπως έβγαιναν από το σπίτι η Ζιζή γλυστρά και πέφτει και χτυπά σε μιά τσουχτερή πέτρα στο αριστερό μάτι, πάνω από το φρύδι. Το αίμα έτρεχε ποτάμι και εγώ πήρα μεγάλη λαχτάρα μέχρι να το πλύνω με οινόπνευμα και να δώ ότι το μάτι της δεν είχε πάθει τίποτα. Ευτυχώς υπήρχαν τα απαραίτητα για τις πρώτες βοήθειες,της το έδεσα με γάζα και ηρέμησε. Όταν πήραμε την ανηφόρα για το βουνό το μάτι της Ζιζής άρχισε να πρίζεται και είχε κλείσει. Ήταν συννεφιά και πάνω στο βουνό άρχισε να ρίχνει ψηλή βροχούλα. Κάποια στιγμή, ενώ είχαμε φτάσει πολύ ψηλά και το κρύο ήταν τσουχτερό ακούω τη φωνή της κόρης μου χαρούμενη να μου φωνάζει, »μαμά το μάτι μου άνοιξε”.

ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ

Τα τελευταία συμβάντα έκαμαν την Ευαγγελία να μη φεύγει με τις καλύτερες αναμνήσεις από τον Καλλικράτη παρόλο που τη φιλοξένησε και στάθηκε κοντά της σε μιά δύσκολη εποχή. Συγγενείς και φίλοι του άντρα της και ο πρόεδρος της Κοινότητας στάθηκαν πιστοί υπερασπιστές της και έτοιμοι να τη συνδράμουν στις πολλές και ποικίλες ανάγκες της… Ήταν μεσημέρι της 5ης Μαίου του 1942 όταν η οικογένεια άφηνε το ορεινό αυτό χωριό που ήταν στην ακμή του εκείνα τα χρόνια και πήγαινε να εγκατασταθεί σε ένα άλλο ορεινό επίσης αλλά πιό απόμακρο και ερημικό χωριό, τις μακρινές Αλώνες. Οδηγό τους στην πορεία πάνω στα βουνά, μέσα από ένα στενό και τραχύ μονοπάτι είχαν το συγγενή τους Σήφη Αλeβιζάκη που τον είχε στείλει ο Ανδρέας να τους συναντήσει και να βοηθήσει στη μεταφορά… Η απόσταση ήταν μεγάλη και η διαδρομή ορεινά δύσβατα μονοπάτια…Περπατούσαν σε υψόμετρο πάνω από τα 1000 μέτρα… Πριν ακόμα βραδιάσει έπεσε ομίχλη και άρχισε να ρίχνει ψιλή βροχή. Έπρεπε κάπου να βρούν μιά σκεπή να βάλουν το κεφάλι τους και αφού δεν υπήρχε στην περιοχή ούτε σπηλιά ούτε δένδρο, κάπως λοξοδρόμησαν και κατευθύνθηκαν σε ένα τυροκομείο της περιοχής Μυριοκεφάλων, τη Φρυγάνα. Εκεί τους υποδέχτηκαν με χαρά ο Μιχάλης Μανούσακας, ο Ανδρέας Λελεδάκης και ο Γιάννης Λελεδάκης, βοσκοί που πολλές φορές είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες και προϊόντα τους στον Ανδρέα και την οργάνωσή του. Είχαν έτοιμη τη φωτιά του τυρομομείου να ζεσταθούν και να στεγνώσουν τα παιδιά.Τους πρόσφεραν φαγητό από τα τυροκομικά προϊόντα τους, τους έβαλαν σε μιά ζεστή γωνιά να κοιμηθούν και πριν καλά καλά ξημερώσει συνέχισαν την πορεία τους για τις Αλώνες. Θαρρείς και η Θεία Πρόνοια είχε μεριμνήσει γι αυτούς, γιατί μόλις είχαν αρκετά απομακρυνθεί από το τυροκομείο κατέφθασε μια Γερμανική περίπολος. Οι βοσκοί υποδέχθηκαν τους Γερμανούς ένοπλους στρατιώτες με προσποίηση ότι ήταν τάχα φίλοι τους και ο επικεφαλής της περιπόλου τους είπε ότι ζητούν τον Παπαδάκη με την οικογένειά του και διαθέτουν σε όποιον τους υποδείξει το κρησφύγετό τους τρία εκατομμύρια δραχμές για την οικογένειά του και έξι εκατομμύρια για τον ίδιο. Οι βοσκοί απάντησαν σταθερά ότι δεν είδαν ποτέ κανένα τους.

Την ίδια ώρα η οικογένεια με την παρέα της, που τώρα είχε προστεθεί και νέος οδηγός ο Σηφαλιός, συνέχισε την πορεία της στα τραχιά μονοπάτια με προορισμό τις Αλώνες ...

Ζεσταθήκαμε, μείναμε το βράδυ στο τυροκομείο και πρωί-πρωί ξεκινήσαμε. Μας έδωσαν και ένα αθότυρο για το δρόμο. Ήταν τώρα μαζί μας και το Σηφαλιό Αλεβιζάκι που ήλθε από τις Αλώνες να μας προϋπαντήσει. Ήταν ένα παλικαράκι κοντούλικο. Είχε τα χρονάκια του, αλλά ήταν πολύ δυνατό στα πόδια και μεγάλης αντοχής. Πήρε το Λευτεράκι στον ώμο του. Η Ζιζή και ο Γιαννάκης ανέβηκαν πάνω στο γαϊδουράκι, ο Λευτέρης τραβούσε την κατσίκα και εγώ με την Άννα προχωρούσαμε δίπλα στο γαϊδουράκι και φροντίζαμε τα παιδιά πάνω στο ζώο,γιατί ο δρόμος-τί δρόμος!-πάνω στο βουνό ήταν τραχύς και αλίμονο αν έπεφτε κανείς στο γκρεμό.Ύστερα από αρκετές ώρες πορεία ή καλύτερα ορειβασία φτάσαμε στις Αλώνες.

Μας υποδέχτηκαν με πολλή αγάπη όλοι οι κάτοικοι και ο Παπάς με τους συγγενείς του διάλεξαν ένα ασφαλές μέρος για να μείνουμε.Ένα δωμάτιο με μιά πεζούλα, τζάκι και ένα σοφαδάκι. Στο σοφαδάκι κοιμούνταν τα παιδιά και εγώ με την Άννα στην πεζούλα. Δεν μας έκανε άσχημη εντύπωση αυτή η άθλια ζωή, γιατί παίζαμε κάθε μέρα με τη ζωή μας. Ένα βασικό πλεονέκτημα εδώ ήταν ότι τα παιδιά θα ζούσαν σε ένα υγιεινό και ευχάριστο περιβάλλον,το σπίτι ήταν στις παρυφές ενός δάσους με πυκνή βλάστηση και έπαιζαν μέσα στο δάσος σαν αγρίμια.

Μιά μέρα καταφθάνει ο Ανδρέας παρέα με το Λευτέρη. Ήταν σε τέτοια άσχημη κατάσταση που μόλις τον είδα με έπιασαν τα κλάματα. Φορούσε ρούχα κουρελιασμένα και ένα παντελόνι σχισμένο. Τί άραγε του είχε συμβεί; Μου εξήγησε αμέσως. Εκεί στη σπηλιά που τις τελευταίες μέρες έμενε μόνος του, γιατί οι Άγγλοι είχαν φύγει, ο Μιχάλης για το Κάϊρο και ο Αλέκος για τον Αποκόρωνα, σε μιά στιγμή που πήγε για σωματική του ανάγκη,κάποιοι καραδοκούσαν,ίσως γιατί νόμιζαν ότι θα βρούν μέσα χρυσάφι, ίσως για άλλο άγνωστο λόγο, μπήκαν στη σπηλία και τον έκλεψαν. Του πήραν τα εσώρουχα, την Εγγλέζικη χλαίνη του, που ήταν μακριά και ξεχειμώνιαζε μαυτήν και, το χειρότερο γιαυτόν, του πήραν τα τηλεσκόπια που του ήταν απόλυτα αναγκαία. Εκεί που ζούσε τα τηλεσκόπια προστάτευαν τη ζωή του την ίδια. Όταν γύρισε στη σπηλιά και αντίκρισε αυτό που του είχε συμβεί, απογοητεύτηκε. Έμεινε άφωνος για πολλή ώρα και συντετριμμένος ψυχικά,γιατί δεν περίμενε ποτέ να του συμβεί ένα τέτοιο περιστατικό.Δεν ήταν η αξία των πραγμάτων που του πήραν αυτό που τον απογοήτευσε, ούτε ο κίνδυνος των Γερμανών που τώρα θα αντιμετώπιζε με δυσκολία χωρίς το τηλεσκόπιό του. Γι αυτόν μεγαλύτερη σημασία είχε ότι αυτό έγινε από συγχωριανούς του, από ανθρώπους του χωριού των γονιών του. Είχε τη βεβαιότητα ότι απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού στην περιοχή. Μήπως έπαυσε αυτή η εκτίμηση; Πώς χωρίς αυτήν την εκτίμηση θα μπορούσε να συνεχίσει αυτό τον αγώνα; Ευτυχώς οι άθλιοι αυτοί κλέφτες δεν πρόσεξαν ένα βουργιαλάκι κρητικό που είχε τοποθετήσει σε μιά γωνιά της σπηλιάς. Σ΄αυτό το σημείο στράφηκε μόλις γύρισε και αντίκρισε αυτή την κατάσταση, γιατί μέσα σαυτό το βουργιαλάκι είχε χρήματα που του είχαν στείλει για να τα δώσει στον Αλέκο. Έτρεξε αμέσως σαυτό το βουργιαλάκι και μόλις είδε ότι τα λεπτά υπήρχαν ηρέμισε και ευχαρίστησε το Θεό που του έσωσε την τιμή του, γιατί ούτε λίγο ούτε πολύ θα εύρισκαν λόγο να κατηγορηθεί κιόλας ότι δεν ήταν συνεπής στην υποχρέωση που είχε αναλάβει. Δυστυχώς ήταν κι αυτή μιά ένδειξη ότι στην οργάνωση είχαν φυτρώσει ζιζάνια. Ήταν φανερό πως υπήρχαν κάποιοι που έβαζαν λόγια στους Εγγλέζους που κι αυτοί ίσως ήθελαν να τους πιστεύουν. Μόλις είδε ότι τα χρήματα ήταν στη θέση τους φωνάζει το Λευτέρη και του λέει »πάρε αυτά τα χρήματα και πήγαινέ τα αμέσως στον Αλέκο, γιατί αν τα έπαιρναν κι αυτά ποιός θα μπορούσε να τον βεβαιώσει ότι είχαν κλαπεί από άλλους;”. Σ,αυτή την κατάσταση, απογοητευμένος, σωστό ράκος ήλθε στις Αλώνες ο Ανδρέας. Ευτυχώς δε μας είχαν πάρει ακόμα τα πράγματά μας από το Βουρβουρέ, γιατί έμεναν ακόμα στο σπίτι οι Κατσανέβηδες. Εκεί είχα ένα ύφασμα στο μπαούλο, πήγε ο Λευτέρης και το πήρε και το πήγε στην Επισκοπή σ΄ένα ράπτη γνωστό του Ανδρέα και του έραψε ένα σακάκι και μιά κυλότα χωρίς βέβαια πρόβα. Έτσι ντύθηκε πάλι ο Ανδρέας. Οι μέρες στις Αλώνες κυλούσαν ήρεμα. Μέναμε κοντά στο δάσος απέναντι από το χωριό. Τα παιδιά όλη την ημέρα έπαιζαν στο δάσος. Τη νύχτα μόνο μέναμε στο χωριό και είχαμε πάντα μαζί μας την Άννα. Ο Ανδρέας έμενε με την αγωνία πως περνούσαν οι μέρες και έμενε χωρίς ασύρματιστή, γιατί ο Μιχάλης είχε φύγει για το Κάϊρο και ήταν σε αναμονή να στείλουν αντικαταστάτη του.

Μιά μέρα, εκεί που καθόμαστε στο δάσος με τον Ανδρέα και τα παιδιά, βλέπομε 2 πεζοπόρους άνδρες να έρχονται προς εμάς. Ο ένας ήταν ο Βαγγέλης Βάνδουλας που μου ήταν γνωστός από τότε που είχε περάσει από τον Βουρβουρέ και θα έφευγε για το Κάϊρο, τον είχε τότε στείλει ο Πολέντας. Για κάποιο λόγο ο Ανδρέας έλειπε τότε από το σπίτι και δεν τον είχε γνωρίσει. Ο άλλος, όπως μας συστήθηκε, ήταν ο Απόστολος Ευαγγέλου, ασυρματιστής. Ήταν νέος πολύ μελαχροινός, μετρίου αναστήματος, με εντυπωσιακή εκ πρώτης όψεως προσωπικότητα, που όπως αποδείχτηκε αργότερα έκρυβε ένα δυναμικό και συνεπή άνδρα, ένα γενναίο παλικάρι. Ο Βάνδουλας μετά από λίγο αναχώρησε για τον Αποκόρωνα ενώ ο Ευαγγέλου θα ήταν από δω και πέρα ο νέος μας ασυρματιστής. Έμεινε για λίγη ώρα κοντά μας και κατόπιν έφυγαν με τον Ανδρέα για το καινούργιο του λημέρι,στο βουνό, πιό μακριά από το χωριό, για μεγαλύτερη ασφάλεια.

Η επικοινωνία με το Κάϊρο μέσω ασυρμάτου με τον νέο ασυρματιστή αποκαταστάθηκε γρήγορα.

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Το επεισόδιο της κλοπής των πραγμάτων από τη σπηλία και ο τρόπος και ο χρόνος που έγινε αυτό προβλημάτισαν πολύ τον Ανδρέα. Δεν ήταν η αξία και η χρησιμότητα των πραγμάτων αυτό που τον ανησύχησε. Τον πίκρανε το αυτονόητο της απάντησης στο ποιοι και σε ποιο χώρο το έκαμαν. Ο τόπος που έγινε ήταν αυτό που κυριολεκτικά τον απογοήτευσε. Γιατί ήταν ο τόπος του και γιατί όλα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η απαίσια αυτή πράξη έγινε από δικά του, ίσως και συγγενικά του πρόσωπα. Συναισθήματα αλληλοσυγκρουόμενα και τα πολλά ερωτηματικά τον οδήγησαν στην απόφαση να αλλάξει τον τόπο διεξαγωγής του έργου που είχε αναλάβει την ευθύνη. Τώρα πιά η ψυχρή λογική τον οδηγούσε στο ότι δεν έπρεπε να εμπιστεύεται απολύτως τους κατοίκους αυτής της περιοχής… Υπήρχαν και άλλες ορεινές περιοχές κοντά σε χωριά με κατοίκους φίλους του και συγγενείς του με πατριωτικά ιδεώδη, που έμπρακτα του είχαν αποδείξει ότι θα έδιναν και τη ζωή τους, για να υπηρετήσουν το υψηλό έργο του και την πατρίδα. Θα μπορούσε να στηριχτεί σε αυτούς και να συνεχίσει την προσπάθειά του μαζί τους με μεγαλύτερη σιγουριά..

Ο συνεργάτης του Άγγλος Φίλτιγκ (ο Αλέκος) που έμενε εκείνο τον καιρό στην επαρχία Αποκορώνου έμαθε για το επεισόδιο αυτό και του έστειλε γράμμα εκφράζοντάς του τη λύπη του για το λυπηρό αυτό συμβάν, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: <<Όταν μαθαίνω τέτοια πράγματα χάνω την ελπίδα μου για τον αγώνα μας… >>. Ύστερα από τη θλιβερή αυτή ιστορία ο Ανδρέας έφυγε οριστικά από την περιοχή αυτή και εγκαταστάθηκε σε ένα άλλο φαράγγι πάνω από το χωριό Αργουλέ. Στην επιλογή του χώρου και τη μεταφορά τον βοήθησε ο ειλικρινής φίλος του και γνώστης της περιοχής Σαμαρίτης.

Η Ευαγγελία με τα τρία παιδάκια της παρέα και πολύτιμο αρωγό και συνεργάτη της την Άννα έμεινε στο ήσυχο σπιτάκι τους στο ορεινό χωριό Αλώνες… όταν ξαφνικά, ένα βραδάκι καταφτάνει αλαφιασμένη η κόρη της Τζαγκαράκενας. Ερχόταν από τη βρύση του χωριού με το σταμνί στον ώμο και μου λέει έντρομη »πάμε κουμπάρα, Γερμανοί είναι στη βρύση…» Φύγαμε αμέσως, με τη Ζιζή, ενώ ο Γιαννάκης με μια παρέα νέων συγχωριανών κατευθύνθηκε προς τα πρόβατα. Το Λευτεράκι έμεινε στο σπίτι με την Άννα, γιατί ήταν άρρωστο με υψηλό πυρετό. Περνώντας από το σπίτι της Τζαγκαράκενας άλλαξα εμφάνιση. Έτρεξε η καημένη αμέσως μόλις με είδε και μου έφερε ρούχα της γρηάς, φούστα, σάκο, τζεμπέρι, όλα μαύρα, τα φόρεσα γρήγορα-γρήγορα και με την κόρη της οδηγό πήραμε την ανηφόρα για το βουνό. Στο μεταξύ η είδηση είχε κυκλοφορήσει σε όλο το χωριό. Οι νέοι επινόησαν γι΄αυτό τη συνθηματική φράση: »μαύρα βούγια στη βρύση». Η βρύση ήταν σε ύψωμα. Από εκεί μπορούσαμε να παρακολουθούμε τις κινήσεις των Γερμανών που είχαν κλείσει το χωριό. Μάθαμε αργότερα ότι είχαν την πληροφορία ότι εγώ ήμουνα εκεί και έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια για να με βρούν. Εγώ ντυμένη στα μαύρα ανέβαινα στο βουνό με την κόρη της Τζαγκαράκενας. Ο γιός της ο Λεωνίδας ήταν ήδη πάνω στο βουνό με τους άλλους συγχωριανούς και, όπως με είδε ντυμένη στα μαύρα, νόμισε πως ήταν η μάνα του με την αδελφή του και άρχισε να τις επιτιμά, γιατί βγήκαν αυτές στο βουνό και άφησαν εμένα στο χωριό.Όταν πλησιάσαμε περισσότερο και είδε ότι η μαυροφορεμένη γριά ήμουν εγώ, έβαλε τα γέλια και έτρεξε και έφερε κοντά μου και το Γιαννάκι που ήταν ήδη στο βουνό με τους άλλους νέους του χωριού. Ειχε βραδιάσει και παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα τις κινήσεις των Γερμανών από ψηλά από τους ηλεκτρικούς φακούς που κρατούσαν αναμμένους για να βλέπουν στο σκοτάδι.Η σιγή ήταν απόλυτη, όταν κάποια στιγμή ακούσαμε γυναικείες σκληριές που μας έκαμαν να μείνουμε όλοι άναυδοι.Εγώ παρέλυσα κυριολεκτικά.Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο Λευτεράκη μου που είχα αφήσει με πυρεττό και φοβήθηκα πως το έπαιρναν οι Γερμανοί και οι σκληριές αυτές φαντάστηκα ότι ήταν της Άννας.Ήταν η πιό τρομερή στιγμή της ζωής μου,γιατί άν πραγματικά ήταν έτσι τα πράγματα θα ήμαστε όλοι καταδικασμένοι.Αποφασίσαμε και στέλνουμε στο χωριό το μικρό γιό του Παπά-Γιάννη το Βαγγελάκι, που κιάν το έβλεπαν οι Γερμανοί δεν θα το υποπτευόταν… Να πάει να μάθει τί ήταν αυτές οι σκληριές και να γυρίσει να μας πει.Μέχρι να έλθει το παιδί πίσω εγώ μόνο ξέρω τί αγωνία πέρασα.Όλοι μείναμε βουβοί γιατί κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Ευτυχώς το παιδί δεν άργησε να γυρίσει, αλλά η λίγη ώρα που έλειψε μας φάνηκε χρόνος. Μας είπε ότι πήγε και είδε την Άννα και του είπε ότι οι Γερμανοί μπήκαν στο σπίτι με προτεταμένη την ξυφολόγχη, αφού άνοιξαν βίαια την πόρτα. Η Άννα άρχισε να τρέμει, το παιδί ήταν στην πεζούλα άρρωστο,θεώρησαν ότι ήταν δικό της .Τη ρώτησαν για τον πατέρα και τους συγγενείς της και τους λέει »καπούτ» δείχνοντας τους τη μαύρη ποδιά που φορούσε συμπτωματικά, και για το παιδί είπε »μαλάτ-μαλάτ».Φορούσε κατά τύχη την ποδιά που είχα ράψει όταν πενθούσα τον αδελφό μου που είχαμε χάσει στον πόλεμο της Αλβανίας, και ήταν το ίδιο ύφασμα της κρητικής μαύρης βράκας του Χιούζ που φορούσε όταν ήλθε, που εγώ του αντικατέστησα με το παντελόνι που του έραψα. Ο Θεός μας προφύλαξε όλους και οι Γερμανοί δεν προχώρησαν σε έρευνα στο σπίτι. Είπαν »νιξ φόβο νιξ φόβο» και έφυγαν.Ύστερα απ΄αυτά ηρεμήσαμε όλοι και όταν πια δεν βλέπαμε λάμψεις από φακούς να κινούνται στο χωριό ξαπλωθήκαμε για ύπνο χάμω στο χωράφι με φύλακες τους νέους γύρω μας και εγώ αγκαλιά με το Γιαννάκι μου.Τώρα γιατί η γυναίκα τράβηξε εκείνες τις στριγκλιές βραδιάτικα; η απάντηση μοιάζει με αστείο: μόλις είχε διαπιστώσει ότι κάποιοι της είχαν κλέψει το γάϊδαρο. Ας της δώσουμε κιαυτής δίκιο. Οι Γερμανοί πήραν μαζί τους τον πρόεδρο του χωριού, αδελφό του Παπα-Γιάννη, του έκαμαν μερικές ερωτήσεις επιμένοντας στο ερώτημα αν φιλοξενείται στο χωριό του η οικογένεια Παπαδάκη. »Είναι επικηρυγμένος του εξήγησαν, για εξ [6] εκατομμύρια και τρία [3] η μαντάμ και τα πίκουλα». Ο Πρόεδρος βέβαια τους είπε ότι δεν μας ξέρει, ενώ εκείνοι του επέστησαν την προσοχή στο ότι όποιος υποθάλπτει καταδιωκόμενες οικογένειες ή άτομα τιμωρείται με θάνατο. Έμειναν το βράδυ στο σχολείο του χωριού και τα ξημερώματα τράβηξαν για το απέναντι βουνό και όταν πιά εξαφανίστηκαν και βεβαιωθήκαμε ότι ο κίνδυνος είχε μαζί τους απομακρυνθεί, κατεβήκαμε όλοι μαζί στο χωριό. Συγκλονιστικό ήταν και το περιστατικό που έζησα μπαίνοντας στο χωριό. Η μάνα του Παπά, μια καλή γριούλα, μόλις με είδε ντυμένη στα μαυρά, άρχισε να κλαίει, να μοιρολογά και να μου λέει »ποιά παιδί μου σου καταράστηκε; ο Θεός να σας βοηθήσει!»…

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

Ο Ανδρέας έμαθε για την άφιξη του Γερμανικού αποσπάσματος από το Σηφαλιό που είχε ξεκινήσει ενωρίτερα για να πάει μαγειρεμένο φαγητό για τον ίδιο και τον καινούργιο του ασυρματιστή Ευαγγέλου. Εκείνες τις ημέρες είχαν προσωρινά στρατοπεδεύσει ψηλά στο δάσος κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά και έμεναν το βράδυ σε μια μικρή σπηλιά που μπορούσε να την επισκεφτεί κανείς μόνο έρποντας. Εκεί είχαν τοποθετήσει και τα σύνεργα του ασυρμάτου. Την ώρα της γερμανικής επίσκεψης και έρευνας στο χωριό άφησαν το Σηφαλιό έξω από τη σπηλία φρουρό και ο Ανδρέας με τον Ευαγγέλου στριμωγμένοι μέσα στο στενό χώρο της σπηλίας παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Γερμανών στο χωριό με το τηλεσκόπιο και βγήκαν από το κρησφύγετό τους μόνο όταν είδαν το Γερμανικό απόσπασμα να χάνεται στην κορφή του βουνού.

Ύστερα από το τελευταίο αυτό περιστατικό ήταν σαφές πως η οικογένεια και τα μέλη της ένα-ένα χωριστά διέτρεχαν κίνδυνο και δεν έπρεπε να θεωρούνται καθόλου ασφαλή στο χωριό. Έστειλαν την Άννα στο χωριό της και η οικογένεια ολόκληρη τώρα αποφάσισε να εγκαταλείψει το χωριό και να βγεί στο βουνό. Ο Ανδρέας, σαν καταφύγειο της οικογένειας επέλεξε στην αρχή το χώρο του μιτάτου των ανηψιών του στο βουνό Καθάρα. Ήταν ενα τυροκομείο πάνω στο βουνό, μέσα στα κατσάβραχα και τ΄ανήψια του, τα Γιανναδάκια ήταν πρόθυμα και το έδειχναν με κάθε τρόπο πως ήθελαν να βοηθήσουν την οικογένεια του θείου τους. Εκεί μέσα στα κατσάβραχα χώθηκε η οικογένεια και έμεινε λίγες ημέρες μέχρι να επιλεγεί το καινούργιο τους λημέρι. Τελικά ο Ανδρέας διάλεξε για μονιμότερη εγκατάσταση ένα σημείο στην ίδια περιφέρεια αλλά σε αρκετή απόσταση από το μιτάτο των Γιανναδάκηδων. Ήταν στο βάθος μιάς ερημικής χαράδρας που δεν είχε κανένα κτίσμα ή σπηλιά για να τους προστατέψει από τη βροχή. Σκεπή τους θα είχαν τον ουράνιο θόλο. Ήταν ευτυχώς καλοκαίρι και μπορούσαν να νιώθουν ήσυχοι ότι για ένα-δυο μήνες, αν και άστεγοι, δεν διέτρεχαν τον πρόσθετο κίνδυνο να βραχούν. Εξ άλλου όλα έδειχναν πως αυτό θα ήταν το τελευταίο τους οικογενειακό κρησφύγετο στην Κρήτη.

Μαζεύτηκαν από τα κατσάβραχα γύρω από το μιτάτο στο βουνό Καθάρα, μπήκαν στη γραμμή, ο ένας πίσω από τον άλλο και με οδηγό το Αλεβιζάκι, το μικρόσκοπικό Σηφαλιό, ξεκίνησαν την πορεία για την καινούγια τους κατοικία. Δεν υπήρχε δρόμος. Περπατούσαν ανάμεσα σε αιχμηρούς βράχους και αγκάθια που ξεπετιούνταν ασύμμετρα και απροσδόκητα στη διαδρομή πάνω στο σκληροτράχαλο βουνό. Μια χαράδρα οδηγούσε στην είσοδο μιάς διαπλάτυνσης που θα τη χαρακτίριζε η γνωστή αγριάδα των βουνών της Κρήτης αν δεν ήταν γεμάτη με μικρά δενδρύλια, τους γνωστούς σφένδαμους. Στη μέση της χαράδρας ένας περήφανος πρίνος δέσποζε του φυτικού κόσμου και ήταν ο μόνος που πρόσφερε λίγη σκιά στον άπλετα φωτιζόμενο απ τον Ήλιο ορεινό χώρο. Η νότια πλευρά έβλεπε προς τη θάλασσα, το Λυβικό πέλαγος και θα ήταν μια μοναδική περίπτωση θέας αν δεν την κάλυπτε μια συστάδα επίσης αιχμηρών βράχων, που για την περίπτωση πρόσφεραν πολύτιμη προστασία και κάλυψη. Πίσω από τους βράχους αυτούς η γραμμή του νότιου ορίζοντα που χωρίζει τον ουρανό από το Λιβυκό πέλάγος δεξιά οι απόγκρημνες παραλίες των Σφακίων και αριστερα του Αγίου Βασιλείου, του Αμαρίου και στο βάθος στην Ανατολή οι παραλίες της Μεσαράς. Βρίσκονταν σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 700 μέτρων. Κάτω τους είχαν την παραλία της Μύρθιου, ενώ λίγο πιό κάτω έβλεπαν το γερμανικό φυλάκιο του Πλακιά. Με το τηλεσκόπιο διέκριναν ακόμα και κινήσεις των Γερμανών στρατιωτών του φυλακίου. Η χαράδρα δεν είχε διέξοδο για τα όμβρια ύδατα. Στο μέσο της, στο χαμηλότερο σημείο τα νερά της βροχής χάνονταν μέσα από φυσικές στοές και ρυάκια άγνωστης έκτασης.

Το λημέρι μας αυτή τη φορά ήταν πολύ μακριά από το χωριό, στην κορφή ενός βουνού, μέσα σε βράχους. Δεν υπήρχαν ούτε δέντρα ούτε πράσινο καθόλου. Μια συστάδα σφεντάμια που φροντίσαμε να ισοπεδώσουμε. Ξεραΐλα και βράχοι ήταν γύρω μας και στη μέση εμείς όλοι σαν τους γύφτους, αλλά χωρίς τσαντίρι. Οι άνεμοι ήταν κάτι μοναδικό. Φυσούσε από παντού, πολλές φορές σφοδρότατα και ορμητικα, που δεν σου επέτρεπαν να κάνεις ο,τιδήποτε και βέβαια ούτε λόγος για να ανάψεις φωτιά για να μαγερέψεις κάτι πρόχειρα. Σε μια γωνιά, κάτω από ένα πελώριο βράχο, εκεί που απάγκιαζε λίγο κάμαμε την κρεβατοκάμαρά μας σαν οικογένεια. Πάνω μας είχαμε ένα πελώριο βράχο που μαζί με τους άλλους βράχους γύρω μας σχημάτιζε ένα μαντράκι που μας χωρούσε ίσα-ίσα, οριζοντιωμένη όλη την οικογένεια. Πάνω από τα κεφάλια μας το βράδυ απλωνόταν ο έναστρος ουρανός και την ημέρα το μέρος ήταν ό,τι το πιό κατάλληλο για ηλιοθεραπεία.

Μια στρογγυλή μεγάλη πέτρα είχαμε για τραπέζι και ο καθένας μας φρόντισε να διαλέξει μια κατάλληλη πέτρα για κάθισμα. Δεν είχαμε μαγειρειό, αλλά μαγειρεμένο φαγητό δεν μας έλειψε.Φρόντιζαν γι΄αυτό και μας τροφοδοτούσαν από τα γύρω χωριά και τα μιτάτα. Τρώγαμε με τα χέρια και με πρόχειρα ξύλινα αυτοσχέδια πηρούνια. Ο μόνος που δεν στερήθηκε ποτέ τα πηρουνομάχαιρα ήταν ο Άγγλος λοχαγός Φίλντιγκ που ήθελε πάντα να τρώει σαν αριστοκράτης. Ο άλλος, ο λοχαγός Λίφερμ ήταν απλούστερος χαρακτήρας, λαικός και έτρωγε όπως όλοι εμείς. Η ντοματοσαλάτα με λάδι εξαιρετικής ποιότητας και σε αφθονία δεν έλειπε από το μενού και το τυρί, ο ανθότυρος και το ψωμί, πάντα κριθαρένιο, ήταν η βασική μας τροφή.

Εκείνο που φροντίσαμε περισσότερο απ΄όλα ήταν ο ασύρματος. Χτίστηκε γι αυτό ένα κουβούκλι πάνω σένα βράχο και τοποθετήθηκε εκεί ο ασύρματος που δεν μπορούσε να δουλέψει, αν δεν προστατευόταν από τους σφοδρούς ανέμους που επικρατούσαν μόνιμα σε εκείνη τη βουνοκορφή. Όταν τακτοποιηθήκαμε κάπως και μπήκε το κάθε τι στη θέση του, οι ώρες περνούσαν ευχάριστα. ‘Ημαστε μια ωραία παρέα, ο Αλέκος (Φίλντγκ), ο Μιχάλης (Λίφερμ), ο Ευαγγέλου, ο ανηψιός μας ο Λευτέρης και εμείς όλη η οικογένεια. Λέγαμε αστεία και διασκεδάζαμε με την πρωτόγονη κατάστασή μας. Τα παιδιά δεν μας δυσκόλευσαν στην αρχή. Το Γιαννάκι με το Λευτεράκι μας δεν τα πολυένοιαζε. Είχαν ήδη συνηθίσει στις περιπέτειες. Δεν ήταν το ίδιο όμως και με τη Ζιζή που ήταν πιό μεγάλη και φυσικά δεν της άρεσε καθόλου αυτή η ζωή. Τί να κάμεις; μπροστά στον τον κίνδυνο που αντιμετωπίζαμε όλα τα υποφέρεις.

Εκτός από τον ασύρματο που επικοινωνούσαμε με Μέση Ανατολή και μαθαίναμε όλα τα νέα, είχαμε την πολυτέλεια να διαθέτουμε και ραδιόφωνο, που το είχαμε διαρκώς ανοιχτό και βέβαια εκτός από τα νέα ακούαμε και μουσική. Έτσι ας πούμε και δεν είναι υπερβολή, πως το διασκεδάζαμε κιόλας.

Αλήθεια πώς μπορεί να μην προσέξει κανείς αυτή την ψυχική διάθεση και την ακμή που διέθετε αυτή η ιδιόρρυθμη παρέα.!!! Ένα χώρο ανέγγιχτο, που δεν είχε πατήσει ποτέ ανθρώπου πόδι,τον έκαμε σε ελάχιστο χρόνο να αλλάξει μορφή και να γίνει η κατοικία της, έστω η προσωρινή, για τους προσεχείς καλοκαιρινούς μήνες.

Να ζήσει σε πρωτόγονη κατάσταση μιά ολόκληρη ομάδα σύγχρονων πολιτισμένων ανθρώπων. Σε ελάχιστο χρόνο η ερημιά σ΄αυτό τον απρόσιτο τόπο γινόταν ζωντανός χώρος… Σ΄αυτό το βουνό ηχούσαν σε λίγο ξεκαρδιστικά παρατεταμένα γέλια, από τα αφελέστατα αστεία, τις γκάφες και τους αυτοσαρκασμούς και ακούγονταν τραγούδια που μαρτυρούσαν μια ατμόσφαιρα μοναδική… Ο νους του ανθρώπου τρέχει σε άλλου είδους επίπεδα όταν αντικρίζει νοερά την εικόνα αυτών των ανθρώπων. Ψάχνει να βρεί απάντηση σε ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της κοινής λογικής: Πώς μια οικογένεια με μικρά παιδιά που ζεί στην πιό απρόσιτη κορφή ενός βουνού, κυνηγημένη και αποκηρυγμένη από τον πιο σκληρό κατακτητή, βρίσκει τη δύναμη να διασκεδάζει με την ίδια την άθλια αυτή κατάστασή της. Πώς μπορεί, με τις ανείπωτες δυσκολίες, ελλείψεις και κινδύνους που της έχουν επιβληθεί σαν αποτέλεσμα της δικής της εθελούσιας επιλογής, να υπηρετήσει με κάθε θυσία τα υψηλότερα ιδανικά και πιστεύω της. Και η πιό αρρωστημένη σκέψη δε θα βρεί λόγια να μεμφθεί αυτή την εθελοντική και άδολη προσφορά.Μόνο η φιλοσοφία μπορεί να δώσει απάντηση. Αυτή μόνο θα εξηγήσει πώς ο άνθρωπος, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, μπορεί να απολαμβάνει το μέγιστο αγαθό της ελευθερίας την ίδια στιγμή που σε μεγάλο βαθμό του το έχουν στερήσει. Την ίδια στιγμή που είναι γι’ αυτόν απαγορευμένο να κινείται ελεύθερα στο δικό του χώρο και να επικοινωνεί ελεύθερα με οικείους του ανθρώπους Την ίδια στιγμή που αν τολμήσει να αγνοήσει αυτή την απαγόρευση θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του και τη ζωή πολλών άλλων προσφιλών του προσώπων..

Η παρέα ζούσε μέσα στην άγρια φύση, με διαρκή την αγωνία και την αίσθηση του κινδύνου, περιορισμένη σε ένα μικρό χώρο και έρχονταν σε επικοινωνία μόνο με ελάχιστους προσεκτικά επιλεγμένους ανθρώπους. Στερούνταν και τις ελάχιστες, τις πιο απαραίτητες ανέσεις της σύχρονης ζωής, χωρίς στέγη, ούτε μια τρύπα, ούτε μια σπηλιά είχαν για να κρύψουν το κεφάλι τους και να καλυφθούν από τις τυχόν δυσκολότερες καιρικές συνθήκες.

Είχαν βέβαια την ελπίδα. Ευτυχώς αυτή δεν πεθαίνει ποτέ. Τα νέα όμως δεν ήταν πάντα τέτοια που να την ενισχύουν. Το ράδιο που ήταν συνεχώς ανοιχτό μετέδιδε ειδήσεις που κατά τα μέσα του Ιούνη του 42 κάθε άλλο παρά ήταν ενθαρρυντικά. Ο Ρόμελ ήταν στις δόξες του, ο Χίτλερ για τις επιτυχίες του τον έκαμε αρχιστράτηγο. Οι ειδήσεις για το μεσανατολικό τον έφερναν να προελαύνει προς το Ελ Αλαμέιν και η πτώση του Τομπρούκ έκανε ολόκληρη τη συντροφιά στο βουνό να πέσει σε μια κατάσταση θλίψης, σκέψης και προβληματισμών. Ο Βρετανός λοχαγός Φίλντιγκ έστειλε σήμα με τον ασύρματο προς το Βρετανικό στρατηγείο στο Κάϊρο και ζητούσε να του επιτρέψουν να διακινδυνεύσει ένα ταξίδι με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο διαφυγής προς την Τουρκία. Ήταν φανερό πως αν τελικά η εκστρατεία του Ρομελ στην Αίγυπτο στέφονταν από επίτυχία, τα πράγματα στη Μεσόγειο θα έπαιρναν μια διαφορετική μορφή, με συνέπεια να δυσκολέψουν πολύ οι θαλάσσιες επικοινωνίες του νησιού. Όλοι στο βουνό βρίσκονταν εκείνες τις μέρες σε αναστάτωση και παρακολουθούσαν τα νέα με παρατεταμένη σιωπή που μαρτυρούσε την ανησυχία τους από την αίσθηση του κινδύνου. Μόνο τα αθώα παιδιά παρέμεναν οι ευτυχέστεροι της παρέας. Ήταν βέβαια καλοκαίρι και οι καιρικές συνθήκες στην Κρήτη τους θερινούς μήνες παραμένουν σταθερά πολύ καλές. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να αποκλείσει και τη δική τους συμπαράσταση στο γενικό ομιχλώδες κλίμα με μιά απότομη έστω και παροδική καλοκαιρινή καταιγίδα.Θάταν σαν επιβεβαίωση του κανόνα, σα μια σημαδιακή εναρμόνιση προς την επικαιρότητα και θαρρείς πως ήταν κιαυτό γραφτό.Έγινε κι αυτό την πιο απίθανη στιγμή.:

Ήταν οι χειρότερες μέρες του πολέμου. Οι Γερμανοί είχαν φθάσει έξω σχεδόν από την Αλεξάνδρεια, είχε σταματήσει κάθε επαφή με τον ασύρματο και όλοι βρισκόμαστε σε απόγνωση. Δεν ξέραμε πια τί μας περιμένει και σα να μη μας έφταναν όλα αυτά, μια μέρα, αρχές Ιουλίου (το 42 βέβαια), από βραδύς αρχίζει να μας σκεπάζει πυκνή ομίχλη. Μια μαυρίλα καλύπτει όλο το βουνό μας και τις γύρω βουνοκορφές. Σύνεφα κατέκλεισαν γρήγορα όλη την περιοχή και συγχρόνως ένα τσουχτερό κρύο έκαμε όλους μας να στριμωχτούμε ο ένας κοντά στον άλλο. Στο γύρο μας, εκεί στη γωνιά μας, που είχαμε με πρωτόγονα μέσα κατασκευάσει το οικογενειακό μας κρεβάτι, τυλιχτήκαμε ό,τι κουβέρτες είχαμε για να προστατευτούμε από το αναπάντεχο κρύο. Ακολούθησε μια δυνατή βροχή που κράτησε ως το πρωί. Θα ήμασταν εντελώς εκτεθειμένοι, αν ο Αδρέας δεν κάρφωνε μια χοντρή κουβέρτα, τη μια της πλευρά στο βράχο και την άπλωνε σαν αντίσκηνο πάνω μας. Εγώ από τη μια μεριά, ο Ανδρέας από την άλλη και κάτω από μας τα τρία μας παιδιά προσπαθούσαμε να τα προστατεύουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Έτσι πέρασε αυτό το βράδυ που φοβήθηκα πως θα ήταν το τελευταίο μας… Το ξημέρωμα ήλθε με τσουχτερό κρύο και όλοι είμαστε μούσκεμα… Επιχειρήσαμε πολλές φορές να ανάψουμε φωτιά για να ζεσταθούμε και να στεγνώσουμε, αλλά όλες οι προσπάθειές μας ήταν μάταιες, γιατί όλα γύρω μας ήταν μουσκεμένα από τη βροχή. Γύρω στις 10 το πρωί, »Άγγελοι εξ Ουρανού»,κατέφθασαν τρία παλληκάρια από τα γύρω χωριά, για να δουν αν ζούμε και να μας προσφέρουν όποια βοήθεια… Ήταν ο Λευτέρης του Παπα-Γιάννη, ο ανηψιός του Νικολής και ο Λεωνίδας του Τζαγκαράκη. Μας έφεραν τρόφιμα και κρασί, ενώ εμείς είχαμε τελικά καταφέρει να ανάψουμε φωτιά και να ζεσταθούμε. Όταν έφτασαν, μας βρήκαν γελαστούς να παίζουμε και να διασκεδάζουμε με τη δυστυχία μας. Απόρησαν με την ευχάριστη διάθεσή μας και ενθουσιάστηκαν συγχρόνως, γιατί είχαν ξεκινήσει από τα χαράματα με μεγάλη αγωνία, να φτάσουν το συντομότερο κοντά μας και να μας προσφέρουν όποια βοήθεια χρειαζόμαστε. Φεύγοντας οι επισκέπτες μας συμφωνήσαμε να πάρουν τα παιδιά μαζί τους με μια προϋπόθεση,να τα χωρίσουν και το καθένα να μείνει σε διαφορετικό σπίτι. Πήραν το Λευτεράκι στου Τζαγκαράκη, τη Ζηζή στου Παπά και το Γιαννάκι στου Νικολή.Το τελευταίο δεν έκανε χωρίς τον πατέρα του και την άλλη μέρα μας το έφεραν πίσω στο λημέρι.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Την ώρα αυτή της αγωνίας και της ανησυχίας από τις διαδόσεις για την αμφίβολη έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ελ-Αλαμέϊν ο Ανδρέας συζητούσε ολόκληρες νύχτες με την Ευαγγελία τόσο για τη γενική όσο και τη δική τους κατάσταση. Δεν παρέλειψε να της μιλήσει και για τους προβληματισμούς που κρατούσαν τον τελευταίο καιρό και στους συνεργάτες του Έλληνες και Βρετανούς. Έγραψε και ένα γράμμα και εξέθεσε την όλη κατάσταση που επικρατούσε στο λημέρι στον γραμματέα της Α.Ε.Α.Κ. Πολέντα, που του απάντησε αμέσως και μεταξύ των άλλων σημαντικών πληροφοριών και σκέψεών του για τον αγώνα τους, του έγραφε να ενθαρρύνει τον κ. Φίλντιγκ και να του πει »να μην ανησυχεί για την τύχη του, ούτε για την τύχη του πολέμου. Να μή σκέπτεται για διαφυγή του στην Τουρκία. Ούτε αυτός θα χαθεί ούτε ο πόλεμος…». Με τέτοια ενθαρρυντικά λόγια που έδειχναν την πίστη του για τον αγώνα, προσπαθούσε να κρατήσει ψηλά το φρόνημα των συναγωνιστών του αυτός ο γνήσιος αγωνιστής, που δεν ευτύχησε να ζήσει τη χαρά της δικαίωσης αυτής της προσπάθειας και πίστης του. Οι μέρες περνούσαν χωρίς η »παρέα» να έχει επαφή με τον ασύρματο και η ανησυχία όλων γι’αυτή την παρατεταμένη σιγή του ασυρμάτου όλο και μεγάλωνε. Ιδιαίτερα οι δύο γονείς ήταν φυσικό να νιώθουν τον κίνδυνο κάθε μέρα να γίνεται και μεγαλύτερος. Ευτυχώς προς το παρόν οι καιρικές συνθήκες ήταν με το μέρος τους,όμως και ο καλός καιρός δε θα κρατούσε για πάντα. Το φθινόπωρο ήταν κοντά, ο χειμώνας δε θα αργούσε νάρθει και ζωή μέσα στο χειμώνα δεν υπήρχε σαυτή τη βουνοκορφή.

Ο ασύρματος δεν άργησε πολύ να ξαναλειτουργήσει, ενώ τα νέα ήταν τώρα αισιόδοξα για τις συμμαχικές δυνάμεις.

Τα μέτρα των Γερμανών είχαν ενταθεί τον τελευταίο καιρό. Η παροχή φιλοξενίας σε μια επικηρυγμένη οικογένεια γινόταν όλο και περισσότερο προβληματική και επικίνδυνη για την ίδια και την περιοχή που κατοικούσε, ενώ η ζωή της το χειμώνα στο ύπαιθρο, στο βουνό, χωρίς στέγη ήταν αδύνατη. Οι αρμόδιες βρετανικές υπηρεσίες στο Κάϊρο, γνώριζαν το πρόβλημα και αποφάσισαν να στείλουν υποβρύχιο να παραλάβει και να απομακρύνει την οικογένεια από το νησί.Την απόφασή τους αυτή την είχαν ανακοινώσει με τον ασύρματο στον Άγγλο λοχαγό Φίλντιγκ.όμως, στο μεταξύ, ήλθαν τα δυσάρεστα της προέλασης του Ρόμελ στην Αίγυπτο και η αναχώρηση της οικογένειας αναβλήθηκε.

Στη διάρκεια αυτής της αναβολής επισκέφθηκε το λημέρι τους ο γραμματέας της οργάνωσης. Ο ηρωϊκός Πολέντας έμεινε μερικές μέρες μαζί τους και μπόρεσαν να συζητήσουν σε βάθος και στις λεπτομέρειές του το όλο ζήτημα του κοινού αγώνα τους… Η νίκη των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ελ-Αλαμέϊν ήταν ήδη γνωστή και αυτό επέτρεπε τώρα περισσότερη αισιοδοξία και τη συσχέτιση του αγώνα τους με την κεντρική προσπάθεια των συμμαχικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η μελέτη αυτή του αγώνα τους ως κοινού με την προσπάθεια του Συμμαχικού Στρατηγείου έφερε τη συζήτηση και στη μετάβαση της οικογένειας του Ανδρέα στην Αίγυπτο. Ο Άγγλος αξιωματικός είπε ότι είναι εκτός πάσης αμφιβολίας το γεγονός και πως μόλις σταθεροποιηθεί λίγο η κατάσταση θα σταλεί υποβρύχιο να μεταφέρει την οικογένεια στην Αίγυπτο. Ο Ανδρέας, ύστερα από αυτή την επίσημη και ενώπιον του Πολέντα δήλωση του Βρετανού αξιωματικού, ζήτησε να καταστρώσουν μαζί το σχέδιο των επόμενων ενεργειών της οργάνωσης Α.Ε.Α.Κ., και για μια ακόμα φορά αναφέρθηκε στην άποψή του όσον αφορούσε την αναχώρηση της οικογένειάς του, που δεν ήταν άλλη από του να μεταβεί κι΄αυτός μαζί της στην Αίγυπτο, να παραμείνει όσο χρειαστεί για να την εγκαταστήσει εκεί, να αφήσει ένα γραφτό πληρεξούσιο στη γυναίκα του για να μπορεί να παίρνει από την Ελληνική Κυβέρνηση Καΐρου τη σύνταξή του, για τη συντήρηση της οικογένειάς του και αυτός να επιστρέψει το συντομότερο, μετά ένα μήνα περίπου στην Κρήτη, να συνεχίσει τον αγώνα που είχε ο ίδιος εθελοντικά αναλάβει. Στο ζήτημα αυτό έμειναν και οι τρείς απόλυτα σύμφωνοι. Ο Ανδρέας τη στιγμή εκείνη ήταν ο φυσικός αρχηγός, ο ουσιαστικός εμπνευστής και ο άνθρωπος που συνέδεε τα μέλη και επικοινωνούσε με τους οπαδούς της οργάνωσης και τους εκπροσώπους του Στρατηγείου. Έπρεπε, και ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το έργο του, απαλλαγμένος και απερίσπαστος από τις όποιες οικογενειακές φροντίδες.

Ήταν φανερό πως ο Ανδρέας δεν έπρεπε να λείψει για πολύ από τη θέση του… Ένα όσο γίνεται λεπτομερέστερο σχέδιο καταστρώθηκε για τον τρόπο που θα ασκείτο η διοίκηση της οργάνωσης κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής ολιγοήμερης απουσίας του στην Αίγυπτο και ο Λοχαγός Φίλντιγκ πρότεινε να καταστρώσουν και σχέδιο των ενεργειών τους στο Κάϊρο δεδομένου ότι προβλεπόταν να συνταξιδεύσει με το ίδιο υποβρύχιο και ο Βρετανός λοχαγός και ήταν φρόνιμο να υπήρχε μια προσυνεννόηση ως προς τις απόψεις τους που ήταν πολύ πιθανό να χρειαζόταν να εκθέσουν στο αρμόδιο συμμαχικό Στρατηγείο. Για όλα όσα συμφωνήθηκαν στις μαραθώνιες αυτές τριμελείς συσκέψεις συντάχτηκαν πρόχειρα πρακτικά γραμμένα με μολύβι, γιατί το λημέρι τους δεν διέθετε μελάνι. Τώρα πια δεν έμενε παρά η πραγματοποίηση του συμφωνηθέντος σχεδίου, δηλαδή της μετάβασης και εγκατάστασης της οικογένειας στην Αίγυπτο και της επιστροφής του Ανδρέα στην Κρήτη.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ


Κατά τα μέσα Ιουλίου ήλθε ένα σήμα ότι θα έλθει υποβρύχιο από τη Μέση Ανατολή να μας πάρει οικογενειακώς και να μας μεταφέρει εκεί. Συζήτησα με τον Ανδρέα. Είπαμε να κατέβω στο χωριό να δω τα παιδιά που είχα να τα δώ σχεδόν μήνα και να επιστρέψω αμέσως για τις λεπτομέρειες αυτής της μετακίνησης. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε με το Λευτέρη και κατά τις 10 φτάναμε στις Αλώνες. Πήγα πρώτα στου Τζαγκαράκη το σπίτι που έμενε το Λευτεράκι και αυτό που αντίκρισα θα μου μείνει αξέχαστο…Όπως πλησίασα στην παλιά νησιώτικη πόρτα βλέπω, μέσα από το ανοιχτό πανωπόρτι, στο βάθος στην κουζίνα μπροστά, στην πεζούλα δεξιά, το Λευτεράκι μου. Ένα παιδάκι στρουμπουλό σαν κούκλος. Του είχε η γριά Τζαγκαράκενα ένα βαθύ πιάτο στο τραπέζι γεμάτο φακές, στο πλάϊ μια πατάτα ψημένη στη χόβολη του φούρνου και ψωμί αχνιστό που μόλις είχε η ίδια φουρνίσει, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη. Το παιδάκι μου έτρωγε ήσυχα. Όταν σήκωσε τα ματάκια του και με είδε στο μεγάλο παράθυρο της πόρτας, με κύτταξε με ένα τρόπο τόσο παράξενο, σα να ήθελε να πει »αυτή είναι γνωστή μου, αλλά ποιά είναι;» και αμέσως ακούω τη φωνούλα του να λέει »η μαμά μου είναι!». Ανοίγω την πόρτα,το παίρνω στην αγκαλιά μου και με αγκαλιάζει σφικτά, μην τυχόν και του φύγω. Το παίρνω μαζί μου και παρέα με τον ανηψιό μου το Λευτέρη πάμε στο σπίτι του Παπά που φιλοξενούνταν η Ζιζή. Εδώ τα πράγματα ήταν ακόμα πιό δύσκολα. Το κορίτσι μου ήταν πικραμένο. Είχε την αίσθηση πως οι γονείς του το είχαν εγκαταλείψει και ήθελε να εκφράσει το παράπονό του. Αντί να έλθει κοντά μου, μόλις με είδε σηκώθηκε από τη θέση του, με κίνηση που ήταν μια σαφέστατη εκδήλωση παραπόνου πηγαίνει στη μέσα μεριά του σπιτιού, δείχνοντας μου με τον τρόπο αυτό πως δεν ήθελε ούτε να με δεί. Την πλησιάζω,την αγκαλιάζω, τη φιλώ, »Ζιζή μου» της λέω »μη στενοχωριέσαι γρήγορα θα είμαστε πάλι μαζί» … Θα ήθελα να της εξηγούσα τους λόγους της απουσίας μου καθώς και τί έπρόκειτο να γίνει τις επόμενες ημέρες αλλά δε μπορούσα… Το σχέδιο της αναχώρησής μας δεν έπρεπε να γίνει γνωστό… σαν παιδί ήταν πιθανό να της έφευγε καμιά κουβέντα και να μαθευτεί στο χωριό.

Το βράδυ μείναμε όλοι στου Τζαγκαράκη και με είχαν στη μέση τα δυο παιδιά με το φόβο μήπως τους ξαναφύγω.

Την επόμενη, αξέχαστα 17 Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας, που όπως λέει ο λαός μας »πάνε στο αμπέλι με τρύπιο καλάθι», παίρνω μήνυμα από τον Ανδρέα ότι πρέπει να επιστρέψω αμέσως στο λημέρι. Πώς να φύγω από τα παιδιά μου που δε με άφηναν να λείψω ούτε στιγμή από τα μάτια τους; Τέλος πάντων σκαρφιστήκαμε ένα σχέδιο απόδρασης, η Ζιζή κατάλαβε ότι θα έφευγα πάλι, δεν ήταν δυνατόν να της δώσω να καταλάβει τους λόγους και με το δίκιο της είχε παράπονα. Το Λευτεράκι το στείλαμε στο αμπέλι με άλλα παιδιά να κόψουν σταφύλια… Δέχτηκε να απομακρυνθεί από κοντά μου μόνο όταν πήγε μαζί του και ο Λευτέρης και έτσι σιγουρεύτηκε ότι δεν θα του το σκάσω πάλι. Ήταν ήδη βράδυ όταν ξεκινήσαμε για το λημέρι. Όταν φτάσαμε στο μιτάτο του Γιαννά ήταν μεσάνυχτα.Τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν, οι άνθρωποι στο μιτάτο κοιμούνταν και εμείς φοβούμασταν μή μας νομίσουν για κλέφτες. Ο Λευτέρης προχώρησε και φωνάζει του Γιώργη.Αυτός πετάχτηκε αμέσως έξω, ενώ ο Λευτέρης του εξηγούσε προσθέτοντας ότι είναι και η Θεία του μαζί του και πρέπει κάποιος να μας οδηγήσει στο Λημέρι… »Αδύνατον», απαντά κοφτά ο Γιώργης.»Δε μπορείτε να πάτε αυτή την ώρα. Θα χαθείτε στα κατσάβραχα. Εμείς που είμαστε κατεχάρηδες δε μπορούμε να πάμε.Θα μείνετε εδώ».- Βραδιά αξέχαστη! Το μιτάτο ήταν ας τα πούμε δυο δωμάτια. Το πρώτο ήταν εκεί που ήταν το τζάκι με το καζάνι του τυροκομείου και είχε και μιά πεζούλα που κατά κακή μου τύχη κοιμότανε ένας ξένος, από άλλο χωριό και δεν έπρεπε να με δει .Το άλλο δωμάτιο ήταν το ψυγείο που φύλαγαν τα τυριά μέχρι να ωριμάσουν. Είχε και ένα παραθυράκι μικρό σαν τρύπα ψηλά να αερίζεται. Κάτω απ΄αυτό το παραθυράκι, χάμω στο χώμα έστρωσε ο Γιώργης μια στρώση τσουβάλια και μια λινάτσα, μου έδωσε και ένα τσουβαλάκι γεμάτο μαλλιά από πρόβατα για μαξιλάρι…Τέτοια μαργαριτάρια στη ζωή του κάθε ανθρώπου δεν τυχαίνουν εύκολα…Δεν ξεχνούνται ποτέ… Τι κρύο… Τί ύπνος … Νύχτα ατελείωτη… Μόλις ξημέρωσε έρχεται ο Γιώργης σιγά-σιγά και μου λέει »Θεία σήκω να φύγετε πριν ξυπνήσει ο ξένος και σας δεί»…

Φύγαμε αμέσως και πριν ακόμα ροδίσει ο Ήλιος φτάσαμε στο λημέρι. Όλοι κοιμούνταν, ακόμα και ο Ανδρέας τρόμαξε όταν μας είδε και του είπαμε τα συμβάντα. Ξεπερνούσαμε τότε και τις πιο απίθανες καταστάσεις. Σα να μη συνέβαινε τίποτα. Είχαμε ήδη πιστεύσει πως το σχέδιο της αναχώρησής μας οικογενειακώς και της επιστροφής του Ανδρέα στην Κρήτη μόλις μας εγκαθιστούσε στην Αίγυπτο, είχε οριστικά αποφασιστεί και δεν έμενε παρά η υλοποίησή του. Ο Ανδρέας είχε συνεννοηθεί σε όλες τις λεπτομέρειες με το Λοχαγό Φίλντιγκ, που για λόγους συντομίας και ασφάλειας τον λέγαμε Αλέκο. Στη συμφωνία ήταν να πάρουμε μαζί μας και τον ανηψιό του Ανδρέα Γιάννη Κυριακάκη, γιο της αδελφής του, για να μείνει μαζί μας στην Αίγυπτο, όταν θα γύριζε πίσω στην Κρήτη ο Ανδρέας, και την αφοσιωμένη μας βοηθό Άννα που όταν μετακομίσαμε στο λημέρι είχαμε στείλει στους δικούς της στα Μυριοκέφαλα. Ο Ανδρέας έστειλε άνθρωπο στα Χανιά για να ειδοποιήσει το Γιάννη να έλθει και περνώντας από τα Μυριοκέφαλα να πάρει και την Άννα μαζί του. Η καημένη η Άννα φοβήθηκε ότι θα φεύγαμε και θα την αφήναμε. Ήλθε λέγοντας με κλάματα ότι δε θα μπορούσε να ζήσει μακριά μας. Είχαν ειδοποιηθεί και ήλθαν στην ώρα τους όλοι όσοι ήταν να συνταξιδεύσουν μαζί μας. Ήμαστε συνολικά 22 άτομα. Μεταξύ μας ο Πρόεδρος εφετών και μέλος της Οργάνωσής μας από τα Χανιά Αριστομένης Καρακουλάκης, ο Υπομοίραρχος από το Ρέθυμνο Γεώργιος Σαριδάκης, ο Ανθ/ρχος από την Αργυρούπολη Σήφης Φασομητάκης, ο Χωροφύλακας Γεώργιος Κουρμούλης, ο Σμήναρχος Ανδρέας Βολάνης και ο Παύλος Μπερναδής από τον Αποκόρωνα είναι μερικοί που μου έρχονται πρώτοι στη μνήμη.

Ο χρόνος άφιξης του υποβρυχίου δεν προσδιορίστηκε από την αρχή με ακρίβεια από το Στρατηγείο. Πέρα από την ανάγκη τήρησης των αρχών ασφάλειας στον προγραμματισμό των κινήσεων του πολεμικού σκάφους, έπρεπε να συνυπολογιστεί και η συνύπαρξη και άλλων προϋποθέσεων, όπως η διαθεσιμότητα του σκάφους και οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες…Η υλοποίηση του σχεδίου γνωστοποιήθηκε με κρυπτογραφημένο σήμα και τοποθετήθηκε χρονικά μέσα στο πενθήμερο 31ης Ιουλίου και 5ης Αυγούστου. Με το ίδιο απόρρητο σήμα δόθηκαν και τα φωτεινά συνθηματικά σήματα που έπρεπε να ανταλλαγούν μεταξύ του υποβρυχίου και των επιβατών στην ξηρά για να αρχίσει η επιβίβαση. Τα σήματα αυτά, επικαλούμενος τη μεγαλύτερη ασφάλεια της επιχείρησης (αυτό έχει ανάγκη συζήτησης), ο βρετανός Αξιωματικός δεν τα εμπιστεύθηκε σε κανένα άλλο άτομο. Το σημείο που θα γινόταν η επιβίβαση έπρεπε να προσδιοριστεί επακριβώς από τον Ανδρέα. Προηγήθηκε μια προσεκτική μελέτη στο χάρτη και έπρεπε να γίνει και μια επιτόπια επίσκεψη στην παραλία για αναγνώριση του χώρου και επιλογή του κατάλληλου σημείου συγκέντρωσης των επιβατών και επιβίβασής τους στις βάρκες που θα τους μετέφεραν στο υποβρύχιο. Αυτό φυσικά αποτελούσε μια πολύ υπεύθυνη και προσεκτική κίνηση που έπρεπε να γίνει βράδυ και να μη γίνει αντιληπτή από τους κατοίκους της περιοχής.

Από το χάρτη, αλλά και από την εμπειρία και γνώση που διέθετε για την περιοχή ο Ανδρέας, φαινόταν πιο κατάλληλη η ανατολική παραλία κάτω από το χωριό Ροδάκινο που ο χάρτης την είχε με την ονομασία »Κλίματα». Ο Ανδρέας πήρε μαζί του το Βρετανό αξιωματικό με την Ελληνική ονομασία Αλέκο και ένα κάτοικο της περιοχής που ζούσε εκεί και ήξερε πρόσωπα και πράγματα. Για την επιχείρηση αυτή ο Ανδρέας αφηγείται αργότερα : »Ήταν πράγματι νύκτα ρομαντική και ωραία. Οδηγό είχαμε το Μανώλη Γιανναδάκη…’Οταν πλησιάσαμε στη θάλασσα, μπήκαμε πρώτα μέσα σε μια περιφραγμένη μάντρα, που είχε ένα έρημο σπιτάκι και σπηλιές κάτω από μεγάλους βράχους. Ήταν ένα καλλιεργημένο χωράφι που έμοιαζε με κήπο. Μέσα στο χωράφι ήσαν λίγα πρόβατα και ένας βοσκός. Ο βοσκός ανησύχησε. Φοβήθηκε μήπως πηγαίναμε να του κλέψουμε τα πρόβατα. Εγώ και ο Άγγλος λοχαγός δεν τον πλησιάσαμε, αλλά ο Μανώλης που τον γνώριζε πήγε, τον καθησύχασε και πρόσθεσε πως δεν έπρεπε να πεί σε κανένα τίποτα… Κατεβήκαμε στο νερό της θάλασσας… Νεκρική σιγή… μόνο το μουρμούρισμα του νερού της ήσυχης θάλασσας κάτω από τους φοβερούς βραχους… είχα ένα χρόνο να πλησιάσω σε θάλασσα… το άρωμα του θαλάσσιου αέρα μας μέθυσε… Θα ήταν μεσάνυχτα. Όταν ξεκουραστήκαμε και επισκοπήσαμε διεξοδικά την παραλία, πήραμε τον ανήφορο της επιστροφής. Ο ανήφορος ήταν φοβερός και απότομος. Τα γόνατά μας λύγιζαν. Μα ήμουν ο δυστυχής και ξυπόλητος γιατί τα παπούτσια μου, που δεν είχα άλλα να φορέσω, ήταν παλιά και ξεσχισμένα. Τώρα στον ανήφορο ξεκάρφωσαν και οι σόλες και τα αγκάθια ξεπερνούσαν και μου τρυπούσαν τη σάρκα…»

Η τοποθεσία είχε επιλεγεί και ελεγχθεί διεξοδικά. Έμεναν οι τελευταίες ενέργειες που έπρεπε να είναι οι απόλυτα απαραίτητες και προσεκτικά σε κάθε τους λεπτομέρεια ελεγμένες. Ήταν προγραμματισμένο να φύγουν μαζί τους και άλλοι συνεργάτες τους αγωνιστές, κυνηγημένοι επίσης από τον κατακτητή, που ο κίνδυνος να συλληφθούν και να τουφεκιστούν ήταν δεδομένος και προφανής.

Στο κρησφύγετο που είχε ήδη παίξει κι αυτό το δικό του ρόλο στην προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η ελπίδα, στο λημέρι αυτό της ανομοιογενούς παρέας που κι αυτό άθελά του υπηρετούσε τον ίδιο σκοπό, πάνω στα όρη της Σπάθης μεταξύ των κοινοτήτων Καλής Συκιάς και Σελλίων συγκεντρώθηκαν 22 κυνηγημένα άτομα. Όλοι επίδοξοι επιβάτες ενός υποβρυχίου που θα τους πήγαινε σ’ένα άλλο τόπο να ζήσουν ξένοι, μετανάστες, αλλά ελεύθεροι.

Ήταν απόγευμα της 29ης Ιουλίου του 1942. Είχαν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας. Άνδρες της οργάνωσης φρουρούσαν γύρω στο ύψωμα και άλλοι ένοπλοι περίμεναν να τους συνοδεύσουν στην καθοδική πορεία τους προς τη θάλασσα. Δύο απ αυτούς δυνατοί και γνώστες της διαδρομής πήραν τα παιδιά στις πλάτες τους. Υπήρχε ένα μοναδικό κακοτράχαλο μονοπάτι Πέρασαν τα πιο επικίνδυνα κατσάβραχα. Ευτυχώς υπήρχε ακόμα το φως της ημέρας. Άρχισε να νυχτώνει όταν πιά είχαν φτάσει στο ξέφωτο. Ακολούθησαν μιά πλαγιά του βουνού κοντά στο χωριό Ροδάκινο και από εκεί είχαν να διανύσουν μια ίση περίπου απόσταση. Οι πιό πολλοί είχαν εξαντληθεί από την πορεία στα ανώμαλα μονοπάτια. Διάλεξαν ένα κατάλληλο για καταφύγιο μέρος για να διανυκτερεύσουν. Ένα ρυάκι το καλοκαίρι στεγνό,κρυμμένο μέσα σε δυό πελώριους βράχους ήταν το μέρος που θα τους προφύλασσε από το δυνατό βοριά, που όταν φυσά στην περιοχή αυτή σηκώνει ακόμα και πέτρες.

Διανυχτερεύσαμε σε μια σπηλιά. Μείναμε εκεί και όλη την άλλη μέρα και το βράδυ πολύ αργά, που να μη μας δει ανθρώπου μάτι, ξεκινήσαμε, για την παραλία. Φυσούσε ένας πολύ δυνατός αέρας που σε σήκωνε ολόκληρο και ο καθένας πήγαινε μόνος του, γιατί μαυτόν τον αέρα δεν μπορούσε ο ένας να βοηθήσει τον άλλο. Δεν υπήρχε δρόμος.Κινούμαστε προσεκτικά, ο ένας ένα βήμα πίσω απ΄τον άλλο. Εγώ ήμουνα κοντά στην Άννα και διασκεδάζαμε με το δυνατό αέρα.Κάθε φορά που μας έπαιρνε και κυριολεκτικά μας σήκωνε ο αέρας εμείς βάζαμε τα γέλια.Τα παιδιά τα κουβαλούσαν στους ώμους τους δυνατά παλικάρια που ήξεραν καλά τα μέρη και ήξεραν να περπατούν σ΄αυτά τα κατσάβραχα. Περάσαμε πολλές δυσκολίες, ώσπου τελικά φτάσαμε στην παραλία και κρυφτήκαμε μέσα στους τραχείς και απότομους βράχους. Όλοι από τα πεσίματα στο δρόμο είχαμε μικροεκδορές που αργότερα έγιναν περισσότερες μέσα στους χαμηλούς τζουγκρερούς βράχους. Ήταν αδύνατο να γλυτώσουν τα κεφάλια μας από κτυπήματα.

Μείναμε μέσα σαυτές τις άγριες σπηλιές τρία ολόκληρα βράδια περιμένοντας να φανεί το υποβρύχιο.

Η αγωνία μας με τα μικρά παιδιά μας στριμωγμένα κάτω από τους βράχους και τα τρόφιμά μας να έχουν εξαντληθεί είχε φτάσει στο κατακόρυφο, όταν ο Ανδρέας παίρνει στα χέρια του κρυφά ένα γράμμα από τον Ευαγγέλου, τον ασυρματιστή μας, που του έγραφε να προσέξει καλά και να μην εμπιστεύεται πλέον τον Αλέκο, γιατί έχει δείξει κακές προς αυτόν διαθέσεις. Ο Ανδρέας έκπληκτος κάλεσε και τρείς άνδρες, που τους θεωρούσε πολύ έμπιστους, τους διάβασε το γράμμα και ζήτησε την άποψή τους. Μέσα στη στενοχώρια του, που ήταν ακόμα μεγαλύτερη γιατί είχαμε και μια πληροφορία ότι οι Γερμανοί είχαν μάθει για την αναχώρησή μας, απευθυνόμενος προς δικούς του υποτίθεται ανθρώπους του ξέφυγε η φράση »μα αυτός θέλει σκότωμα». Ήταν ένα είδος έκφρασης της αγανάκτησής του, ένας αυθορμητισμός, που δεν είχε καμιά σχέση με τις πραγματικές προθέσεις και το χαρακτήρα του Ανδρέα. Όμως είναι βέβαιο πως ένας, δεν ξέρω ποιός, από αυτούς που θεωρούσε τόσο έμπιστους έτρεξε στον Αλέκο να του πει πως »ο Παπαδάκης έχει σκοπό να σε σκοτώσει». Αυτή η κακόβουλη προδοτική πράξη ενός μέχρι και σήμερα άγνωστου <<φίλου>>, δε μπορεί βέβαια να έγινε από άδολο πατριωτισμό, πάντως έγινε αφορμή να κινδυνεύσει να ανατραπεί ένα καλά οργανωμένο, με καθαρές πατριωτικές και ανθρωπιστικές προθέσεις σχέδιο και να πάνε τόσες θυσίες χαμένες.

Δύο βραδιές ακούγαμε τον βόμβο της μηχανής του υποβρυχίου και ο Αλέκος, μόνος γνώστης των συνθηματικών σημάτων και μόνος αρμόδιος για να τα στείλει την κατάλληλη στιγμή, δεν έστελνε κανένα σήμα, αλλά έλεγε ότι δεν ήταν η καθορισμένη ώρα. Όμως το υποβρύχιο ήταν εκεί και καραδοκούσε. Ήταν ξημερώματα όταν ο Ανδρέας άναψε το φακό για να δει τα παιδιά που ήταν ανήσυχα. Αυτό το ασθενικό φως είδαν από το υποβρύχιο και σκέφτηκαν ότι ίσως είμαστε εκεί. Μια ψαρόβαρκα ψάρευε εκείνη την ώρα στην περιοχή. Ο κυβερνήτης πλησίασε τη βάρκα και ρώτησε τους ψαράδες αν ξέρουν που βρίσκεται ο Παπαδάκης. Αυτοί τρομαγμένοι απάντησαν ότι είχαν ακούσει από συγχωριανούς τους που εκείνη την εποχή μάζευαν αλάτι, πως εκεί γύρω ήταν Γερμανοί. Είχαν φαίνεται προσέξει τη φρουρά από τους δικούς μας που είχαν πάρει θέσεις πάνω από τον κρυψώνα μας με πολυβόλα, για να καλύψουν την αναχώρησή μας, θεώρησαν ότι ήταν Γερμανοί και έτσι μαθεύτηκε στο χωριό. Αυτό από μιάς πλευράς ήταν καλό, γιατί αν μάθαιναν την αλήθεια είναι βέβαιο πως θα μαζευόταν κόσμος και ίσως κάποιοι θα επιδίωκαν να φύγουν μαζί μας…Από το πλήρωμα του υποβρυχίου τους είπαν »εσεις είστε ψαράδες, δεν πρόκειται να σας πειράξουν, πηγαίνετε να δείτε…» Κράτησαν ένα ψαρά όμηρο για να συγουρέψουν την επιστροφή τους…

ΤΑΞΙΔΙ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΜΕ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ

Ο Ανδρέας, όντας καταζητούμενος και αποκηρυγμένος, αυτός και η οικογένειά του, βρίσκεται στο πιό κρίσιμο σημείο της επιχείρησης απόδρασής τους από τη δική τους γη. Μιας επιχείρησης που σχεδιάστηκε και με τη δική του σύμπραξη και είχε την έγκριση του Συμμαχικού Στρατηγείου στη Μέση Ανατολή. Βιώνει την εξέλιξη αυτού του σχεδίου διάσωσης της οικογένειάς του και την προσδοκία της έναρξης μιας νέας κατάστασης στην εθελοντική αποστολή και δράση του. Ζει στην πράξη το γύρισμα της σελίδας στην οργάνωση και προώθηση του εγχειρήματος της αντίστασης στον τραχύ κατακτητή και της αποτροπής της παραπέρα θρασύτατης επέκτασής του. Το πρώτο μέρος της όλης επιχείρησης διάσωσης, που ήταν ή συγκέντρωση των προς αναχώρηση επιβατών στον επιλεγμένο τόπο είχε ολοκληρωθεί με ασφάλεια την καθορισμένη ώρα. Το επίμαχο τριήμερο αναμονής της άφιξης του υποβρυχίου άρχισε την ώρα που όλοι ήταν στη θέση τους. Βολεύτηκαν ο καθένας όπως-όπως στη βραχώδη παραλιακή τοποθεσία και τοποθετήθηκε για κάθε ενδεχόμενο ένοπλη φρουρά σε κατάλληλες θέσεις εποπτείας προς το Λιβυκό πέλαγος και κάλυψής τους σε περίπτωση ανάγκης. Έμενε να δοθούν τα κατάλληλα φωτεινά σήματα με το φακό την προσυμφωνημένη ώρα, για να τους εντοπίσει το αναμενόμενο υποβρύχιο.

Ο Βρετανός λοχαγός Φίλντιγκ,ο επονομαζόμενος στα ελληνικά Αλέκος, Εγγλέζος στην ώρα του και γενικά τυπικότατος περίμενε ήρεμος να βραδιάσει και την κατάλληλη στιγμή εξέπεμψε τα κατάλληλα σήματα σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί από το Στρατηγείο τηλεγραφικώς… Τρεις φορές έπρεπε να δοθούν τα σήματα ορισμένης χρονικής διάρκειας και με διακοπές κατά ακριβή χρονικά διαστήματα. Ο παραδοσιακά ακριβής και τυπικότατος Άγγλος αξιωματικός εκτέλεσε το καθήκον του αυτό με απόλυτη ακρίβεια και ευθύνη. Δυστυχώς δε φάνηκε στον ορίζοντα καμιά απολύτως ένδειξη ότι τα σήματα έφθασαν στον προορισμό τους και ο υπεύθυνος Άγγλος αξιωματικός είπε προς όλους να αποσυρθούν για ύπνο δεδομένου ότι δεν προβλεπόταν να εκπεμφθούν αυτή τη βραδιά άλλα σήματα.

Η επόμενη ημέρα πέρασε χωρίς τίποτα το αξιόλογο. Όλοι υπομονετικά περίμεναν χωρισμένοι σε παρεούλες. Απασχόλησή τους ήταν οι διάφορες αφηγήσεις από γεγονότα που έζησαν στο παρελθόν και παράλληλα έκαναν κρίσεις και εξέφραζαν τις σκέψεις τους για την τρέχουσα κατάσταση.

Τα παιδιά δεν έπαυαν να είναι κινητικά και δραστήρια με κάποιες διακοπές στο παιχνίδι τους, όταν μεσολαβούσαν ψιλοτραυματισμοί τους και γδαρσίματα στα αιχμηρά βράχια… Τότε η ήσυχη ατμόσφαιρα αναταρασσόταν για λίγο από τα κλάματα των παιδιών και οι γνώριμοι ήχοι τους διαχέονταν και κάλυπταν όλο το το φαινομενικά ήσυχο υπαίθριο στρατόπεδο.

Το βράδυ την ίδια καθορισμένη ώρα ο Άγγλος λοχαγός έκανε ξανά τα συμφωνημένα φωτεινά σήματα, κανονικά, προς το σκοτεινό θαλάσσιο ορίζοντα, ενώ όλοι είχαν στρέψει την προσοχή τους προς τη θάλασσα και με κομμένη την ανάσα περίμεναν να υπάρξει κάποιο δείγμα ότι υπήρξε λήπτης των σημάτων αυτών. Μάταια όμως έψαχναν και αυτή τη βραδιά. Ανταπόκριση δεν υπήρξε.

Ήταν σα να έπεσαν πάλι στο κενό. Η απογοήτευση όλων ήταν φανερή. Αποσύρθηκαν σκυθρωποί ο καθένας στην πέτρινη κοίτη του. Οι τελευταίοι που είχαν μείνει πάνω σ΄ένα βράχο όρθιοι, μεταξύ τους και ο Ανδρέας, παρακάλεσαν τον Άγγλο λοχαγό να επαναλάβει τα σήματα, αλλά αυτός αρνήθηκε σταθερά στην πρότασή τους αυτή.

Η τρίτη μέρα για όλους ήταν πιο δύσκολη, γιατί εκτός από την ανησυχία τους από την άγνοια των αιτίων που έκαναν να μην έχει ακόμα φανεί το υποβρύχιο, είχαν να αντιμετωπίσουν και την έλλειψη τροφής. Το ψωμί και τυρί που κρατούσαν είχε τελειώσει και οι γονείς ιδιαίτερα δεν είχαν τι να απαντήσουν στα παιδιά τους που έψαχναν και ζητούσαν να βρουν κάπου φαγητό. Ευτυχώς έδωσε την προσωρινή λύση μια συκιά που ήταν λίγο πιο πάνω, τα παιδιά τουλάχιστον έφαγαν από τα ώριμα σύκα της και κάπως ησύχασαν. Ένας συγγενής από το Ροδάκινο λίγο αργότερα έφερε τυρί, λίγο ψωμί και τηγανητές πατάτες και πήραν όλοι για να ξεγελάσουν τον ουρανίσκο τους..

Η τρίτη αυτή κενή μέρα πέρασε με μια παράξενη αμφίρροπη διάθεση. Άλλοτε επικρατούσε ανησυχία για την τύχη τους και την τύχη του σκάφους που περίμεναν και άλλοτε γελούσαν όλοι μαζί αυτοσαρκαζόμενοι και διασκεδάζοντας τη δύσκολη θέση τους. Ευτυχώς ένα σημείωμα που έλαβαν με ένα ειδικά απεσταλμένο νεαρό αγγελιοφόρο από τον ασυρματιστή Ευαγγέλου που είχε μείνει στο λημέρι τους ενίσχυσε την υπομονή τους, γιατί τους διαβεβαίωνε ότι το σκάφος που περιμένουν θα έλθει.

Το βράδυ της τρίτης ημέρας την καθορισμένη ώρα ο Άγγλος αξιωματικός επανέλαβε κανονικά, όπως και τις προηγούμενες δύο βραδιές τα σήματά του και μάλιστα αυτή τη φόρα υπερέβαλε τον εαυτό του δείχνοντας κάποια ελάστικότητα στις προτροπές της ελληνικής συντροφιάς του όσο και μια δυσαρέσκεια από το ότι δε γινόταν κατανοητό από το περιβάλλον του ότι έκανε στο ακέραιο το καθήκον του και ότι τα επιπλέον σήματα που του ζητούσαν να κάνει ήταν πέρα από τα κανονικά προβλεπόμενα και επομένως ήταν κατά παράβαση των τύπων και των κανονισμών, αλλά και των εντολών που αυτός τηρούσε πάντοτε και δεν είχε διάθεση να αλλάξει τακτική.Δυστυχώς και αυτή τη φορά,άν και περίσσότερα των κανονικών, τα σήματα έμειναν χωρίς ανταπόκριση και έφυγαν όλοι σιωπηλοί για ύπνο διατηρώντας την ελπίδα πως η επόμενη βραδιά θα ήταν η τυχερή, αυτή που περίμεναν.

Το υποβρύχιο από την άλλη μεριά περνούσε τους δικούς του προβληματισμούς.Είχε φτάσει στην ώρα του στην περιοχή, παρέμενε στο βυθό όλη την ημέρα και έβγαινε στην επιφάνεια τη νύχτα. Καιροφυλαχτούσε για τα συμφωνημένα φωτεινά σήματα και ο Κυβερνήτης και το πλήρωμα είχε αρχίσει να ανησυχεί.για την ανυπαρξία τους..Τριγυρνούσε γύρω από την περιοχή με τις μηχανές του στο ρελαντί και προσπαθούσε μάταια να διακρίνει ένα στοιχείο, ένα φως που θα τον οδηγούσε στο σημείο που βρίσκονταν κρυμμένοι οι επίδοξοι επιβάτες του.Τρία μερόνυχτα περιφερόταν στην περιοχή.Στο τέλος είχαν αρχίσει στο πλήρωμα να απελπίζονται και να αντιμετωπίζουν το δίλημμα αν θα έπρεπε να επιμείνουν στην τακτική της αναμονής τους ή θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την όλη προσπάθεια Ευτυχώς Κυβερνήτης και Πλήρωμα ομόφωνα αποφάσισαν να μην εγκαταλείψουν αυτή τη γενναία προσπάθεια και μάλιστα να τη συνεχίσουν με αποτελεσματικότερο,έστω και λιγότερο ορθόδοξο τρόπο.Ο στόχος της διάσωσης μιας μεγάλης ομάδας κυνηγημένων συμπατριωτών τους δικαιολογούσε τη συνέχιση της προσπάθειας ακόμα και με πράξεις που θα ξέφευγαν από τον καλώς εννοούμενο τύπο, αρκεί να μην έθεταν το εγχείρημα σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Στην περιοχή που αναδύθηκε αυτή τη φορά το υποβρύχιο κοντά ήταν το χωριό Ροδάκινο. Μαζί με τους Έλληνες ναυτικούς του πληρώματος του υποβρυχίου ήταν και ένας Βρετανός αξιωματικός που συνόδευε την αποστολή γνωστός στον Ανδρέα και την Ευαγγελία από προηγούμενες συνεργασίες τους, γνωστός και από προηγούμενες αφηγήσεις μας ο Λοχαγός Χιούζ. Στο υποβρύχιο αποφάσισαν να δράσουν ανορθόδοξα αυτή τη φορά. Μια μικρή ομάδα του πληρώματος, μαζί με τον Άγγλο αξιωματικό βγήκαν στην ξηρά με μια μικρή λέμβο του υποβρυχίου και περπάτησαν ως το χωριό για να πληροφορηθούν τον πιθανό τόπο που κρύβονταν τα άτομα που αναζητούσαν για να τα πάρουν μαζί τους. Κάτοικοι του χωριού τους οδήγησαν στον πρόεδρο της Κοινότητας, ένα γνήσιο γενναίο Κρητικό της γνωστής οικογένειας Χομπίτη, που μόλις την προηγούμενη μέρα είχε σχετικά πληροφορηθεί για την όλη υπόθεση και τους υπέδειξε αμέσως τον τόπο που ζητούσαν. Αυτοί, γύρισαν πίσω στο σκάφος τους που στη συνέχεια το οδήγησαν μπροστά στον ανοιχτό μικρό κολπίσκο που ήταν κρυμμένοι αυτοί που ζητούσαν. Πλησίασαν ένα μικρό ψαράδικο που ψάρευε εκείνη την ώρα στην περιοχή. Οι ψαράδες αιφνιδιάστηκαν και απόρησαν στην αρχή, γιατί είχαν την πληροφορία ότι στην περιοχή ήταν ένοπλοι Γερμανοί, αλλά γρήγορα κατάλαβαν και ανέλαβαν το έργο να τους ξυπνήσουν και να τους μεταφέρουν στο υποβρύχιο. Για κάθε ενδεχόμενο οι άνδρες του υποβρυχίου κράτησαν και ένα ψαρά στο υποβρύχιο σαν όμηρο για μεγαλύτερη σιγουριά.

Ο θόρυβος των μηχανών του υποβρυχίου ξύπνησε την Ευαγγελία που με την έγνοια των παιδιών της και την όλη κατάσταση λαγουδοκοιμόταν και μίλησε με τον Ανδρέα δίπλα της που κιαυτός συμφώνησε για την ύπαρξη του χαρακτηριστικού απόμακρου θορύβου μηχανών. Ο Ανδρέας έριξε μια ματιά, τι κάνουν τα παιδιά, και μάλιστα για να δει καλύτερα άναψε το ασθενικό τρεμουλιαστό φως του φακού του. Αυτό ήταν αρκετό για να τους εντοπίσουν οι ψαράδες και να δοθεί το σύνθημα για τη συγκέντρωση όλων στο προσυμφωνημένο σημείο και άρχισε αμέσως η μεταφορά τους κατά ομάδες στο υποβρύχιο.

Τί όμως είχε συμβεί; Γιατί από την αρχή και για τρείς διαδοχικές, τις καθορισμένες νύχτες δεν έβλεπε το υποβρύχιο τα σήματα που εκπέμπονταν απο την ξηρά; Για ποιό λόγο τα σήματα που έστελνε ο τυπικότατος Άγγλος αξιωματικός την καθορισμένη ώρα δεν έφταναν στο υποβρύχιο με συνέπεια να τεθεί σε άμεσο κίνδυνο όλη αυτή η καλά οργανωμένη επιχείρηση, να αμφισβητηθεί η μέχρι τότε συνετή στάση αυτού του σοβαρού ανθρώπου και βέβαια να μπουν σε αμφιβολία οι μέχρι τότε άριστες σχέσεις του με τον Ανδρέα;

Η σωστότερη απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι: Όλα έγιναν από μια άδολη παρεξήγηση.Για όλα έφταιξε η άγνοια των δύο μερών ότι τα ρολόγια τους, τα ρολόγια πομπού και δέκτη δεν έδειχναν την ίδια ώρα.Το υποβρύχιο είχε τη θερινή ώρα που ίσχυε στο δυτικό ελεύθερο κόσμο,όπου το καλοκαίρι τα ρολόγια άλλαζαν την ένδειξη που είχαν το χειμώνα και έδειχναν ότι ο Ήλιος έδυε μια ώρα αργότερα, ενώ στη σκλαβωμένη Κρήτη η ώρα δεν είχε αλλάξει και συνέχιζε να παραμένει η ίδια χειμώνα και καλοκαίρι. Αυτό είχε συνέπεια να δίδονται τα σήματα από την ξηρά την ώρα που το υπόβρύχιο δεν είχε ακόμα αναδυθεί στην επιφάνεια.

Δεν είχε ακόμα ξημερώσει όταν ακούσαμε φωνές από τη θάλασσα, <<βρε παιδιά ξυπνάτε>> !!! Αμέσως κατέβηκαν στην ακτή ο Αλέκος με λίγους ακόμα άντρες της παρέας,για να εξακριβώσουν αν πράγματι είναι δικοί μας και όταν διαπίστωσαν ότι τους είχαν στείλει από το υποβρύχιο »Παπανικολής΄΄, που είχε έλθει με αποστολή να πάρει 22 άτομα, ο Αλέκος φώναξε να κατέβουμε όλοι στην παραλία. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε μια μεγάλη βάρκα… Κοντοστάθηκα και αυθόρμητα λέω ΄΄Παναγία μου πού πηγαίνομε;» και μου λέει ο ανηψιός μας Γιώργης Γιαννάς που ήταν δίπλα μου, »έλα θεία, κάμε το σταυρό σου και έμπα στη βάρκα»… Μπήκαμε όλοι στη βάρκα… Πίσω μας αφήναμε την Κρήτη μας, ενώ μπροστά μας είχαμε το Λιβυκό και πολύ γρήγορα φάνηκε μέσα στη νύχτα σαν ένα μαύρο θηρίο το υποβρύχιο που όσο το πλησιάζαμε όλο και γινόταν πιο μαύρο και όλο μεγάλωνε…Ανεβήκαμε γρήγορα και μας υποδέχτηκαν ο Κυβερνήτης και μαζί του ο Χιούζ που μας περίμενε. Τότε μόνο πίστεψα ότι όλα όσα ζούσα ήταν αληθινά.Η χαρά μας ήταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν μας είπαν ότι είμαστε πάνω στο υποβρύχιο »Παπανικολής». Πλησίαζε η ώρα να ξημερώσει και βρισκόμαστε μεταξύ δυο Γερμανικών φυλακίων ανατολικά είχαμε τον Πλακιά και δυτικά το Φραγκοκάστελλο. Έπρεπε να χαθούμε από τον ορίζοντα το γρηγορότερο. Ο Ανδρέας είπε στον Κυβερνήτη ότι είχε ένα ανηψιό του στην παραλία και ρώτησε αν ήταν δυνατόν να τον πάρουν μαζί τους. Από τη στιγμή που διάβασε το σημείωμα του Ευαγγέλου είπε στο Γιάννη ότι δεν ήταν βέβαιο ότι θα τον παίρναμε μαζί μας. Κρύφτηκε και περίμενε. Όταν ανέβηκε και ο Γιάννης, αμέσως το υποβρύχιο καταδύθηκε.

Το ταξίδι μας κράτησε πέντε ολόκληρα 24ωρα ή όπως πολλοί προτιμούν να λένε δέκα μερόνυχτα.Ο καλός μας Κυβερνήτης, ο κ. Σπανίδης μας παραχώρησε την καμπίνα του και μείναμε εκεί μέσα στιβαγμένοι όλη η οικογένεια, αλλά ήμασταν καλύτερα απ’όλους. Στον περιορισμένο χώρο του υποβρυχίου, έμειναν άλλος σε ένα καναπεδάκι,άλλος πάνω σε ένα τραπεζάκι, όπου έβρισκε ο καθένας…

Προσέξαμε με τον Ανδρέα πως η συμπεριφορά του Χιούζ προς εμάς ήταν τώρα αλλιώτικη από ό,τι την ξέραμε. Δε μπορούσαμε να εξηγήσουμε τη στάση του αυτή. Έχω τη γνώμη πως πρόφτασε να του βάλει λόγια ο Αλέκος που κι αυτός συνταξίδευε μαζί μας… Ο Ανδρέας από τότε κατάλαβε πως η επιστροφή του στην Κρήτη δεν ήταν καθόλου βεβαία. Η συμπεριφορά των δύο Βρετανών αξιωματικών έπαυσε να είναι φιλική. Αντίθετα η συμπεριφορά του Κυβερνήτη ήταν περισσότερο από φιλική.Ο Ανδρέας συζητούσε μαζί του και από την αρχή κατάλαβε ότι είχε να κάμει με ένα εξαίρετο άνθρωπο. Είναι βέβαιο πως αν το υποβρύχιο δεν ήταν Ελληνικό, δεν θα υπέμενε με κίνδυνο τρείς ολόκληρες νύχτες για να μας πάρει. Όμως αυτοί οι Έλληνες ναυτικοί ήξεραν καλά ότι επρόκειτο να πάρουν Έλληνες πατριώτες και μάλιστα μια οικογένεια με μικρά παιδιά.

Το τι σχεδίαζαν ο Αλέκος με το Χιούζ για τον άνδρα μου, όταν συναντήθηκαν μέσα στο υποβρύχιο δε θα το μάθουμε ποτέ. Είναι πολύ πιθανό και πάντως προκύπτει,εκτός από την κατοπινή συμπεριφορά τους και από τα γεγονότα που ακολούθησαν πως τότε σχεδίασαν να μην επιτρέψουν την επιστροφή του Ανδρέα στην Κρήτη, αλλάσσοντας τα σχέδια που είχαν στην αρχή συμφωνήσει .

Οι άνδρες του πληρώματος του υποβρυχίου δεν ήξεραν με ποιο τρόπο, ο ένας περισσότερο από τον άλλο θα μας έδειχναν την αγάπη τους και ποιος θα μας περιποιηθεί καλύτερα. Η καμπίνα μας γέμισε από σοκολάτες, διάφορα άλλα γλυκά και ένα κουτί γεμάτο αμυγδαλωτά που μας τα πρόσφερε ο Ύπαρχος κ.Παναγιώτου που του τα είχε στείλει η μνηστή του και τα είχε κρατήσει για τα παιδιά. Ύστερα από τις ατέλειωτες ώρες στον ίδιο αυτό κλειστό χώρο το μικρό Λευτεράκι άρχισε να κλαίει και το παιδικό κλάμα ήχησε σε όλο το στενό χώρο του σκάφους. Μερικοί άνδρες από το πλήρωμα ακούγοντας το παιδικό κλάμα έτρεξαν μπροστά από την πόρτα της καμπίνας και καθώς εγώ προσπαθούσα να πείσω το παιδί μου να μη σκούζει εκείνοι, όλοι μαζί μου φώναζαν »αφήστε το παιδί να κλάψει, θέλουμε να ακούσουμε κλάμα παιδιού». Ήταν μια πολύ συγκινητική σκηνή… Ποιος ξέρει ποιοι απ αυτούς τους ηρωϊκούς μας ναυτικούς είχαν αφήσει πίσω τους μικρά παιδιά.

Το ταξίδι μας προχωρούσε με κατεύθυνση τη Βηρυτό, μέσα σε μια θάλασσα γεμάτη κινδύνους. Μέσα της είναι βέβαιο ότι έπλεαν επίσης διάφορα εχθρικά πολεμικά σκάφη, από υποβρύχια μέχρι αντιτορπιλικά. Το τί κινδύνους διατρέχαμε μόνο ο Κυβερνήτης μας ήξερε. Μια απότομη και αιφνιδιαστική κίνηση του υποβρυχίου μέσα στη νύχτα έκαμε όλους να καρδιοχτυπήσουν. Η καταπακτή του υποβρυχίου κλείστηκε απότομα και το σκάφος γρήγορα καταδύθηκε, ένώ όλοι καταλάβαμε ότι το υποβρύχιο άλλαζε πορεία. Όλοι διαισθανθήκαμε ότι κάτι το επικίνδυνο είχε συμβεί, αλλά ο καπετάνιος με το ψύχραιμο και γελαστό ύφος του μας καθησύχαζε. Αργότερα,όταν είχαμε ξεφύγει οριστικά από τον κίνδυνο, μας εξήγησε ότι βρεθήκαμε αντιμέτωποι με εχθρικό υποβρύχιο που έγκαιρα αποφύγαμε, γιατί βέβαια στην περίπτωσή μας και με το φορτίο που φέρουμε έπρεπε να αποφύγουμε την οποιαδήποτε εμπλοκή και αντιπαράθεση μαζί του. Την τέταρτη μέρα του ταξιδιού μας ήλθαν κοντά μας, για ασφάλεια και για να βοηθηθεί ο ανεφοδιασμός σε κάυσιμα του υποβρυχίου μας εν πλώ, τα αντιτορπιλικά μας »Κουντουριώτης» και »Ιέραξ». Είχαμε την ευκαιρία οικογενειακώς να επιβιβαστούμε σε ένα πολεμικο,εξοπλισμένο σαν αστακός πλοίο. Πήραν πρώτα το μικρότερο επιβάτη του Παπανικολή, το Λευτεράκι μας και του τράβηξαν φωτογραφίες, έτσι όπως ήταν ξυπόλητο πάνω στη γέφυρα. Μετά ανεβήκαμε και εμείς και ο Κυβερνήτης μας έκαμε την τιμή να φωτογραφηθεί μαζί με όλη μας την οικογένεια.

Αυτό που έβλεπα αμέσως μετά να εκτυλίσσεται μπροστά μου ήταν εκπληκτικό. Δύο αντιτορπιλικά μας να γυρίζουν γύρω από το υποβρύχιό μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα Ήταν μιά σπάνια σκηνή πραγματικών ελιγμών πολεμικών πλοίων σε εποχή πολέμου. Δεν τη ζεί κανείς εύκολα μια τέτοια εμπειρία και βέβαια δεν εύχεται να ζήσει άλλος τα συναισθήματα και τις ανεξήτιλες αυτές εντυπώσεις που μένουν για πάντα στη μνήμη. Μια μητέρα με τα τρία μικρά παιδιά της και τον άντρα της να γεύεται μια ακόμα μορφή του πιό σκληρού παγκόσμιου πολέμου, του πολέμου στη θάλασσα. Το βράδυ διαδεχόταν την ημέρα, το σκοτάδι διαδέχοταν το φώς, ώσπου είδαμε απέναντί μας τα φώτα της Βηρυτού.Σε μεγάλη έκταση στην απέναντί μας παραλία εκτείνονταν στρατιωτικές βάσεις. Οι προβολείς όλων αυτών των βάσεων έπεφταν πάνω στο υποβρύχιό μας, σα να ήθελαν να το διαβεβαιώσουν ότι το αναγνώρισαν και εκφράζουν τη φιλική τους διάθεση και την προστασία που ήταν έτοιμες να του παράσχουν. Ένα φαντασμαγορικό σπάνιο σκηνικό που θα το χαρακτήριζα απολαυστικό, αν δεν ήταν έντονα παρούσα η αίσθηση του κινδύνου.

Οδηγηθήκαμε στη βάση υποβρυχίων. Με συγκίνηση αποχαιρετήσαμε τον »Παπανικολή» και το πλήρωμά του και επιβιβαστήκαμε στο ατμόπλοιο »Κορινθία», που ήταν αυτό που λέμε βάση υποβρυχίων των συμμάχων στη Μέση Ανατολή.Ανεβαίνοντας τη μεγάλη σκάλα του »Κορινθία» βλέπαμε με δακρύβρεκτα μάτια κάτω μας το υποβρύχιο που με τόσους κινδύνους σε μια τόσο δύσκολη εποχή κατάφερε να μας αρπάξει μέσα από τα δόντια του κατακτητή.

Ανεβήκαμε τη σκάλα και στη γέφυρα είχε συγκεντρωθεί όλο το πλήρωμα του πλοίου για να υποδεχθεί και να δεί τον αρχηγό της αντίστασης στην Κρήτη και την οικογένειά του. Ποιόν αρχηγό ; Μροστά τους είχαν ένα κουρελιάρη και την ταλαίπωρη και βρώμικη απο την απλυσιά οικογένειά του. Τόσες μέρες ταξίδι χωρίς διακοπή. Δε λέω, ήταν τιμή μας. Μας οδήγησαν στην τραπεζαρία του πλοίου. Είχαν ετοιμασία με πλούσιο γεύμα, ενώ εμείς, βλέποντας τα χάλια μας, ντρεπόμαστε να καθίσουμε στα πολυτελή καθίσματα και το μόνο που ζητήσαμε ήταν ένα μπάνιο. Αυτό που μας βάραινε περισσότερο ήταν η απλυσιά. Στο υποβρύχιο δεν επιτρεπόταν ούτε το πρόσωπο σου να πλύνεις. Πρώτη μας ανάγκη εκείνη την ώρα ήταν ένα μπάνιο. Ευτυχώς μας το επέτρεψαν, αλλά μόνο σε εμάς τους δύο μεγάλους. Τα παιδιά μας κουρασμένα, τα έβαλαν σε μια καμπίνα και αμέσως κοιμήθηκαν. Έπρεπε να φύγουμε το ίδιο βράδυ, χωρίς καθυστέρηση. Οι φίλοι μας οι Άγγλοι βιάζονταν φαίνεται να μας ξεφορτωθούν. Τα μεσάνυχτα πήραμε τα παιδιά μας και φύγαμε. Τα κρεβάτια τους τα βρήκαμε γεμάτα από δώρα, παιγνίδια και σοκολάτες.

Η ΑΦΙΞΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Μας έβαλαν σε ένα παλιό φορτηγό αυτοκίνητο όλους και αυτοί,ο Χιουζ , ο Φίλντινγκ και ένας ακόμα Άγγλος που ήλθε για να μας παραλάβει, επιβιβάστηκαν σε ένα πολυτελές επιβατικό, μια κούρσα. Κουρασμένοι από την πολυήμερη ταλαιπωρία μας το μόνο που περίσσευε ήταν και μια βλάβη στο αυτοκίνητο που μας μετέφερε. Έγινε κι΄αυτό. Μόλις βγήκαμε έξω από τη Βηρυτό, στα περίχωρα, το σαράβαλο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου από βλάβη και περιμέναμε περίπου δύο ώρες για να το διορθώσουν. Ξαπλωμένοι χάμω στα χωράφια, κατάκοποι και άυπνοι ήταν ήδη ξημερώματα, βλέπαμε τους χωρικούς, παρέες-παρέες να περνούν μπροστά μας, φορτωμένοι τη σοδειά τους, ντομάτες, κολοκυθάκια και άλλα περβολικά για να τα πουλήσουν στην πόλη. Προχωρούσαν με σώματα ευθυτενή σα λαμπάδες με τα πανέρια στο κεφάλι τους, θάταν πάνω από 20 κιλά το καθένα. Όλοι τους κομψοί και λυγεροί με ταχύ και σταθερό βάδισμα, ήταν να κάθεσαι και να τους θαυμάζεις.

Η μηχανή του φορτηγού πήρε μπρος, ανεβήκαμε πάλι στην καρότσα και ξεκινήσαμε, για πού; Κανείς δεν ήξερε να μας πει με βεβαιότητα. Εκεί που νομίζαμε πως πηταίναμε στην πόλη Χάιφα, κάποια στιγμή διαπιστώνουμε πως δεν πηγαίναμε στη Χάιφα, αλλά πολύ έξω από την πόλη. Μας είχαν οδηγήσει σε στρατόπεδο προσφύγων. Ένα γήπεδο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα γεμάτο σκηνές, μέσα στην Αυγουστιάτικη ανατολίτικη ζέστη, με τις μυίγες και τα κουνούπια να κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα και να μας επιτίθενται αδιάκοπα.

Ήταν η πρώτη εντύπωση της περιποίησης που μας επιφύλασσαν οι φίλοι μας. Το φορτηγό σταμάτησε στην είσοδο του στρατοπέδου. »Η οικογένεια να κατέβει» μας λένε επιτακτικά. Πού να πάμε; Η συμπεριφορά προς την οικογένεια που είχε μεταφερθεί με απόφαση της Αρχής, υπηρεσιακά, με ειδική απόστολή, δεν διέφερε σε τίποτα από όλες τις μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων που βρέθηκαν εκεί με οποιοδήποτε άλλο ανεπίσημο ή αυθαίρετο τρόπο.Η μόνη διαφορά έναντι των άλλων ήταν ότι μας έδωσαν σκηνή για να μείνουμε ξεχωριστά σαν οικογένεια, ενώ οι άλλοι θα έμεναν σε μεγάλα ομαδικά αντίσκηνα.

Οι φίλοι μας που εμείς με κίνδυνο της ζωής μας φιλοξενούσαμε μήνες ολόκληρους στο σπίτι μας, που τους δίναμε από το ψωμί των παιδιών μας για να μην πεινάσουν, τώρα μας το ανταπέδιδαν με εγκατάλειψη και αδιαφορία. Σε μια δύσκολη στιγμή για μας έγιναν άφαντοι. Μάθαμε αργότερα ότι αυτοί πήγαν και εγκαταστάθηκαν σε Ξενοδοχείο.

Δεν πειράζει…Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε και τη νέα αυτή ταλαιπωρία που αναπάντεχα είχαμε μπροστά μας, αδιαμαρτύρητα, ταπεινά.Μόλις μπήκαμε στη σκηνή, ο Ανδρέας έψαξε και βρήκε μιά σανίδα, την έβαλε χάμω και έπεσε πάνω της μπρούμυτα, με τα χέρια να κρύβουν το πρόσωπο. Εγώ με την ΄Αννα και τα παιδιά είχαμε μείνει και παρακολουθούσαμε τις κινήσεις του αυτές αμίλητοι… Ένας Άγγλος στρατιώτης μας υπέδειξε με νοήματα να πάμε να πάρουμε κρεβάτια από ένα σωρό σίδερα που ήταν εκεί δίπλα στιβαγμένα. Του γύρισα την πλάτη βρίζοντας αγανακτισμένη… Σε λίγο φθάνουν δύο δικοί μας και μας φέρνουν σε μιά καραβάνα τσάϊ και ποτήρια εμαγιέ με γάλα για όλους και φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα. Ούτε ξέρω πώς φέρθηκα και σαυτούς τους ανθρώπους, ενώ σε λίγο οι ίδιοι αυτοί μας έφεραν και πετσέτες και σαπούνι για να πλυθούμε. Ο Ανδρέας δεν έπαιρνε είδηση απ΄αυτά, ενώ εγώ επηρεασμένη από τον τρόπο αντιμετώπισής μας και με μιά πρωτόγνωρη δική μου διάθεση αντίστασης τους φερόμουν σα να τους έδιωχνα.Ο Θεός ξέρει την αγανάκτησή μου.Πάντως και οι άλλοι συνταξιδιώτες μας στα άλλα αντίσκηνα τύχαιναν ανάλογης συμπεριφοράς, με ίδια περίπου αντίδραση,ώσπου οι στρατιώτες ενημέρωσαν το Λοχαγό τους και ήλθε να δει τι συμβαίνει. Είχε μάθει ότι είχε έλθει μιά »παρέα» από την Κρήτη και μόλις ήλθε ρώτησε ποιός είναι ο αρχηγός. Ο Γιάννης του είπε ο Ανδρέας Παπαδάκης.Εκείνος, μόλις άκουσε το όνομα, έτρεξε στη σκηνή μας. Μου φάνηκε αμέσως γνωστός, αλλά μέσα στη σύγχυσή μου δε μπόρεσα να θυμηθώ πού τον είχα ξαναδεί. Ήλθε προς εμένα και με αποκάλεσε κουμπάρα…Ήταν ένας από τους 8 αξιωματικούς που μας είχαν στεφανώσει, ο Χρήστος Βασιλάκης από τα Γουλεδιανά Ρεθύμνης. Με χαιρέτησε και βλέπει χάμω τον Ανδρέα που συνέχιζε να μένει ακίνητος μπρούμυτα στη σανίδα.Του φωνάζει, »κουμπάρε»… Ο Ανδρέας γυρίζει το κεφάλι του και μόλις τον είδε, σηκώνεται με προσπάθεια, τον αγκαλιάζει και έκλαιγε σα μωρό παιδί. Όταν συνήλθαν και οι δύο απο τη συγκίνηση ο κουμπάρος μας εξήγησε ότι αυτή η αντιμετώπισή μας είναι ίδια προς όλους. Ο Ανδρέας του απάντησε ότι δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες και ότι θα μπορούσαν τουλάχιστον να μας εξηγούσαν το λόγο, γιατί ο νόμος βέβαια είναι νόμος και δε θα μας κακοφαινόταν. Εξ άλλου, ύστερα από τα σπηλιάρια και τα κατσάβραχα που ζούσαμε στην Κρήτη οι σκηνές θα ήταν παλάτι για μας. Αλλά, πρόσθεσε, οι φίλοι μας που μας οδήγησαν ως εδώ έφυγαν, χωρίς να μας δώσουν καμιά εξήγηση. Ύστερα από τη συζήτηση αυτή με τον κουμπάρο μας, που ήταν και ο στρατοπεδάρχης εκεί νιώσαμε διαφορετικά. Μας έφεραν καθαρά κρεβάτια, στρώματα και κουβέρτες και μείναμε σαυτό το στρατόπεδο τρείς ημέρες. Όμως τα παιδιά, από την ατμόσφαιρα των βουνών της Κρήτης, βρέθηκαν ξαφνικά σ΄ένα στρατόπεδο της Παλαιστίνης, σε ένα διαφορετικό και βαρύ κλίμα. Από την απότομη αλλαγή και τη ζέστη γέμισαν κοκκινίλες σ΄όλο τους το σώμα. Ζητήσαμε τη βοήθεια του Έλληνα Πρόξενου στη ΧάΙφα και αμέσως μας έστειλε τη σύζυγό και το γυιό του που έδειξαν ενδιαφέρον και μάλιστα μας ψώνισαν απ΄όλα όσα είχαμε ανάγκη, εσώρουχα, ρούχα, παπούτσια και λίγο σουλουπωθήκαμε. Ο Πρόξενος ενδιαφέρθηκε επίσης και βγήκαμε το γρηγορότερο από το στρατόπεδο, που η ζωή μας ήταν πολύ δύσκολη.

Παράλληλα, οι συνταξιδιώτες μας αντιμετώπισαν τόσες πολλές δυσκολίες που τους ανάγκασαν να κηρύξουν απεργία πείνας που είχε αποτέλεσμα να τους επιτρέψουν την έξοδο από το στρατόπεδο και τη μετάβαση όλων μας στη ΧάΙφα. Εμείς οικογενειακώς και μαζί μας η Άννα, με την παρέμβαση και του Προξένου της Χάιφα μείναμε σε ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της περιοχής.

Λιγες μέρες αργότερα αναχωρούσαμε για τα Ιεροσόλυμα. Εκεί συναντήσαμε πολύ γνωστό κόσμο που μας βοήθησαν τις πρώτες δύσκολες μέρες. Ήταν ο Λοχαγός Στέλιος Παπαδερός, φίλος του Ανδρέα που πρώτος μας κατατόπισε για τη νέα μας κατοικία και μας έδωσε πολύ θάρρος, ο Γρηγοράκης ή Σατανάς, καπετάνιος από το Ηράκλειο, ο Αγαθάγγελος Λαγουβάρδος και πολλοί άλλοι που στάθηκαν δίπλα μας εκείνες τις δύσκολες ημέρες. Βρήκαμε ένα καλό,άνετο, επιπλωμένο σπίτι και εγκατασταθήκαμε. Το ημερολόγιο έδειχνε 15 Αυγούστου,ημέρα της Παναγίας, όταν ο Παπαδερός είχε την πρωτοβουλία να πάμε πρωΐ στη Γεσθημανή στον Τάφο της Παναγίας. Με ευλάβεια και μοναδική συγκίνηση ζήσαμε τη γιορταστική ατμόσφαιρα και προσκυνήσαμε το σεπτό Τάφο της Παναγίας μας. Νιώθαμε όσο ποτέ την ανάγκη να ευχαριστήσουμε το Θεό που μας αξίωσε να ζήσουμε και να βρεθούμε στα Άγια αυτά μέρη. Στη μεγαλειώδη αυτή θρησκευτική τελετή είδαμε πολλούς γνωστούς μας αξιωματικούς και μαζί τους το Συνταγματάρχη Γ. Χατζησταυρή που μας είπε ότι ήλθε για να παραστεί στην τελετή, αλλά και για να συναντήσει τον Ανδρέα που είχε πληροφορηθεί για την άφιξή μας.

Μετά την εκκλησία μας πήρε και μας οδήγησε στο Εληνικό Φρουραρχείο στο Γραφείο του Φρουράρχου και λέει στον Ανδρέα »Αυτή η καρέκλα είναι για σένα… Σε διορίζω Φρούραρχο Ιεροσολύμων… Θα μείνεις εδώ με την οικογένειά σου που το κλίμα είναι πολύ καλό, γιατί ύστερα από τις τόσες περιπέτειες που έχεις περάσει δεν πρέπει να πας στην Αίγυπτο, στο βαρύ κλίμα του Καΐρου και μαυτές τις ζέστες». Μας έδωσε χαρά ο διορισμός αυτός, αλλά δυστυχώς δεν επρόκειτο να κρατήσει πολύ. Ο Ανδρέας, ύστερα από τις τόσες περιπέτειες και το τελευταίο ψυχικό ταρακούνημα δε βάσταξε. Την άλλη μέρα δεν πρόλαβε να πάει στο φρουραρχείο αλλά έπεσε στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Ο γιατρός του συνέστησε αμέσως Νοσοκομείο. Τον πήγαμε στο Αγγλικό Νοσοκομείο και διαγνώστηκε ένα απόστημα στο λαίμό που έπρεπε να χειρουργηθεί. Ήμουν διαρκώς δίπλα του. Πήγαινα πρωί-πρωί και έφευγα το βράδυ. Περνούσα από ένα ρεστοράν που με περίμεναν όλοι οι γνωστοί μας για να μάθουν πώς πηγαίνει… Δεν είχα καλά νέα κι εγώ, ράκος από την κούραση και στενοχώρια, που έβλεπα τον άνδρα μου κάθε μέρα και χειρότερα, βρισκόμουνα σε απόγνωση, ενώ οι καλοί μας φίλοι προσπαθούσαν να μου δώσουν κουράγιο. Θα μου μείνει αξέχαστο ένα Σάββατο που μόλις με είδε ο Άγγλος γιατρός, με νοήματα μου είπε να μη μείνω κοντά του, γιατί είχε περάσει μιά άσχημη νύχτα και έπρεπε να τον αφήσουμε να ησυχάσει και πάντως πήγαινε καλύτερα. Μπήκα για λίγο και μόλις με είδε μου είπε καταβάλλοντας προσπάθεια, σα να με έβλεπε για τελευταία φορά »άν δεις τους Άγγλους να τους πεις πως αυτοί με πήραν στο λαιμό τους». Του απαντούσα με σιγουριά,επαναλαμβάνοντας »Ανδρέα θα γίνεις καλά…Ησύχασε… Ο γιατρός μόλις τώρα με βεβαίωσε ότι είσαι καλύτερα…» .Τον άφησα να κοιμηθεί όπως με είχε συμβουλέυσει ο γιατρός και πραγματικά συνήλθε. Ο ύπνος ήταν γιαυτόν τη στιγμή εκείνη το καλύτερο φάρμακο. Το πρωί της Κυριακής τον βρήκα πολύ καλύτερα.Σε 10 μέρες βγήκε από το Νοσοκομείο. Ήταν πολύ καλά. Είδε πάλι τα παιδιά του που είχε λαχταρήσει, καθώς κάποια στιγμή είχε φοβηθεί πως δεν θα τα ξανάβλεπε. Ο Θεός λυπήθηκε όλους μας… Από την επόμενη μέρα πήγαινε τακτικά στη νέα του δουλειά, Φρούραρχος Ιεροσολύμων… Μετακομίσαμε μέσα στην ιερή πόλη, πλάι σε ένα μοναστήρι σε καλύτερο και μεγαλύτερο σπίτι. Ήταν άνετο και καλά επιπλωμένο που μας βόλεψε όλους. Είχαμε μαζί μας την Άννα μας και ένα καλό παιδί, στρατιώτη, που μας βοηθούσε στα ψώνια αλλά και στα παιδιά μας.

Η ζωή στην ιερή πόλη, ανάμεσα στα μοναστήρια και κοντά στον Άγιο Τάφο και το Πατριαρχείο κυλούσε ήρεμα και στα πρόσωπα όλων διέκρινες την καλοσύνη και την καλή διάθεση και συμπάθεια. Ένας γέρος καλόγερος, ο Ιερεμίας, με το γερτό προς τη γη σώμα και το καμπουράκι του, Κρητικός στην καταγωγή, ήταν τακτικός επισκέπτης μας κάθε τετάρτη πρωί μετά το πρωϊνό τους ομαδικό πρόγευμα του μοναστηριού. Κρατούσε πάντα φρέσκο ψωμάκι που ζύμωναν οι ίδιοι οι καλόγεροι. Ήταν σταρένιο αχνιστό, μυρωδάτο ψωμί, πολύ νόστιμο και το δεχόμαστε με ευχαρίστηση.

Μιά μέρα, εκτός από το ψωμί άφησε στο τραπέζι και ένα δεματάκι.»Σας έφερα κάτι Κρητικό» μας λέει, »άσπρο σαπούνι από το Ρέθυμνο και κουκιά από τους Αρμένους». Μιά πλάκα σαπούνι με τη σφραγίδα του Σαπωνοποιείου Σκορδίλη από το Ρέθυμνο που κάποιος προσκυνητής του το είχε φέρει από παλιά και θεώρησε καλό να μας το προσφέρει. Ήταν όντως μια χειρονομία αξέχαστης χαράς για μας και συγκίνησης.

Στα Ιεροσόλυμα μείναμε μέχρι το Δεκέμβριο του 43 και είχαμε την ευκαιρία να επισκεφθούμε πολλά ιστορικά μέρη, όπως το Σαραντάριο όρος, τον Ιορδάνη ποταμό, όπου και βαπτιστήκαμε, την Υπεριορδανία, το Αμμάν, το Μάνταμπα, τα Γέρασα και τις εκεί αρχαιότητες από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από το Μάιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 43 είμαστε φιλοξενούμενοι του Πατριάρχη Τιμόθεου στην έπαυλή του στο όρος των Ελαιών. Εκεί γνωρίσαμε και κάναμε παρέα με την αδελφή του Πατριάρχη και την ανηψιά του που κατάφεραν μέσα στην κατοχή να έλθουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Τουρκίας. Περνούσαμε ήσυχα, αλλά ποτέ δεν έφευγε από τη σκέψη μας η σκλαβωμένη πατρίδα, ιδιαίτερα η Κρήτη μας και η αγωνία να μάθουμε ένα νέο από τους δικούς μας ανθρώπους που είχαμε αφήσει πίσω μας .

Ο Ανδρέας ήταν πολύ στενοχωρημένος για τον τρόπο που άλλαξαν τα σχέδια, για να γυρίσει και να συνεχίσει τον αγώνα που είχε αναλάβει στην Κρήτη και πολύ πικραμένος από την όλη συμπεριφορά των Άγγλων συνεργατών του, που μετά το ταξίδι μας με το υποβρύχιο δεν τους ξαναείδαμε.

Το Σεπτέμβριο του 43 αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε την Παλαιστίνη και να πάμε στο Κάιρο. Η ζέστη του καλοκαιριού έπαυσε να είναι πιά εμπόδιο, η εποχή είχε αρχίσει να αλλάσσει και εκεί θα μπορούσαν τα παιδιά μας να γραφτούν σε σχολείο και να μή χάσουν τη σχολική χρονιά. Νοικιάσαμε ένα καλό διαμέρισμα στην περιοχή της Ηλιούπολης, τριών δωματίων με μεγάλη βεράντα στον 4ο όροφο και κοντά μας έμενε η θεία Κούλα, αδελφή της μητέρας μου, που ήταν χρόνια εγκατεστημένη με τον άντρα και τα δύο παιδιά της στο Κάιρο.Εκεί κατοικούσε επίσης ο Παπαδερός που ήταν νιόπαντρος και ο γιατρός Παΐζης που έμενε κοντά μας. Είχαμε καλή παρέα και ο καιρός περνούσε ευχάριστα.

Το Σεπτέμβριο του 44 αφήσαμε το Κάϊρο και μετακομίσαμε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πραγματικά είχαμε την αίσθηση πως βρισκόμαστε στην Ελλάδα. Πολλοί εδώ οι Έλληνες, ενώ και οι αραπάδες, οι περισσότεροι, ήξεραν και μιλούσαν καλά τα Ελληνικά. Αναπνέαμε ένα πιό γνώριμο για μας τους Κρητικούς αέρα, τον αέρα της θάλασσας, γράψαμε τα παιδιά μας σε Σχολείο Ελληνικό με πολλά Ελληνόπουλα και το σπουδαιότερο, γύρω στα τέλη του Οκτώβρη άρχισαν να έρχονται και τα ευχάριστα νέα από την πατρίδα. Η Ελλάδα απελευθερώθηκε από το γερμανικό ζυγό. Η χαρά όλων μας ήταν μεγάλη. Σε ατμόσφαιρα εορταστική αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή στην Πατρίδα.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Η παρεμβολή της Γερμανίας στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 40 είχε αλλάξει τη ροή των πολεμικών επιχειρήσεων στην Αλβανία. Άλλαξε το αποτέλεσμα σε ένα τοπικό ως τότε πόλεμο και έρριξε την Ελλάδα στο επίκεντρο της δίνης του παγκόσμιου πολέμου.Από νικήτρια δύναμη σε ένα αγώνα υπέρ βωμών και εστιών βρέθηκε αντιμέτωπη και τελικά υπόδουλη στο μεγάλο τότε κατακτητή της Ευρώπης, τη Γερμανία του Χίτλερ.Η οποιαδήποτε αντίστασή της που υπήρξε έντονη και μοναδική κατά του επιτιθέμενου κατακτητή, ως προς το τελικό αποτέλεσμα εκτιμάται ανάλογα. Οπωσδήποτε πάντως, στο τελικό αποτέλεσμα του παγκόσμιου πολέμου η συμβολή της αντίστασης της Ελλάδας υπήρξε σημαντική, ίσως η σημαντικότερη όλων των συμμαχικών δυνάμεων που αμύνθηκαν στο Γερμανικό φασισμό. Αυτό, όσο και αν φαίνεται υπερβολικό είναι μια αλήθεια που στηρίζεται στα ιστορικά γεγονότα και δε μπορεί να αμφισβητηθεί. Η καθυστέρηση της προέλασης των Γερμανών εισβολέων από τους Έλληνες μαχητές που αμύνθηκαν σθεναρά στα οχυρά των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων και ακόμα σαφέστερα η επιβράδυνση και οι απώλειές τους από την πρωτοφανή και μοναδική αντίσταση των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη και ιδιαίτερα του τοπικού λαού του νησιού, τιμά την ιστορία και τους αγώνες του Έθνους και αναμφίβολα έπαιξαν το σημαντικότερο ρόλο στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου. Γιατί σήμερα κανείς δεν αμφισβητεί ότι και μόνο οι καθυστερήσεις αυτές των Γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα έγιναν η αιτία να καθυστερήσει η πορεία του πανίσχυρου τότε Γερμανικού στρατού προς τη Ρωσία, που στοίχισε τελικά την ήττα στον άξονα. Όταν εμείς οι μικροί Έλληνες αναφερόμαστε στη συμβολή αυτή της χώρας μας δεν υποτιμούμε βέβαια καθόλου τη συμβολή και τις θυσίες όλων των άλλων συμμαχικών δυνάμεων και μάλιστα τις μάχες της Μεγάλης Βρετανίας…

Δημιουργήθηκε όμως στους Έλληνες, μετά το τέλος του νικηφόρου αγώνα, ένα δικαιολογημένο παράπονο. Αυτοί, που τόσο συντέλεσαν με τις μεγαλύτερες θυσίες και απώλεια αίματος στη μεγαλειώδη επιτυχία, ήταν οι μόνοι που δεν γιόρτασαν και δεν απόλαυσαν τους καρπούς από τις θυσίες τους. Στην Ελλάδα σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες η γιορτή της Ανάστασης είναι σα να μην έφτασε ποτέ ή κράτησε ελάχιστα. Ελάχιστος χρόνος πέρασε από τη στιγμή που η Ελληνική Σημαία κυμάτιζε και πάλι στον ιστό της Ακρόπολης στις 18 Οκτώβρη του 44 και ήλθε ο Δεκέμβρης, για να χυθεί κιάλλο αίμα, αίμα πολύτιμο, Ελληνικό και μάλιστα αυτή τη φορά άδικα, χωρίς αντίβαρο τα υψηλα ιδανικά και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές… Ας μην ψάχνουμε τώρα για υπεύθυνους στο χώρο των συμμάχων. Υπεύθυνοι ήταν όλοι οι ηγέτες των Ελλήνων. Δεν ήταν ο Λαός. Ο Λαός ήθελε να γιορτάσει τη νίκη και να απολαύσει την Ελευθερία που για τέσσερα χρόνια έβλεπε μόνο στα όνειρά του. Υπαίτιοι ήταν οι ηγέτες του. Οι ταγοί αυτού του ηρωϊκού λαού ήταν ανάξιοι να τον οδηγήσουν σε μια ομαλή και ανάλογη με τις δικαιολογημένες προσδοκίες του ζωή. Αντί αυτού αφοσιώθηκαν και περιπλέχτηκαν σε διχόνοιες που τα εμφανή χαρακτηριστικά τους ήταν η υποκρισία, η φιλαρχία και οι προσωπικές φιλοδοξίες.

Δυστυχώς δεν βρέθηκαν ισχυρές προσωπικότητες και κατάλλοι εκπρόωποι να στηρίξουν τους έλληνες, που μετά το ένδοξο Αλβανικό έπος του 40 και τη σθεναρή, ηρωική τους άμυνα απέναντι στον πανίσχυρο Γερμανό εισβολέα στο Ρούπελ και την Κρήτη, συμπολέμησαν με τόση επιτυχία πλάϊ στους άλλους συμμάχους στο Ελ Αλαμέϊν και στο Ρίμινι, καθώς και στις θάλασσες το πολεμικό μας Ναυτικό και γιατί όχι και στο Εμπορικό μας Ναυτικό, τους Έλληνες της υπέροχης γενιάς εκείνης του 40, που αντιστάθηκαν και πολέμησαν σύσσωμοι κατά του κατακτητή, αυτούς που μπόρεσαν ακόμα και να απομονώσουν και να αχρηστεύσουν τους ελάχιστους καιροσκόπους και δοσίλογους κατά τη διάρκεια της κατοχής. Οι Έλληνες γνήσιοι πατριώτες ένοιωσαν και αυτή τη φορά προδομένοι από τους ίδιους τους εαυτούς τους…

Η Κρήτη και η νησιώτικη Ελλάδα παρέμενε απομονωμένη από την υπόλοιπη χώρα για πολύ καιρό και οι αναγκαστικοί μετανάστες μας στη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο μάταια περίμεναν να βρουν πλωτό μέσο να επιστρέψουν στην Πατρίδα. Ο Ανδρέας Παπαδάκης με την οικογένειά του ήταν ένας από τους πολλούς που προσπαθούσαν να μπουν στη μεγάλη λίστα αναμονής.

Ήμαστε πολλοί, έφευγαν λίγοι-λίγοι και εμείς περιμέναμε τη σειρά μας. Είχαμε αμπαλάρει τα πράγματά μας, είχαμε κλείσει δέματα και βαλίτσες, ήμαστε με τις τσάντες στο χέρι, όταν την προηγούμενη μέρα της προγραμματισμένης αναχώρησής μας μάθαμε ότι στην Ελλάδα άρχισε ο εμφύλιος. Το πλοίο που ήταν να μας μεταφέρει επιτάχθηκε από το στρατό και σταμάτησαν οι αποστολές μέχρι νεοτέρας. Ήταν τα Δεκεμβριανά του 44 στην Αθήνα που εμείς με το να καθυστερεί η αναχώρησή μας γλυτώναμε ίσως από τον κίνδυνο να βιώσουμε από κοντά και αυτή την έκρυθμη κατάσταση στη χώρα μας κι αυτή την αιματοχυσία.Μείναμε στην Αλεξάνδρεια μαζι με πολλούς άλλους συμπατριώτες μας μέχρι το Μάρτιο του 45. Παραμονή του Ευαγγελισμού, ημέρα της εθνικής μας γιορτής αναχωρούσαμε από τη Αλεξάνδρεια για την Αθήνα. Το ταξίδι μας για Πειραιά κράτησε τρείς ημέρες. Η Κρήτη δεν είχε ελευθερωθεί ακόμα και δεν υπήρχε ακόμα ακτοπλοϊκή σύνδεση... Μείναμε στην αδελφή μου στην Αθήνα. Ευτυχώς υπήρξε αυτή η λύση, γιατί τα ξενοδοχεία στην Αθήνα τις ημέρες εκείνες ήταν εντελώς ακατάλληλα για τη διαμονή οικογένειας. Τέλη Μαΐου μας ειδοποίησαν ότι μπορούμε να φύγουμε για Κρήτη με ένα Αγγλικό πλοίο. Ετοιμάσαμε τις αποσκευές μας και κατεβήκαμε στον Πειραιά την ημέρα που μας είχαν ορίσει την αναχώρησή μας. Το πλοίο ήταν στην προβλήτα, όλα ήταν έτοιμα για την επιβίβασή μας στο πλοίο που είχαμε μάλιστα προλάβει να φορτώσουμε τις αποσκευές μας και ενώ προχωρούσαμε προς την κρεμαστή σκάλα για να ανεβούμε στο πλοίο, μας λένε ότι δεν επιτρέπουν να ταξιδεύσουν στο πλοίο αυτό γυναικόπαιδα. Ο Ανδρέας προσπάθησε με διάφορα επιχειρήματα να τους πείσει να μην επιμείνουν στην απαγόρευσή τους αυτή. Τους είπε ότι το 42 μέσα στην κατοχή ήλθε πολεμικό υποβρύχιο και μας πήγε οικογενειακώς στη Μέση Ανατολή και τώρα σε καιρό ειρήνης δε μας επιτρέπεται να πάμε από τον Πειραιά στην Κρήτη!

Είχαν ήδη φορτωθεί οι αποσκευές μας στο πλοίο και ο Ανδρέας επιβιβάστηκε αναγκαστικά για να ταξιδέψει πια μόνος για τα Χανιά, ενώ εγώ, με τα παιδιά να κλαίνε που έβλεπαν τον πατέρα τους να φεύγει, μέναμε στο λιμάνι κουνώντας του από μακριά το χέρι. Γυρίσαμε στο σπίτι της αδελφής μου. Μείναμε λίγες ημέρες ακόμα στην Αθήνα, ώσπου μάθαμε πως θα έφευγε για τα Χανιά ένα καϊκι του Βενιανάκη.

Ήταν Τετάρτη πρωϊ-πρωϊ όταν επιτέλους μπήκαμε στο καΐκι και αναχωρούσαμε από τον Πειραιά. Ευτυχώς είχαμε καλή θάλασσα. Τα παιδιά έπαιζαν πάνω στα γεμάτα από διάφορα σιτηρά κυρίως τσουβάλια που είχε για φορτίο το καϊκι. Δύο σχεδόν 24ωρα που ταξιδεύαμε δε σταμάτησαν να παιζουν και δε διαμαρτυρήθηκαν για τίποτα. Εγώ έφτασα κατάκοπη, σε άθλια κατάσταση και το διαπίστωσε και ο άντρας μου μόλις με αντίκρισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής που φτάσαμε στο λιμάνι των Χανίων. Το Καϊκι μας ήταν το πρώτο που έμπαινε στο λιμάνι των Χανίων με αναρτημένη την Ελληνική Σημαία και την Κρήτη Ελεύθερη.Το ημερολόγιο έδειχνε 1η Ιούνη του 1945.

ΤΟ ΝΕΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΡΗΤΗ

Η άφιξη της οικογένειας στα Χανιά ήταν σαν την επανασύνδεση του νήματος που είχε κοπεί ένα βράδυ σε μιά απόκρημνη παραλία του Λιβυκού πελάγους, όταν το υποβρύχιο Παπανικολής έβγαινε μέσα από το βυθό για να τους πάρει από το σκλαβωμένο τότε νησί τους. Ένα καΐκι τώρα, το πρώτο πλωτό που έφθανε με αναρτημένη την Ελληνική σημαία στην πόλη των Χανίων, μετά την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού ως κατακτητή, τους έφερνε πίσω. Είχε προηγηθεί η άφιξη του Ανδρέα με το πλοίο του Βρετανικού Ναυτικού. Συνταξίδευσε με συμπατριώτες του που επέστρεφαν επίσης στην πατρίδα, όπως και ο στενός φίλος και συναγωνιστής και κουμπάρος του γιατρός Παΐζης, που τον φιλοξένησε προσωρινά στην γνωστή Κλινική του στα Χανιά, μέχρι να βρει ένα κατάλληλο σπίτι να νοικιάσει για όλη την οικογένεια.

Παρασκευή ξημερώματα της 1ης Ιούνη έτρεξε ο Πέτρος Παναγιωτάκης από το λιμάνι ως την κλινική να ειδοποιήσει το φίλο του Ανδρέα, πως η γυναίκα και τα παιδιά του ήταν στο καΐκι του Βενιανάκη στο Λιμάνι… Ο Πέτρος είχε βρεθεί πρωί-πρωί στο λιμάνι, για να υποδεχτεί τον αδελφό του Αριστείδη που συνταξίδευε με την οικογένεια Παπαδάκη και η Ευαγγελία του φώναξε μέσα από το καΐκι να ειδοποιήσει και τον Ανδρέα για την άφιξή τους. Το μικρό φορτηγό σκάφος περίμενε ακόμα σε απόσταση από την προβλήτα για να πάρει την άδεια από το Λιμεναρχείο να δέσει. Ο Ανδρέας έτρεξε στο Λιμενάρχη, δόθηκε η απαραίτητη άδεια και το πλοιάριο άπλωσε μια σανίδα στην ξηρά.

Ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος που ανέβηκε πάνω στο φορτηγό σκάφος. Στην πατρική αγκαλιά έπεσαν και τα τρία του παιδιά με λαχτάρα, ενώ η Ευαγγελία κατάκοπη, ήταν ακόμα ξαπλωμένη πάνω στα γεμάτα σακιά του φορτίου του μικρού σκάφους. Ήταν όλοι τους μαύροι σαν αράπηδες από την κάπνα του φουγάρου του καϊκιού που άφηνε τον καπνό επάνω τους στο πολύωρο, μα κατά τα άλλα ήσυχο ταξίδι. Ο γιατρός Παΐζης που έφτασε κι αυτός λίγο μετά στο λιμάνι για την υποδοχή διέγνωσε, μόλις είδε την Ευαγγελία, υπερκόπωση και διέταξε ανάπαυση λίγων ημερών.

Η οικογένεια κατέλυσε προσωρινά στην Κλινική και σε δυό τρείς ημέρες μετακόμιζε στο νοικιασμένο σπίτι της. Ο Ανδρέας σε συνεργασία με τον εξάδελφό του Συνταγματάρχη Νίκο Παπαδάκη, που μόλις είχε τοποθετηθεί στη θέση του Γενικού Διοικητή Κρήτης, έψαξαν και βρήκαν ένα ευρύχωρο σπίτι που μόλις είχε απελευθερωθεί, το σπίτι του Σγουράκη, προς την περιοχή της Χαλέπας, κοντά στο σπίτι των Βενιζέλων. Ήταν μεγάλο και το νοίκιασαν μαζί, για να συγκατοκήσουν τα δύο εξαδέλφια. Επιταγμένο από Γερμανούς αξιωματικούς και επιπλωμένο με βαριά έπιπλα, που σαν κατακτητές είχαν συλλέξει είχε μόλις λίγες ημέρες πριν απελευθερωθεί με την αποχώρηση των τελευταίων ένστολων Γερμανών ενοίκων του. Σε δυό μέρες που η Ευαγγελία είχε συνέλθει από την κούραση και την αϋπνία του ταξιδιού και ενώ ο Ανδρέας φρόντιζε για τις λεπτομέρειες της καινούργιας τους κατοικίας, πήρε τα παιδιά της, βρήκε και μια καράκα Ταξί της κατοχικής εποχής και κίνησε για το Ρέθυμνο. Λαχταρούσε να συναντήσει τους γονείς, τα αδέλφια και όλους τους δικούς της που είχε να δεί από τότε που σκαρφάλωνε στα βουνά.

Η καράκα, με δυο στάσεις στη διαδρομή εξαιτίας της μηχανής που έσβηνε κάθε τόσο και κάθε φορά κατέβαινε ο ταξιτζής και γύριζε τη μαναβέλα για να πάρει μπρος, έφτασε στο στενό της Αγίας Βαρβάρας στο Ρέθυμνο. Εκεί το ταξί τους άφησε αναγκαστικά, γιατί δε μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο αριστερά στο στενό, ένώ δεξιά ήταν ακόμα όλο χαλάσματα από τις γερμανικές βόμβες. Με τη βοήθεια ενός χεροδύναμου εργάτη που βρέθηκε συμπτωματικά εκεί και πήρε στα χέρια του τις αποσκευές η Ευαγγελία με τα τρία παιδιά της ξεκίνησαν για το σπίτι της αδελφής της Πολυξένης, που ήταν συνεχόμενο του πατρικού τους. Μόλις που είχαν κατεβεί από το Ταξί, πλάι στην Εκκλησία, ακούστηκε η χαρακτηριστική φωνή του θείου Μανώλη Στεφανάκη, αδελφού της μητέρας της Ευαγγελίας, που το μαγαζί του ήταν δίπλα στην Εκκλησία. Ο θείος Μανώλης είχε μιά μοναδική μελωδική και δυνατή φωνή. Όταν μιλούσε ήταν σα να ακούγεται μέσα από μεγάφωνο. Φαινόμενο φωνής και έκφρασης… Η Ευαγγελία αμέσως αναγνώρισε αυτή τη φωνή και έτρεξε με τα παιδιά της προς την κατεύθυνση που ερχόταν… Η πολύφυλλη μεγάλη ξύλινη πόρτα του μαγαζιού ήταν μισόκλειστη. Η Ευαγγελία άνοιξε λίγο το ένα φύλλο. Ο θείος Μανώλης διέκοψε απότομα τη συνεργασία που είχε εκείνη τη στιγμή με ένα πελάτη του και με στεντορία τη φωνή λέει, »Αυτή είναι η πολυπαθούσα ανηψιά μου που έρχεται από τη Μέση Ανατολή. Κα…λώς Ορίσατε». Η φωνή του αντήχησε σε όλη τη γειτονιά. Ήταν το πρώτο ηχηρό καλωσόρισμα που ξανάφερνε την Ευαγγελία στο κλίμα του τόπου της. Η γνωστή αυτή μελωδική φωνή πέρασε τα όρια των φυσικών δυνατοτήτων μεταφοράς του ήχου στον αέρα. Το νέο ακούστηκε σε όλο το μικρό τότε και »παντέρμο Ρέθυμνο»… Η Ευαγγελία με τα παιδιά της πέρασαν πρώτα από το σπίτι της αδελφής της Γεωργίας, που ήταν στη διαδρομή όπου έτυχε της ίδιας θερμότατης υποδοχής και προχώρησε για το πατρικό της και το σπίτι της άλλης της αδελφής της Πολυξένης που ήταν συνεχόμενα. Πρίν ακόμα περάσει τη μεγάλη εξώπορτα που είχε πρόσωπο προς την κεντρική οδό Αρκαδίου,έτρεξαν ενθουσιασμένοι να τους υποδεχτούν η στρατιά το συγγενολόι.

Η Ευαγγελία έμεινε λίγες ημέρες στο Ρέθυμνο. Τόχε ανάγκη να τις αφιερώσει στους πολυάριθμους Ρεθεμνιώτες δικούς της ανθρώπους. Να τους δει όλους, αν ήταν δυνατόν, να τους αγκαλιάσει, να μάθει τα νέα τους, να βεβαιωθεί γιαυτούς. Άφησε τα παιδιά της να παίζουν με τα ξαδέλφια τους και έτρεξε σε όλα τα συγγενικά και φιλικά σπίτια, τα πήρε στη σειρά, χτυπούσε την πόρτα, ρωτούσε γιαυτούς, είχε ένα λόγο καλό για όλους και απαντούσε στις ερωτήσεις τους για τη δική της μοναδική περίπτωση και τους κινδύνους που είχε περάσει όλο αυτό τον καιρό που έλειπε από τον αγαπημένο τόπο τους. Τη μεθεπόμενη μέρα ήλθε και ο Ανδρέας. Τα νέα της τακτοποίησης του σπιτιού για τη νέα τους διαμονή στα Χανιά ήταν καλά και η Ευαγγελία δεν έβλεπε την ώρα να εγκατασταθεί στην καινούργια τους κατοικία.Ο Ανδρέας έμεινε τρεις ημέρες μαζί τους στο μεγάλο βορινό δωμάτιο της Πολυξένης και τις αφιέρωσε σε επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων με πολλούς από τους συγγενείς, τους δικούς του ανθρώπους και παλιούς πολιτικούς του φίλους που ενδιαφέρθηκαν και ήλθαν να τον συναντήσουν. Κατόπιν, πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του και γύρισαν πίσω στα Χανιά.Οι επόμενες ημέρες αφιερώθηκαν αποκλειστικά στην τακτοποίηση της καινούργιας τους κατοικίας. Όταν άρχισαν οι ζέστες του καλοκαιριού, νοίκιασαν ένα σπίτι στο δροσερό, ορεινό χωριό Ασκύφου και πέρασαν ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι στο γνώριμό τους κλίμα, πάνω στα Κρητικά βουνά, τις Σφακιανές μαδάρες .

Ο Βουρβουρές είχε ερημωθεί από τις Γερμανικές επιδρομές και το ζευγάρι ούτε που τόλμησε να συζητήσει καθόλου τη σκέψη να τον επισκεφτεί και να αντικρύσει το μέγεθος της καταστροφής σαυτό το αποκλειστικά δικό τους δημιούργημα..

Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν για όλη την οικογένεια μια ήσυχη περίοδος σε μια άνετη κατοικία και ανθοστόλιστη γειτονιά στην όμορφη πόλη και πολιτισμένη κοινωνία των Χανίων. Τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο της Χαλέπας και η πρόοδος τους ήταν απόλυτα ικανοποιητική..Η Ευαγγελία εκτός από την εποπτεία στα παιδιά και την προσωπική απασχόλησή της στο νοικοκυριό, είχε πάντα τις διαρκείς επαφές με το στενό και ευρύτερο συγγενικό της περιβάλλον και φρόντιζε να είναι πάντα εντάξει στις πολλές κοινωνικές και φιλικές της σχέσεις στην όμορφη αλλά δύσκολη και κλειστή κοινωνία των Χανίων. Οι ώρες της ήταν γεμάτες από πολλές και ενδιαφέρουσες συναντήσεις, ενώ ο Ανδρέας είχε να φροντίζει την οργάνωση της ζωής της οικογένειάς του, την παρακολούθηση της προόδου των παιδιών και μαζί με το ενδιαφέρον του για την επικαιρότητα στον τοπικό και ευρύτερο ορίζοντα φρόντιζε την τακτοποίηση της αλληλογραφίας του και τη γραπτή αποτύπωση, σωστή αρχειοθέτηση των ιστορικών δεδομένων που ήταν συνυφασμένα με τη δράση του των τελευταίων ετών. Είχε επίσης την αίσθηση του υψηλού καθήκοντος προς τη χήρα Παπαδιά μητέρα του.Δεν παρέλειπε να την επισκέπτεται και να επικοινωνεί τακτικά μαζί της στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στις Κορακιές, που κατοικούσε και ζούσε σα μοναχή κοντά στην κόρη της Μαγδαληνή Ηγουμένη. Στα Χανιά ήταν εγκατεστημένη και η άλλη αδελφή του Ευαγγελία η Κυριακάκενα με τα παιδιά της. Οι δύο οικογένειες επικοινωνούσαν καθημερινά μεταξύ τους.

Ο Ανδρέας είχε στενές και διαρκείς επαφές με πολλούς γνωστούς πολιτικούς της εποχής πρόθυμος πάντα να ανταλλάσσει μαζί τους απόψεις για τα διαδραματιζόμενα διεθνώς εκείνη την εποχή, καθώς και τη διαρκώς μεταβαλλόμενη πολιτική ατμόσφαιρα της χώρας του.Συμπαθούσε ίσως περίσσότερο την παράταξη που εκπροσωπούσε τη λεγόμενη Σοσιαλιστική κίνηση στη χώρα και μάλιστα μετείχε σε συσκέψεις που γίνονταν στα Χανιά, με την ευκαιρία επισκέψεων πολιτικών προσωπικοτήτων της εποχής. Στο άνετο σπίτι του είχε φιλοξενήσει πολλές απ’αυτές τις προσωπικότητες και είχε την ευκαιρία να έχει ιδιαίτερες συζητήσεις μαζί τους.

Αρχές του 46, μέσα στο Γενάρη η σεβάσμια μητέρα του »κοιμήθηκε» και ο Ανδρέας φρόντισε να γίνει ένας μαρμάρινος τάφος στο χώρο του Μοναστηριού στις Κορακιές, για να δεχτεί το σεπτό σώμα της. Ίσως ο θάνατος της μητέρας του έγινε η αφορμή να νιώσει ότι είχε ανάλογη υποχρέωση και προς τον ηρωϊκό ιερέα πατέρα του. Φρόντισε να κατασκευασθεί ένας τάφος στη γενέτειρα γη, στην Ασή Γωνιά, για να δεχθεί το ιερό σκήνωμα του, που ήταν θαμμένο μπροστά στο Ιερό της τοπικής εκκλησίας. Ήταν Αύγουστος του 47, όταν πήγε στο χωριό και πραγματοποίησε την εκταφή και τοποθέτηση των οστών στο νεόχτιστο τάφο.

Μέχρι εκείνη την ημέρα ο Ανδρέας δεν είχε ακόμα επισκεφθεί την κατεστραμμένη θερινή κατοικία και το αγρόκτημά του στο Βουρβουρέ. Πήρε για παρέα το φίλο του το Σήφη από την Ασή Γωνιά και ανηφόρισαν για το εγκαταλειμμένο αγρόκτημά του. Το είδε από μακριά και στάθηκε για ώρα άφωνος να το κοιτά. Δεν πίστευε σαυτό που έβλεπε. Ερήμωση και χαλάσματα παντού. Στη θέση τους ήταν μόνο τα δέντρα που ο ίδιος με τα χέρια του είχε φυτέψει και περιποιηθεί. Όλα ήταν εκεί πλήν ενός. Έλειπε το μεγαλύτερο και παλαιότερο δεντρο. Δεν το είχε αυτός φυτέψει. Ήταν αιωνόβιο, πανύψηλο δέντρο που τον κορμό του λίγο πάνω από τη ρίζα έλεγαν ότι χρειάζονταν 8 άντρες για να τον αγκαλιάσουν. Ένα πανάρχαιο είδος βελανιδιάς που έκανε ένα σπάνιο μικρό καρπό.Ο Ανδρέας το αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο φυτό στο κτήμα. Ήταν γιαυτόν ένα σήμα αναγνώρισης, ένα σύμβολο ζωντάνιας και υγείας, μια απόδειξη της συνέχειας της ζωής, της σύνδεσης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Κάτω από το πυκνό φύλλωμά του ο Ανδρέας είχε κατασκευάσει μιά πρόχειρη καλύβα, τόπο φυγής του τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού για απομόνωση, ηρεμία και σκέψη. Το δένδρο αυτό ήταν σε όλους γνωστό με το όνομα ο Αζήλακας.

Ο Αζήλακας έλειπε και ήταν αυτό που ο Ανδρέας παρατήρησε πριν απόλα στο κτήμα του. Στη θέση του υπήρχε μόνο το χώμα. Κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν του είχε πει τίποτα για την εξαφάνισή του και η απογοήτευσή του ξαφνικά από αυτό που έβλεπε ήταν μεγάλη. Ο συνοδός του ο Σήφης του είπε ότι κάποιος άγνωστος ξυλοκόπος είχε φροντίσει να κόψει το νήμα της ζωής του αιωνόβιου δένδρου για να εκμεταλλευτεί την πλούσια ξυλεία του.

Ο Ανδρέας συνέχισε να μένει άφωνος. Ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να πιστεύσει αυτό που έβλεπε. Δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι μια τέτοια πράξη, πράξη ντροπής, έγινε εις βάρος του για μιά ακόμα φορά από άτομο μέσα από το χωριό του. Αργά το βράδυ γύρισε στα Χανιά με τα χέρια γεμάτα. Κρατούσε καρύδια, κάστανα και εποχιακά φρούτα από τα δένδρα του κτήματός τους. Προσπάθησε να κρύψει τη στενοχώρια και απογοήτευσή του από την εξαφάνιση του Αζήλακα… Ήθελε να σκεφθεί πρώτα μόνος του σε βάθος και να δει όσο το δυνατόν πιο ψυχρά το μέλλον του κτήματός του στο Βουρβουρέ… Αλλά πίσω από την προσποιητή χαρά και τα πεσκέσια που κρατούσε, η Ευαγγελία διέκρινε στο βάθος της ματιάς του μια θλίψη… Ο Ανδρέας είχε πολύ πικραθεί από την απώλεια του Αζήλακα. Η απώλειά του ήταν γιαυτόν ένα κακό σημάδι…

Αύγουστος ακόμα του 1947, μετά της Παναγίας ο Ανδρέας παραπονέθηκε για ενοχλήσεις στο στήθος και ταξίδευσε στην Αθήνα, για να κάμει τις καθιερωμένες εξετάσεις υγείας στο ΝΙΜΙΤΣ. Τρίτη 26 Αυγούστου έγινε εισαγωγή στο Νοσοκομείο. Οι εξετάσεις ήταν καλές και την Παρασκευή 29 η Ευαγγελία έλαβε ένα ευχάριστο γράμμα από τον Ανδρέα. Την επαύριο, έγραφε, θα έπαιρνε εξιτήριο από το Νοσοκομείο και με το πρώτο μέσο θα γύριζε κοντά τους.

Την ίδια μέρα η Ευαγγελία παράλαβε από τη μοδίστρα της ένα λευκό μαντό για το φθινόπωρο.

Το Σάββατο 30 Αυγούστου φόρεσε το καινούργιο της μαντό. Ο καλός καιρός δεν δικαιολογούσε τέτοιο ντύσιμο και προσποιήθηκε ότι αισθανόταν ελαφρά κρυωμένη. Έβαλε το γράμμα στο τσαντάκι της για να το δείξει στους δικούς της και να πει τα ευχάριστα σε όποιους θα συναντούσε και πήρε το δρόμο για το κέντρο της πόλης. Πέρασε και από την κλινική του κουμπάρου τους του γιατρού και του ανήγγειλε με χαρά ότι το άλλο πρωϊ θα ήταν μαζί τους ο φίλος του. Έκπληκτη τον είδε κουμπωμένο και να μη χαίρεται από τα ευχάριστα νέα. Αντίθετα, με πολλή προσπάθεια να της αποκρύψει κάτι της είπε ότι εκείνος είχε μόλις λάβει ένα τηλεγράφημα από το Νοσοκομείο που τον πληροφορούσε ότι ο Ανδρέας ύστερα από εμβολή στη διάρκεια της τελευταίας ιατρικής εξέτασης δεν πήρε εξιτήριο. Δεν της είπε τίποτα περισσότερο, ούτε βεβαια της έδειξε το τηλεγράφημα, που ήταν στην πραγματικότητα αγγελτήριο θανάτου. Ο Ανδρέας είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στην τελευταία αυτή εξέταση.

ΤΟ ΝΕΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Η Ευαγγελία κατάλαβε ότι κάτι πολύ σοβαρότερο από αυτό που άκουγε είχε συμβεί στον Ανδρέα. Έκαμε μεταβολή και έτρεξε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο για την Αθήνα. Αεροπλάνο δεν έφευγε από τα Χανιά, έφευγε από το Ηράκλειο. Άφησε τα παιδιά στην οικιακή βοηθό υπό την εποπτεία της μικρότερης αδελφής της, της Ελβετίας και έτρεξε στο Ηράκλειο για να προλάβει το βραδινό αεροπλάνο και τον άντρα της ζωντανό. Περνώντας από το Ρέθυμνο πήρε για συνοδεία της και τον αδελφό της Βασίλη.

Έφτασαν νωρίς στο Ηράκλειο και σκέφτηκαν να καταλύσουν σε ένα Ξενοδοχείο της πόλης για περισσότερη ηρεμία και ανάπαυση. Την εποχή αυτή της αιχμής του τουρισμού δεν υπήρχαν κρεβάτια ελεύθερα και παρακάλεσαν να κάμουν χρήση των κοινοχρήστων χώρων του ξενοδοχείου και να αναπαυθούν όσο γίνεται έστω και στα παγκάκια του κήπου, μέχρι την ώρα αναχώρησής τους για το αεροδρόμιο. Εκεί στον κήπο του ξενοδοχείου αναζήτησε την Ευαγγελία ο διανομέας του Τηλεγραφείου, για να της επιδώσει ένα τηλεγράφημα και η Ευαγγελία ένοιωσε τη γη να φεύγει από τα πόδια της, όταν παίρνοντας στα χέρια της το τηλεγράφημα άκουσε το διανομέα να της λέει »συλλυπητήρια κυρία Παπαδάκη».

Στα Χανιά η κηδεία του Στρατηγού Ανδρέα Παπαδάκη έγινε με κάθε επισημότητα και το σώμα του Ανδρέα τοποθετήθηκε στο Ακρωτήρι, στον τάφο που είχε ο ίδιος επιμεληθεί για την ταφή της μητέρας του

Η Ευαγγελία, μόνο στήριγμα πια της οικογένειας, πήρε αμέσως στα χέρια της όλη τη φροντίδα και το βάρος της ευθύνης για την όσο γίνεται μικρότερη επίπτωση στην ανοδική πορεία της οικογένειας. Τα παιδιά έπρεπε να συνεχίσουν, χωρίς να επηρεάσει την πρόοδό τους στο σχολείο η απουσία του πατέρα και η ίδια να αντιμετωπίσει μόνη την κάθε είδους ανάγκη παίρνοντας στους ώμους της ακόμα και την ανάγκη στήριξης της υστεροφημίας του Ανδρέα.

Αποφάσισε να μείνει στην πόλη των Χανίων που η κοινωνία της είχε δείξει σαφή δείγματα της άριστης διάθεσής της για θαλπωρή και συμπαράσταση. Το πρώτο της μέλημα ήταν να αλλάξει την ακριβή μεγάλη κατοικία της οικογένειας. Μεταφέρθηκαν σε ένα σπίτι μεγέθους ανάλογου των αναγκών της τετραμελούς τώρα οικογένειας και των περιορισμένων τώρα κοινωνικών της απαιτήσεων. Διάλεξε την όμορφη και υγιεινή γειτονιά του Αγίου Ιωάννου,όπου υπήρχαν γνωστοί και φίλοι και θα είχε πιο κοντά της και τη δική τους θερμή φιλική διάθεση. Ο πιο καλός συμπαραστάτης και σύντροφός της τη δύσκολη εκείνη εποχή ήταν η μικρότερη άγαμη ακόμα αδελφή της η Ελβετία που ήλθε από το Ρέθυμνο και έμεινε μαζί της.

Στο Ρέθυμνο πήγαινε ολόκληρη η οικογένεια κάθε φορά που έκλειναν τα σχολεία και ήταν ένας τρόπος να γίνουν πιό στενές οι σχέσεις των παιδιών της με τους Ρεθυμνιώτες στενούς συγγενείς τους. Η θάλασσα εκεί ήταν πιό προσιτή για μπάνιο το καλοκαίρι και γύρω από την πόλη ήταν χωριά που είχαν πολλούς συγγενείς και παλιούς συνεργάτες και συναγωνιστές και στην Ευαγγελία άρεσαν πάντα οι συναντήσεις με ανθρώπους που της θύμιζαν περασμένες όμορφες εποχές …

Όλα έδειχναν πως η οικογένεια είχε αντιμετωπίσει με τον καλύτερο τρόπο το ρήγμα από την αναπάντεχη περιπέτεια της αποχώρησης του Ανδρέα. Είχε βρει ένα νέο βηματισμό κάτω από την σταθερή ποδηγεσία της Ευαγγελίας.που εκτός από μητέρα είχε τώρα πάρει θέση και στο ρόλο του πατέρα, όμως η μοίρα ήθελε για άλλη μια φορά να δείξει τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει στις προσπάθειες των ανυπεράσπιστων ανθρώπων με τρόπο εντυπωσιακό..

Ήταν Ιούλιος του 52. Η Ευαγγελία με τα παιδιά της ήταν στο πατρικό της σπίτι και απολάμβαναν τις πρώτες ζεστές ημέρες του καλοκαιριού στις παραλίες και τις όμορφες γωνιές του Ρεθύμνου κοντά στα πιό στενά συγγενικά τους πρόσωπα. Στις 20 του μήνα, του Προφήτη Ηλία, γιορτή και του συζύγου της αδελφής της Πολυξένης, Έτρωγαν τρείς οικογένειες μαζί αμέριμνοι όλοι τους και κεφάτοι, στο πατρικό σπίτι της Ευαγγελίας.

Εκεί βρήκε να χτυπήσει για άλλη μια φορά η ειμαρμένη. Λίγες ώρες μετά το γεύμα συμπτώματα τροφικής δηλητηρίασης έκαμαν έντονα την εμφάνισή τους σε όλους σχεδόν τους συνδαιτημόνες και η ανησυχία και ο τρόμος αύξαναν ραγδαία σε όλο το περιβάλλον, γιατί τα συμπτώματα ήταν βαρύτερα και εντονότερα στους ασθενέστερους οργανισμούς και τα παιδιά. Σε λίγες ώρες οι κλινικές της μικρής πόλης γέμισαν τα κρεβάτια τους από τους προσβληθέντες και οι γιατροί άρχισαν να μην επαρκούν για την αντιμετώπιση της αιφνιδιαστικής εμφάνισης μιας τέτοιας ασθένειας με έντονα και διαρκώς αυξανόμενα συμπτώματα. Τα άσχημα νέα διαδόθηκαν αμέσως και όλος ο συγγενικός κόσμος έτρεξε με ενδιαφέρον και διάθεση οποιασδήποτε μορφής προσφοράς. Οι γιατροί ήξεραν και εφάρμοζαν ό,τι έπρεπε για τη θεραπεία των πολλών και γρήγορα άρχισαν να φαίνονται τα επιθυμητά αποτελέσματα σε όλους, πλην ενός. Σε μια περίπτωση η θεραπεία δε μπόρεσε να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο 15ντάχρονος Γιαννάκης δεν άντεξε. Παρόλες τις προσπάθειες του γιατρού δεν αντέδρασε θετικά ο οργανισμός του. Τα συμπτώματα γίνονταν όλο και εντονότερα και ο οργανισμός του άρχισε να αρνείται να δεχτεί οποιοδήποτε φάρμακο ή υγρό. Ο γιατρός αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις σ’αυτό το παιδί που έβλεπε την κατάστασή του να επιδεινώνεται. Στο τέλος προσπαθούσε να το διατηρήσει στη ζωή με τεχνητή αναπνοή και όταν του ζητήθηκε να τρέξει και προς τους άλλους επίσης ασθενείς, ζήτησε από τον πρώτο που βρήκε μπροστά του να συνεχίσει με τις τεχνιτές αναπνοές την προσπάθεια… Αυτός που γράφει αυτές τις γραμμές ήταν ο 16χρονος που αντικατέστησε το γιατρό στη δύσκολη και πρωτόγνωρη γιαυτόν αποστολή της συνέχισης της προσπάθειας να κρατηθεί στη ζωή ο κατά ένα χρόνο μικρότερός του Γιαννάκης. Μπορεί τώρα να βεβαιώσει ότι οι τεχνητές αναπνοές συνεχίστηκαν για αρκετή ώρα και ο Γιαννάκης χωρίς να έχει τις αισθήσεις του έδειχνε ότι ανέπνεε, αλλά όταν ο γιατρός επανήλθε, έβαλε στο στήθος του το ακουστικό και διαπίστωσε πως κάθε προσπάθεια ήταν πια μάταιη. Ήταν για το μαθητή τότε της πέμπτης προς την έκτη Γυμνασίου, η πρώτη εμπειρία και άμεση γνώση για το φυσικό φαινόμενο της μετάβασης από την πρόσκαιρη ζωή στη μονιμότερη ίσως κατάσταση του θανάτου… Η Ευαγγελία ήταν επίσης ασθενής σε ένα άλλο κρεβάτι στον ίδιο όροφο της κλινικής. Δεν είχε αποθεραπευτεί. Σε λίγο θα έβαζε πάλι στο κεφάλι της την πλερέζα. Στάθηκε στην κηδεία ενός ακόμα παιδιού της. Δεν πτοήθηκε ούτε τώρα.Το ηθικό της φάνηκε να το κρατά και αυτή τη φορά. Έκανε αυτό που έπρεπε. Ίσως τώρα ένοιωθε ακόμα πιο έντονα από ποτέ την ευθύνη και το χρέος να παραμείνει μια αγωνίστρια στη ζωή… Είχε δυο ακόμα παιδιά που χρειάζονταν την ενεργή παρουσία της. Αυτό ήταν αρκετό και ικανό να ενισχύσει την πίστη της για τη συνέχιση του αγώνα. Παρέμεινε με τα δύο πια παιδιά της στην αγαπημένη τους γειτονιά, κοντά σε αγαπημένα πρόσωπα που ήταν έτοιμα να της συμπαρασταθούν σε κάθε της ανάγκη και τα παιδιά της συνέχισαν στο σχολικό τους περιβάλλον, χωρίς συνέπεια στην ανάπτυξή τους και τη μάθηση. Το νέο σχολικό έτος η Ζηζή τέλειωσε το οκτατάξιο τότε Γυμνάσιο και η Ευαγγελία νοίκιασε ένα σπίτι στο Βύρωνα, για να είναι κοντά και στις άλλες αδελφές της που κατοικούσαν σ’αυτή τη γειτονιά στην Αθήνα.

Τα παιδιά της σπούδασαν και σταδιοδρόμησαν, η Ζηζή στην τέχνη της σκηνογραφίας και σκηνοθεσίας του θεάτρου και του κινηματογράφου και θεάματος γενικά και ο Λευτέρης εργάστηκε στον τραπεζικό χώρο.

Η Ευαγγελία παρακολουθούσε πάντα από κοντά και στήριζε την πρόοδο των παιδιών της. Παράλληλα διατηρούσε ζωντανές τις παλιές της φιλίες. Ποτέ δεν έπαυσε να έχει το δικό της κύκλο κοινωνικών επαφών. Το χαρτάκι της άρεσε πάντα, χωρίς ποτέ να το συνδυάζει με την οποιαδήποτε διάθεση για χάσιμο ή διεκδίκηση χρημάτων. Ο κύκλος της ήταν ομοιογενής, στενός και συγκεκριμένος. Οι συμπαίχτριές της στην πράσινη τσόχα ήταν γνωστές της κυρίες από τα παλιά, Κρητικής κατά κανόνα καταγωγής. Στα διαλείμματα από το χαρτί η κουβέντα πάντα γύριζε πίσω στο αγαπημένο νησί που όλη η παρέα δε σταματούσε ποτέ να επισκέπτεται τακτικά και να διατυπώνει εντυπώσεις και συγκρίσεις με τα περασμένα χρόνια.

Στις επετειακές εκδηλώσεις και τα μνημόσυνα για τους αγώνες και τους αγωνιστές στο νησί, έστω και νοερά ήταν όλες παρούσες. Ιδιαίτερα η Ευαγγελία είχε πάντα να θυμηθεί ένα περιστατικό. Κάθε μέρα, κάθε τόπος, κάθε όνομα την έφερνε πίσω στον τόπο της.

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Το 1991, η χώρα μας έμοιαζε να ζεί τον απόηχο 50 χρόνων προσπαθειών ανοικοδόμησης από την τεράστια καταστροφή που υπέστη από την άδικη και βάναυση σε βάρος της επίθεση των Γερμανών κατακτητών.

Η Ελλάδα, χώρα τώρα ελεύθερη και, υποτίθεται δημοκρατική, με πρωθυπουργό τον Κρητικής καταγωγής Κώστα Μητσοτάκη γιόρταζε με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην Κρήτη την επέτειο της Γερμανικής από αέρα εισβολής και τους αγώνες του Κρητικού λαού για την απόσειση του Γερμανικού ζυγού.

Η Ευαγγελία ήταν εκεί. Αθόρυβα συμμετείχε με τον τρόπο της στις εορταστικές αυτές εκδηλώσεις. Εξάλλου τους καλοκαιρινούς μήνες τους περνούσε συνήθως στην Κρήτη…

15 Αυγούστου 1991 ,ημέρα της Παναγίας βρισκόμουνα στα Χανιά. Από πολλά χρόνια το όνειρό μου ήταν να μπορέσω κάποτε να βρεθώ πίσω στα χώματα που έζησα όλες εκείνες τις κρίσιμες ημέρες. Τις ημέρες του Αυγούστου του 42, που δεν υπάρχουν λέξεις να τις χαρακτηρίσει κανείς,..

Ήθελα να δω τον Καλλικράτη υπό άλλες από εκείνες τις καταραμένες συνθήκες…

Δυο ανηψιές μου, η Μαρίκα και η Κατίνα, ήθελαν να με συνοδεύσουν. Με ένα κατάλληλο για δύσκολους δρόμους Ταξί κινήσαμε πρωί-πρωί με τη δροσιά, για τον Καλλικράτη. Η διαδρομή από Αργυρούπολη προς Ασή Γωνιά μέσα από το φαράγγι ήταν κάτι ασύλληπτα γοητευτικό. Περάσαμε μια Ασή Γωνιά καθαρή στα γιορτινά της αλλά απροσδόκητα ερημική και προχωρήσαμε την ανηφόρα για το Βουρβουρέ. Τα συναισθήματα ιδιαίτερα σ΄αυτή την τελευταία διαδρομή δεν περιγράφονται και η αγωνία μου ώσπου να βρεθώ στον τόπο που έζησα τις πιό έντονες αντιθέσεις στη ζωή μου είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Ξαφνικά αντικρίζω το σπίτι. Ένα σπίτι »φάντασμα». Έστεκε ακόμα, γιατί το συγκρατούσε η τσιμεντένια πλάκα. Ο δρόμος δύσκολος, ανηφορικός, περνά από κάτω. Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Στάθηκα και το κοίταζα σιωπηλή. Οι τοίχοι είχαν ανοίξει…Δεν ξέρω πόσο μπορεί να κρατήσει ακόμα. Αναλογίστηκα την ιστορία αυτού του έρημου τοπίου που είχα μπροστά μου και μου ήλθαν τα κλάματα. Πριν από 50 χρόνια, τέτοια εποχή το κτήμα ήταν πανέμορφο. Τα δένδρα γεμάτα καρπούς, τα περιβόλια ανθισμένα, τα χωράφια όλα καλλιεργημένα. Το σπίτι όλο ζωντάνια, κίνηση, κόσμος, άλλοι να έρχονται, άλλοι να φεύγουν, πού χωρούσε ο τόσος κόσμος ; Οι Άγγλοι, ο Χιουζ και ο Ραλφ στο ένα δωμάτιο, εμείς η οικογένεια με τρία παιδιά στο άλλο και κάτω στο ισόγειο οι ζευγάδες μας. Μαζί μας η Αντίσταση, τα σχέδια, οι κίνδυνοι , τα γύρω βουνά, οι μαδάρες. Τί να πρωτοκοιτάξεις ; Αφήνουμε το Βουρβουρέ, το χώρο αυτό που» κάθε πατέ έχει και την ιστορία της» και με βαριά καρδιά ξεκινούμε για τον Καλλικράτη. Φτάνοντας ανατρίχιασα. Ένα ερειπωμένο χωριό. Μόνο η εκκλησιά, η Παναγιά έστεκε σαν βράχος. Η γιορτινή λειτουργία ήταν ακόμα σε εξέλιξη. Μπήκα στην εκκλησιά. Στάθηκα όπως πριν από 50 χρόνια,την ίδια μέρα. Τότε,το 41, με τον άνδρα μου και τα τρία παιδιά μας και γύρω μας άνθρωποι γενναίοι που ένιωθαν ελεύθεροι την ίδια ώρα που στον ευρύτερο χώρο επικρατούσε η μαυρίλα της κατοχής. Τώρα, εκείνες τις στιγμές τις βλέπω από μακριά γεμάτες δράση, χαρά και ευτυχία…

Μετά τη λειτουργία συνάντησα πολλούς συγγενείς και φίλους που είχα να τους δω από τότε. Με κοίταζαν στα μάτια και δεν πίστευαν ότι είχαν μπροστά τους την Παπαδάκενα της εποχής εκείνης. Γύρω μου όλα ξυπνούσαν μνήμες από τα παλιά. Οι μαδάρες, τοπία γνωστά. Μόνο οι αποστάσεις, τα ύψη και οι χαράδρες μου φάνηκαν μεγαλύτερες, τα ύψη απρόσιτα, οι κατσικόδρομοι δύσβατοι. Παναγία μου !!! Πώς ανέβαινα μόνη, χωρίς να φοβηθώ, χωρίς κούραση, χωρίς την αίσθηση του κινδύνου !!!. Το μάτι μου στάθηκε προς την κατεύθυνση του σημείου που μέναμε στου Γαρουφαλή. Στη σκέψη μου ήλθε έντονα η βροχερή εκείνη βραδιά που μεσάνυχτα μέσα στο σκοτάδι και τη λασπουριά, με ένα φακό στο χέρι και παρέα τον ανηψιό μου, ένα παιδί 16 χρόνων, έτρεξα όλη αυτή τη διαδρομή να πάρω πίσω λίγο αλεύρι που έκλεψαν από τα παιδιά μου. Ήταν Μάϊος του 42 . Ο κόσμος πεινούσε. Σκότωνες για ένα ψωμί… Αναμνήσεις τρομακτικές… Μεγάλη η χάρη της Παναγίας που με αξίωσε και βρέθηκα ξανά στους τόπους αυτούς.

Η Ευαγγελία με τις εκδηλώσεις του καλοκαιριού του 1991 έζησε τις αναμνήσεις της εντονότερα… Συναντήθηκε με ανθρώπους που είχε να δει από το 1942. Πολλούς τους είχε ξεχάσει. Πολλοί από αυτούς, μετά την αναχώρησή της οικογενειακώς από το νησί έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστικό στην αντίσταση. Έλληνες και Άγγλοι βετεράνοι βρέθηκαν μετά από 50 χρόνια στο χώρο που έδρασαν μαζί. Πολλοί αναγνώρισαν την Ευαγγελία και έτρεξαν να τη χαιρετήσουν, να της φιλήσουν το χέρι. Εκείνη, πέρα από τα σχόλια, που θα είχε να κάμει για τις οργανωτικές ελλείψεις των εκδηλώσεων αυτών, είχε να πεί πολλά για τις επαφές της αυτές. Τις αξιολόγησε θετικά και ιδιαίτερα χρήσιμες, γιατί τη βοήθησαν να ξεκαθαρίσει μερικά ερωτηματικά που είχαν μείνει στη συνείδησή της για τη συμπεριφορά ορισμένων ανθρώπων που είχε βοηθήσει και εκείνοι την είχαν απογοητεύσει με τη στάση τους. Λεπτομέρειες που θα τις χαρακτήριζε κανείς χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Ο χρόνος περνά αδυσώπητος, η ζωή συνεχίζεται. Πολλοί φεύγουν από τη ζωή. Τα ίχνη τους μένουν για να μπαίνουν προσθετικά και να κάνουν πιο δύσκολες τις άλλες έγνοιες και στενοχώριες που φθείρουν αυτούς που μένουν.

Η Ευαγγελία είναι η τελευταία που μένει από το συγγενολόι της δεύτερης δεκαετίας του περασμένου αιώνα… Για μας τους νεότερους των επόμενων δεκαετιών είναι ο πιό γνήσιος σύνδεσμος με το παρελθόν. Η ίδια, το ξέρει και φροντίζει να είναι πάντα ενήμερη σε όσα συμβαίνουν γύρω μας.Δεν μετέχει πια στα παρόντα.Παρακολουθεί όμως από την ταπεινή έδρα της. Βλέπει από το παρελθόν προς το μέλλον.

Ο Ανδρέας της έχει πάντα την πιό ψηλή θέση στη σκέψη και το λόγο της… Η σκιά του την ακολουθεί παντού και πάντα.

Όταν ο Λευτεράκης της, όπως πάντα τον έλεγε βρήκε τη σύντροφο της δικής του ζωής, την γλυκιά του Ρόζα, το ζευγάρι έφερε στη ζωή ένα καινούργιο Ανδρέα Παπαδάκη. Η Ευαγγελία συγκέντρωσε σ’αυτό το παιδί όλη την αγάπη της. Όλη η σκέψη της στράφηκε σ’αυτή την καινούργια ύπαρξη. Ήταν το υποκατάστατο της σκιάς του Ανδρέα. Ένας καινούργιος Ανδρέας της προσφέρει τώρα τη μεγαλύτερη χαρά στην από δω και πέρα ζωή της.

Ίσως είναι και ο μόνιμος πια καημός της ότι ζει αναγκαστικά μακριά από αυτή τη ζωντανή αγάπη της, γιατί ο Ανδρέας ζεί στην αγαπημένη της μικρή πατρίδα το Ρέθυμνο, που τώρα της είναι πολύ δύσκολο να επισκεφθεί στηριζόμενη σε ένα Πι.

Η Ευαγγελία συνεχίζει να ζει μέσα σ΄όλους. Να τους χαμογελά, να τους παίρνει και να την παίρνουν στο τηλέφωνο, για να τους λέει πρώτη τα νέα. Να μαθαίνει πρώτη όσα συμβαίνουν στο σόι και να τα μεταδίδει… Είναι ο άνθρωπος που ξέρει τα πιό πολλά… Μια ζωντανή σπίθα από το παρελθόν που πάντα αιφνιδιάζει με την παρουσία της,

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο χρόνος δεν σταματά, οι μέρες περνούν, οι ταλαιπωρίες του απλού λαού διαδέχονται η μια την άλλη, οι αγώνες για την αποφυγή του μοιραίου μάταια συνεχίζονται. Η Ευαγγελία δεν εξαιρείται από τις διαρκώς αυξανόμενες ταλαιπωρίες. Είναι παρούσα, θέλει να συμμετέχει και αντιδρά με δυσκολία. Παρακολουθεί, ενημερώνεται, επικοινωνεί με όσους από τους δικούς της έμειναν και σχολιάζει με το δικό της ήρεμο τρόπο. Θέλει περισσότερο να ακούει και την ενοχλεί ιδιαίτερα που τελευταία η ακοή της δεν είναι καλή. Αξιολογεί τα πάντα και θέλει να μοιραστεί τις σκέψεις της με το στενό κύκλο που της έμεινε.

Ένα νέο που έρχεται από το παρελθόν πάντα τη συγκλονίζει. Τον τελευταίο καιρό ήλθε στα αυτιά της με τρόπο πλάγιο και τυχαίο μια πληροφορία που ενώ την αναστάτωσε, φρόντισε να την κρατήσει μυστική. Κάποιος ζήτησε από το τηλέφωνο στοιχεία και φωτογραφίες σχετικά με τον Ανδρέα και από την κουβέντα κατάλαβε πως οι Αση-Γωνιώτες ετοίμαζαν την προτομή του Ανδρέα, για να τη στήσουν στην πλατεία του χωριού. Της άρεσε αυτή η ιδέα και σκέφτηκε ότι ασφαλώς τα παιδιά της θα ήταν ενήμερα. Πραγματικά, τα παιδιά της ήξεραν.

Ο δραστήριος Πολιτιστικός Σύλλογος των Αση-Γωνιωτών ήθελε να τιμήσει τον Ανδρέα και είχε ξεκινήσει τις επαφές του με τα παιδιά του, τη Ζηζή και το Λευτέρη, από αρκετό καιρό πριν, για τις διάφορες πληροφορίες και φωτογραφίες και τα παιδιά για να μην την έχουν σε ανησυχία θεώρησαν καλό να μην της πουν τίποτα.

Το άγαλμα έγινε, στήθηκε στην πλατεία του χωριού και τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21 Μαΐου 2012, 71 χρόνια από την ημέρα που ο Αντρέας άφηνε τα Χανιά και οδοιπορούσε προς το Βουρβουρέ, λίγο πριν οι κατακτητές Γερμανοί μπουν στη βομβαρδισμένη από τους ίδιους όμορφη πόλη. Είχε ήδη πάρει την απόφαση να εργασθεί για την οργάνωση της αντίστασης στον κατακτητή από την πρώτη κιόλας ημέρα.

Η Ασή Γωνιά για μιά ακόμα φορά έζησε στιγμές δόξας. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν με εξαιρετική λαμπρότητα. Παρούσες οι Αρχές του νησιού, παράτες από αγήματα των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος και τιμητικές βολές πυροβόλων όπλων.

Η συμμετοχή πλήθους λαού που ήλθαν από τη γύρω περιοχή υπήρξε συγκινητική. Ο λαός θυμάται και αναγνωρίζει το αληθινό και το δίκαιο… Η Ευαγγελία ήταν αδύνατο να είναι εκεί. Ήταν εκεί τα δυο παιδιά της. Η ίδια τώρα ήξερε και νοερά όλη εκείνη τη μέρα ήταν εκεί. Με το τηλέφωνο διαβεβαίωνε τους πάντες ότι θα πάει να δει το άγαλμα για να διαπιστώσει πως μοιάζει του Ανδρέα…

Τον τελευταίο καιρό η Ευαγγελία περνούσε μια ακόμα δοκιμασία που είχε επηρεάσει και την υγεία της . Η πιστή και αγαπημένη της βοηθός και μόνιμη παρέα της, μια κρύα ημέρα, μέσα στο χειμώνα έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή. Η αντικατάστασή της δεν ήταν έυκολη. Προσλήφθηκε μια αλλοδαπή που αποδείχθηκε ακατάλληλη και γρήγορα αντικαταστάθηκε. Οι όλες αυτές διεργασίες εύρεσης και πρόσληψης καινούργιων κατάλληλων προσώπων την κούρασαν. Το καταλάβαινε εύκολα κανείς, όταν μιλούσε στο τηλέφωνο μαζί της.

Η καινούργια βοηθός ήταν καλή και όλα στην αρχή φάνηκαν πως πήγαιναν κατ’ ευχήν. Η φωνή της Ευαγγελίας τώρα ακουγόταν καλύτερα στο τηλέφωνο.

Ο Ιούλιος όμως αυτή τη χρονιά μπήκε με διαθέσεις να δείξει για τα καλά τα καυτά δόντια του. Ο καύσωνας διήρκεσε περίσσότερο από τα συνηθισμένα.Την Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012 η καρδιά της Ευαγγελίας λύγισε. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, με θερμοκρασίες σταθερά πάνω από τους 40 C, αν και το σπίτι της είχε κλιματιστικό, στάθηκαν μοιραίες.

Δεν ξέρω αν δέχθηκε κάποιο μήνυμα, πάντως φρόντισε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με πολλούς από εκείνους που τακτικά μιλούσε μαζί τους και όλοι τους έχουν τώρα να πουν πως στην επικοινωνία τους αυτή τίποτα δεν έδειχνε πως θα ήταν και η τελευταία… Τίποτα δεν έδειχνε στο τηλέφωνο πως η σπίθα τρεμόσβηνε. Η φωνή της ακουγόταν καθαρή και νόμιζε κανείς πως η Ευαγγελία ήταν τώρα καλύτερα. Η πνευματική της διαύγεια διατηρήθηκε καλή ως το τέλος.

Η Ζηζή ήταν κοντά της ως την τελευταία της πνοή και ο Λευτεράκης της φρόντισε να υπάρχει ο κατάλληλος να αναπαυθεί χώρος, στην αγκαλιά του δικού της Ανδρέα, στον τόπο τους, στην Ασή Γωνιά, στη δική τους γωνιά.

_._._

Αφήστε μια απάντηση