Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ «Η ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΡΙΑ»

 

ΠΑΙΔΙΚΑ ΒΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

  1.  ΣΥΝΑΞΑΡΙΑΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του Μαξιμιανού (286-305). Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας και ήταν κόρη του εθνικού Διόσκορου, διοικητή στην Ηλιούπολη της Συρίας. Διακρίθηκε για την σεμνότητα, την ευγένεια, τη σωφροσύνη και για την ιδιαίτερου κάλλους φυσική ομορφιά της. «Το γαρ κάλλος αυτής, σημειώνει ο Συμεών ο Μεταφραστής, ει και μη θεατόν, αλλ’ όμως ακουστόν ον και περιμάχητον αυτής εποίει γάμον» Αυτήν την τελευταία της αρετή, την φυσική ωραιότητα, δεν μπορεί ούτε αυτός ο χρωστήρας των χριστιανών ζωγράφων να την αντιπαρέλθει και την παριστάνει, σαφώς, μέσα από ένα κατάφωτο, θαμβωτικό, πνευματικό κάλλος.

Περίεργο πώς ο πατέρας της, για την σωματική της ωραιότητα, και τον φόβο μήπως και η κόρη του γίνει χριστιανή, την φύλαγε μετά σπουδής και φανατισμού κλεισμένη μέσα σε έναν πανύψηλο πύργο, με τον οποίο παριστάνεται, συχνά, στις εικόνες της η Αγία. Περίεργο, επίσης, και το πώς και πότε η Αγία διδάχτηκε τον Χριστιανισμό, κλεισμένη μέσα σε αυτήν τη φοβερή απομόνωσή της και αφού ο πατέρας της, ένας φανατισμένος ειδωλολάτρης, διέκειτο με τόση εχθρότητα και αποστροφή προς τον χριστιανισμό. Λέγεται για κάποια  κρυπτοχριστιανή φύλακα της Βαρβάρας, που την οδήγησε κρυφά σε χριστιανική κατακόμβη, την γνώρισε εκεί με έναν ιερέα από την Αλεξάνδρεια, ο οποίος την κατήχησε και, στη συνέχεια, και τη βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Έκτοτε, αφιερώνεται με αφοσίωση ψυχής τε και πνεύματος στον αγαπημένο της Χριστό και γίνεται «εμμανής περί την των απίστων ειδώλων προσκύνησιν».

Η Βαρβάρα, που γνώριζε τον φανατισμό και την αδιαλλαξία του πατέρα της προσπαθούσε να αποκρύπτει από αυτόν την πίστη της στον Θεό και την ευσέβειά της. Κάποτε, όμως, ένα τυχαίο, για τον φιλύποπτο πατέρα, περιστατικό- τρία παράθυρα που η Βαρβάρα απαίτησε να ανοιχθούν σε λουτρό που ο πατέρας της θέλησε να κατασκευάσει έξω από τον πύργο της, για το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος- στάθηκε ικανό να τον πληροφορήσει ότι η κόρη του ήταν χριστιανή. Η κόρη ευφυώς απαντά στον πατέρα της και του τονίζει υπαινικτικά ότι «με τρία παράθυρα το λουτρό φωτίζεται καλύτερα και τρεις θυρίδες φωτίζουν πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»[1]. Αυτά τα λόγια της Αγίας Βαρβάρας μεταφέρει χαρακτηριστικά ο υμνωδός σε τροπάριο της ακολουθίας της, στην Ε΄ ωδή, όπου αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός: «Θυρίσι τρισί το λουτρόν φωτίζεσθαι κελεύσασα, μυστικώς διέγραψας βάπτισμα, Βαρβάρα, της Τριάδος φωτί, των ψυχών σελασφόρον υπάρχον καθαρτήριον».

Στο άκουσμα των λόγων αυτών, φοβερή μανία κατέλαβε τον άσπλαχνο ειδωλολάτρη  πατέρα κατά του ίδιου τού σπλάχνου του. Δίνει εντολή να την περιορίσουν πολύ αυστηρά στον πύργο. Με τη βοήθεια, όμως, της πιστής υπηρέτριάς της κατορθώνει να δραπετεύσει και να καταφύγει στο γειτονικό όρος, ίσως στον Αντιλίβανο. Εκεί άρχισε, με το ξίφος στο χέρι, να καταδιώκει την Βαρβάρα ο πατέρας της. Ο Θεός την προστατεύει από την καταδίωξη με το σχίσιμο ενός βουνού. «Μανίαν δεινήν του πατρός εκκλίνουσαν, Βαρβάραν σχισθέν ευθύς υπεδέξατο όρος». Στην καταδίωξη του Διόσκορου δίνει τέλος η προδοσία ενός άθλιου, απάνθρωπου και κουτοπόνηρου βοσκού, ο οποίος- για να μην χάσει την αμοιβή που του υποσχέθηκε ο Διόσκορος- του έδειξε το μέρος, όπου με τρόπο θαυμαστό η κόρη είχε κρυφτεί. Ο πατέρας την ανακαλύπτει, την αρπάζει από τα μαλλιά με μανία λιονταριού, την τινάζει πολλές φορές ρίχνοντάς την χάμω στη γη και, στη συνέχεια, βίαια την οδηγεί στον Ηγεμόνα της χώρας, τον Μαρκιανό, και την παραδίδει σε αυτόν ως τον χειρότερο εγκληματία. Το γιατί; Γιατί έφερε μέσα της φανερή και φωτοφόρο την ιδιότητα της χριστιανής! Τέτοιο μίσος πατέρα προς το παιδί, για την αγνή πίστη του στον Χριστό, δεν εννοείται και δε χωράει στο μυαλό του ανθρώπου! Όμως, ο Χριστός πρόβλεψε και μίλησε και επ’ αυτού του σημείου με λόγο σοφίας θεϊκής, με λόγο προφητικό. «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γήνουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν, και συνεχίζει ο λόγος του Θεού, ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού»[2].

Και από τη στιγμή αυτήν αρχίζει το φρικτό μαρτύριο της Αγίας, όταν ο Ηγεμόνας την ερωτά και εκείνη, μετά παρρησίας και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, του απαντά ότι, τώντις, είναι χριστιανή και πιστή οπαδός Εκείνου, και αρνείται να προσκυνήσει θεούς ψεύτικους και ανύπαρκτους «καθυβρίσασα, μάλιστα, τα είδωλα σκαιώς». Καθοδηγητής της τη φοβερή αυτή στιγμή ο λόγος του Χριστού. «και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστιν μου άξιος. Ο ευρών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν»[3].

Και το μαρτύριο της Αγίας- που το βρίσκομε ιστορημένο λεπτομερώς στην αγία της εικόνα στον ιστορικό ναό της, στην πόλη μας- από την στιγμή αυτήν λαμβάνει βάθος και έκταση. Την βλέπουμε εκεί να της καταξέουν φρικτά τις σάρκες με σιδερένια νύχια, να της κατακαίουν τις πλευρές με αναμμένες λαμπάδες, να την διαπομπεύουν γυμνή στους δρόμους της πόλεως και, τέλος, να σφάζεται από το χέρι του ίδιου του πατέρα της. Και γίνεται έτσι η Αγία για μας και τη ζωή μας ολόφωτο υπόδειγμα προς μίμηση και παραδειγματισμό. Ένας οδοδείκτης στο δρόμο του καθήκοντος και της αυταπάρνησής μας για τον Χριστό. Σύμφωνα με το απόστιχο του εσπερινού της Αγίας: «ούτε βασάνων το πύρ, ούτε τρυφής η απόγνωσις, ούτε του κόσμου χάριτες, ούτε άνθος νεότητος της προς Χριστόν αγάπης εχώρησεν…».

                                *        *        *  

  1.  ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Η αγία Βαρβάρα Παιδομάρτυς– για το νεαρότατον τής ηλικίας της που δέχθηκε το μαρτύριο- και αναγνωρισμένη θεράπουσα Αγία μικρών παιδιών και μεγάλων είναι από τις πιο δημοφιλείς αγίες της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Ο λαός μας τη σέβεται και την τιμά με ξεχωριστό τρόπο. Στην Ηλεία λένε ότι η αγία Βαρβάρα «βαρβαρώνει» (λαογραφική παρετυμολογία) τις έγκυες γυναίκες, δηλαδή τις κάνει πιο σκληρές και πιο ανθεκτικές στους κινδύνους της εγκυμοσύνης[4], ενώ πιστεύεται ότι η αγία Βαρβάρα προστατεύει και από παθήσεις των οφθαλμών και από τον αιφνίδιο θάνατο[5].

Έτσι, την αγία Βαρβάρα ο λαός μας την θεωρεί θεράπουσα Αγία και προστάτιδά του σε πολλές ανάγκες του και αδυναμίες. Όμως, η μεγαλύτερη προστασία της Αγίας προς τον άνθρωπο είναι που καταξιώθηκε ανά τους αιώνες να θεωρείται ιατρός και προστάτης κατά της φοβερής, για τα παλιά χρόνια, μάστιγας, της ευλογιάς, και μάλιστα αυτής που προσβάλλει τα μικρά παιδιά. Σύμφωνα με την παράδοση, η καθιέρωση αυτή έγινε ύστερα από το παρακάτω περιστατικό τής ζωής της. η Βαρβάρα, σύμφωνα με το συναξάρι της[6]– και όπως ήδη αναφέρθηκε- ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα. Ο πατέρας της προσπάθησε με πολλούς τρόπους να την οδηγήσει σε γάμο και, φυσικά, με ειδωλολάτρη, αφού και ο ίδιος ήταν πιστός οπαδός τής πίστης των ειδώλων. Η Βαρβάρα, όμως, είχε επιλέξει άλλο νυμφίο, τον Ιησού Χριστό. Ο πατέρας της επέμεινε σε μια συγκεκριμένη πρόταση γάμου και ήταν, μάλιστα, αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει. Τότε, λοιπόν, η Βαρβάρα παρακάλεσε κρυφά τον νυμφίο Χριστό να της ασχημίσει το πρόσωπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει, να καταστεί εξαιρετικά άσχημη και αποκρουστική  στον υποψήφιο γαμπρό. Ο Θεός της έστειλε την αρρώστια τής ευλογιάς και το πρόσωπό της γέμισε από τις γνωστές φυσαλίδες και τα λακκουβάκια, που της μετέτρεψαν το πανέμορφό πρόσωπό της σε μια ελεεινή και αποκρουστική μορφή. Στη συνέχεια, όπως συνεχίζει ο Συναξαριστής, και ενώ η Αγία μεταφερόταν από τον ίδιο τον πατέρα της προκειμένου να αποκεφαλιστεί, ζήτησε από τον Θεό να της δώσει τη χάρη να προστατεύει όποιον μνημονεύει το όνομά της από τη «λώβη» και τα άλλα λοιμώδη νοσήματα. Και έκτοτε η αγία Βαρβάρα, σύμφωνα με την ακολουθία τού εσπερινού, «…των λοιμικών παθήσεων λώβην αφανίζει» και «την λοιμική νόσον εκδιώκουσα, τους πιστούς θεραπεύει»[7]. Αλλά και κατά τον Παρακλητικό κανόνα τής Αγίας, στο Άξιον Εστίν και στα Μεγαλυνάρια, ψάλλεται: «Πάθη θεραπεύουσα χαλεπά, εξαίρετον χάριν εκομίσω παρά Χριστου, τας λοιμώδης νόσους ελαύνειν ανενδότως, εξ ων ημάς της λώβης Βαρβάρα φύλαττε».

Αν σκεφθεί κανείς πόσο κακό προξενούσε παλιότερα η αρρώστια αυτή στα μικρά παιδιά, αυλακώνοντας το πρόσωπάκι τους με πολλά αντιαισθητικά σημάδια, αντιλαμβάνεται κανείς πόση λατρεία απολάμβανε η Αγία στους παλιούς χρόνους, τότε που το εμβόλιο της ευλογιάς ήταν ακόμα άγνωστο. Γι’ αυτό και τα νοσοκομεία των λοιμωδών νοσημάτων έχουν ως έμβλημά τους την εικόνα της Αγίας. Αν και το εμβόλιο σήμερα έχει εξαφανίσει την ασθένεια αυτήν, όμως, συχνά, ξαναζούν σε διάφορα μέρη του ελληνισμού παλιά λατρευτικά έθιμα, που αναφέρονται στην εκζήτηση της προστασίας της Αγίας, την οποία ο λαός μας αισθάνεται πολύ δυνατή.

Έτσι, οι πιστοί συνηθίζουν να προσφέρουν στην Αγία μελόπιττα, κόλλυβα και κολλυβόζουμο, που, από το όνομά της, λέγεται και αυτό «βαρβάρα». Η «βαρβάρα» είναι ένα είδος γλυκιάς σιταρόσουπας, στην οποία οι νοικοκυρές ρίχνουν, επίσης, λίγα ρεβύθια, καλαμπόκια, σταφίδες, σύκα, μήλα, κουκιά κ.λπ. Προσφέρεται σε όλα τα μέλη τής οικογένειας μέσα σε βαθιά πιάτα ή κούπες, αφού ρίξουν από πάνω καβουρντισμένο αλεύρι, για να χυλώσει, κοπανισμένα καρύδια και λίγη κανέλλα.

Σε μερικά μέρη της Μ. Ασίας (Σιγή, Μπαϊντίρι) οι γειτόνισσες κάθε σταυροδρομιού πήγαιναν η κάθε μια και κάτι, που χρειαζόταν να γίνει η «βαρβάρα». Άλλη πήγαινε το σιτάρι, που το κοπάνιζαν εκεί έξω στο σταυροδρόμι, άλλη τη ζάχαρη και άλλη τις σταφίδες, τα αμύγδαλα και τα μπαχαρικά και εκεί έξω την έβραζαν. Το πρωί φώναζαν τον παπά να τη διαβάσει και μετά τη μοίραζαν στα σπίτια τους. Υπενθυμίζουμε ότι πρόγονος των χριστιανικών κολλύβων είναι η αρχαιοελληνική «πανσπερμία», ένα μείγμα από καρπούς όλων των ειδών, το οποίο προσέφεραν την «Ημέρα των Χυτρών», δηλαδή, την τρίτη και τελευταία μέρα της εορτής των Ανθεστηρίων, η οποία ήταν κάτι ανάλογο με την ημέρα των νεκρών. Η λατρευτική αυτή διαδικασία δεν είναι τίποτε άλλο παρά φανερή επιβίωση όμοιας λατρείας, που προσέφεραν κατά την αρχαιότητα στην «κουροτρόφο» θεά Εκάτη, που λεγόταν και «ενοδία» ή «τριοδίτης», γιατί ακριβώς καθόταν στα σταυδρόμια και στα σταυδρόμια τής προσφερόταν η λατρεία. Από την αρχαία αυτήν λατρεία διατηρήθηκε και το έθιμο να φτιάχνουν και να προσφέρουν στην Αγία Βαρβάρα τα «βαρβαροκόλλυβα», τη «βαρβάρα», όπως συνήθως ακούγεται,  και άλλα τρόφιμα[8].  Και επειδή η περιουσία τής Αγίας Βαρβάρας είχε μοιραστεί ολόκληρη στους φτωχούς, συνηθίζεται και σήμερα οι νοικοκυρές που κάνουν τη «βαρβάρα» να τη μοιράζουν σε τρία τουλάχιστον νοικοκυριά. Και επειδή η Αγία θεωρείται προστάτιδα της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, συνολικά, γι’ αυτό οι νοικοκυρές μοιράζουν τη «βαρβάρα» όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στα ζώα του σπιτιού ακόμα και στα χωράφια και τα φυτά.

Υπενθυμίζουμε, ακόμα, ότι πέραν τής θεραπευτικής της προστασίας η αγία Βαρβάρα θεωρείται προστάτης και βοηθός των παρθένων κάθε ηλικίας και εποχής, καθώς και έφορος και εξουσιαστής των φυσικών στοιχείων τού υλικού σύμπαντος και μάλιστα τού κεραυνού, από τον οποίο και προστατεύει τον άνθρωπο. Από αυτό το τελευταίο προέρχεται και η καθιέρωσή της και ως προστάτιδας του πυροβολικού[9] και των ορυχείων. Παλιότερα, μάλιστα, «Αγία Βαρβάρα» ονόμαζαν οι ναυτικοί μας τις πυριτιδαποθήκες και τους χώρους πυρομαχικών των πολεμικών πλοίων.  Η καθιέρωση αυτή την αρχή της έχει στο γεγονός, μάλλον, της θείας Δίκης, που- σύμφωνα με το συναξάρι της Αγίας- με την μορφή κεραυνού κατήλθε και κατέκαυσε τον θηριώδη παιδοκτόνο πατέρα, όταν μετά την σφαγή της κόρης του, άρχισε να κατεβαίνει  από το βουνό. Οπότε, εδώ, εμφανώς, υπάρχει ταύτιση του κεραυνού με το πυροβόλο όπλο.

Η αγία Βαρβάρα προστατεύει, επίσης, και αυτούς που χειρίζονται κάθε είδους μηχανοκίνητα μέσα (αυτοκίνητο, τραίνο, αεροπλάνο) και επικαλούνται με θέρμη και πίστη την προστασία της, τους μεταλλωρύχους, τους λατόμους, τους πανδοχείς, τους αρχιτέκτονες, τις συντεχνίες πυρίτιδας, τα πυριτιδοποιεία και καλυκοποιεία και από τον μεσαίωνα και εξής τα θύματα της πυρίτιδας[10].

Στη Θράκη, τέλος, πιστεύουν ότι η αγία Βαρβάρα «βαρβατίζει» τα χωράφια, για να δώσουν πολύ και καλής ποιότητας καρπό. Προς τούτο ο παπάς κατά τη θεία λειτουργία «βγάζει» ύψωμα. Η γυναίκα που το παίρνει το βάζει στα εικονίσματα και, όταν ξεραθεί, το παραχώνει στο χωράφι για να «βαρβατίσει»[11].

 

*         *           *

 

  1.  ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΣΣΑ

Από την ευλογιά «ελευθερώνει» και η «αγία Βαρβάρα η Ρεθεμνιώτισσα» ή, άλλως, «αγία Βαρβάρα η Ελευθερώτρια», όπως θα εξηγήσουμε το δεύτερο προσωνύμιο αμέσως παρακάτω. Στον χώρο τής Αγίας Βαρβάρας υπήρχε ερειπωμένος ο παλαιός ναός, κτήμα τού Τούρκου Αλή Τσιτσεκάκη, που, επί τουρκοκρατίας, είχε μεταβληθεί και σε λουτρό (χαμάμ). Ο χώρος απελευθερώθηκε, τελικά, ύστερα από θαυματουργική ενέργεια τής Αγίας. Η παράδοση κάνει λόγο για επιδημία ευλογιάς που έπεσε τα παλιά χρόνια στην πόλη του Ρεθύμνου. Όμως, η τρομερή αυτή αρρώστια χτυπούσε επιλεκτικά μόνο τα τούρκικα σπίτια, με τέσσερις έως και πέντε θανάτους Οθωμανών την ημέρα, γιατί οι χριστιανοί, μόλις εκδηλώθηκε ή θανατηφόρα νόσος έσπευσαν και έκαναν λιτανεία, περιφέροντας στους δρόμους τής πόλης την εικόνα της Αγίας. Πανικόβλητοι οι Τούρκοι και βλέποντας το φανερό θαύμα γύρω τους έτρεχαν αθρόα και εκείνοι να προσφέρουν στην Αγία διάφορα πολύτιμα αντικείμενα και ασκιά γεμάτα λάδι, που με σεβασμό τα εναπέθεταν μπροστά στην αγία εικόνα της. Στο σημείο αυτό η παράδοση αναφέρει ότι από την ημέρα εκείνη η αρρώστια έφυγε και από τα τούρκικα σπίτια και κανένας πια, Χριστιανός ή Τούρκος, δεν ξαναπροσβλήθηκε ή πέθανε από αυτήν[12]. Έτσι, η αγία Βαρβάρα καθιερώθηκε πολιούχος της πόλης του Ρεθύμνου.

Οι Οθωμανοί πίεσαν, στη συνέχεια, τον ομόθρησκό τους Αλή Τσιτσεκάκη να αποδώσει το λουτρό (χαμάμ) στους χριστιανούς, προκειμένου να οικοδομήσουν εκκλησία, πράγμα που έγινε. Ο ναός αγοράστηκε από τους Ρεθεμνιώτες (1885) και την επόμενη, κιόλας, ημέρα οι χριστιανοί τοποθέτησαν μέσα το εικόνισμα τής Αγίας και κανδήλα και ο χώρος έγινε συνεχές προσκύνημα όλων. ακόμα και οι Οθωμανίδες έστελναν λάδι, λιβάνι και έκαναν παρακλήσεις. Αμέσως μετά άρχισε η κατεδάφισή τού παλιού ναού, που ήταν τού ίδιου ρυθμού με τον σημερινό. Οι χριστιανοί προσέφεραν προσωπική εργασία, πραγματοποίησαν εράνους και ο ναός σύντομα, το έτος 1888, είχε γίνει πραγματικότητα για την πόλη μας[13] και κέντρο της κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής των παλαιών Ρεθεμνιωτών. Εκεί, εκκλησιαζόταν η μαθητιώσα νεολαία των σχολείων τής πόλης μας[14], αλλά και οι Ρώσοι τον καιρό της Κρητικής Πολιτείας, ώσπου ο Διοικητής τους Θεόδωρος Ντε Χιοστάκ επισκεύασε μιαν άγνωστη, μέχρι τότε, εκκλησία πάνω στη Φορτέτσα, που την ονόμασαν «άγιος Θεόδωρος ο Τριχινάς», και χρησιμοποιούνταν για τις θρησκευτικές ανάγκες των Ρώσων του Ρεθύμνου.

Στη συνέχεια ο ρέκτης αγιογράφος Μητροπολίτης Ιερόθεος Μπραουδάκης επιδόθηκε με ξεχωριστό πάθος στη διακόσμηση τού ναού με αγιογραφίες στους τοίχους- όπως θα δούμε παρακάτω- συνέθεσε τροπάριο τής Αγίας («Δεύτε παίδες Ρεθύμνης ύμνοις τιμήσωμεν, την πανεύφημον νύμφην Χριστού και μάρτυρα») και αφιέρωσε το προς μεσημβρίαν (νότιο) τμήμα τού ναού στη μνήμη τού αγίου Χαραλάμπους, το δε προς  βορρά στη μνήμη των αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων, που ακόμα δεν είχε οικοδομηθεί ναός στην μνήμη τους, συνέθεσε δε και το τροπάριο τους («Τετράς νεομαρτύρων Χριστού τού Παντάνακτος…»). Τα εγκαίνια τής αγίας Βαρβάρας έγιναν στις 22 Μαρτίου του 1899[15].

 

  1. ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΡΙΑ

Ενδιαφέρουσα, στη συνέχεια, η πληροφορία που μας παραδίνει ο αείμνηστος Μιχάλης Παπαδάκης[16] για την πρώτη εορτή της Αγίας, αμέσως μετά από την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων από την Κρήτη και την εγκατάσταση στο νησί μας, το έτος 1898, ως εγγυητριών, των τότε μεγάλων Δυνάμεων. Ρωσίας, Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας. Ο κόσμος κατά την ημέρα εκείνη συγκεντρώθηκε στην Αγία Βαρβάρα του Ρεθύμνου, που την ένιωθε ως Ελευθερώτριά του, όπου συνειδητοποιώντας την ελευθερία του που μόλις είχε κερδηθεί, προέβη σε συγκλονιστικές πανηγυρικές εορταστικές εκδηλώσεις, πυροβολισμούς ενόπλων, διαδηλώσεις εξωφρενικού ενθουσιασμού με αλληλοασπασμούς, διαδηλώσεις και ποικίλες ζητωκραυγές, όπως «Ζήτω η Ελευθερία», «Ζήτω η Ελλάς», «Χριστός Ανέστη».

Σε έγγραφο που εντοπίσαμε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου (Αρχείο Καλομενόπουλου)- και δεν έχουμε τη δυνατότητα να το δημοσιεύουμε εδώ, γιατί η ανάγνωσή του είναι εξαιρετικά δυσχερής, λόγω εξασθένησης του χρώματος της μελάνης του- παρακολουθούμε, περαιτέρω των ανωτέρω, τις αιματηρές εχθροπραξίες και δολοφονίες που έλαβαν χώρα, την ίδια ακριβώς περίοδο, ανάμεσα στους κατοίκους της Ρεθεμνιώτικης υπαίθρου και μάλιστα στο χωριό Κοξαρέ της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, όπου ακριβώς απλωνόταν η δράση του αιμοσταγούς Γενιτσάρ Αράπη από τις Ατσιπάδες, με όπλα που οι κάτοικοι είχαν κρυμμένα στις οικίες τους.

Η εκτελεστική Επιτροπή ανακοινώνει στους Χριστιανούς κατοίκους της Κρήτης
την ανάκληση του τουρκικού στρατού (Αρχείο Δημόσιας Βιβλιοθήκης Ρεθύμνου).

Ο Συνταγματάρχης Διοικητής του Ρεθύμνου, «εν ονόματι» του Τσάρου της Ρωσίας ζητά από τους Ρεθυμνιώτες να πρυτανεύσει η χριστιανική αγάπη και η υπόσχεση που του είχαν δώσει μισό χρόνο πιο πριν- όταν αναλάμβαναν οι Ρώσοι την εξουσία- ότι, δηλαδή, θα κατέθεταν τα όπλα με δική τους θέληση «πρό των ποδών της ελευθερωθείσης πατρίδος τους». Και συνεχίζει ο Ρώσος Συνταγματάρχης. όποιος τη στιγμή αυτήν ενεργεί εναντίον των Μουσουλμάνων ενεργεί εναντίον του «Υπάτου Αρμοστού». Είστε πολιτισμένοι ή βάρβαροι; Και το εν λόγω έγγραφο καταλήγει δηλώνοντας ότι κάθε παρενόχληση, στο μέλλον, των Μουσουλμάνων θα επισύρει ανηλεή τιμωρία[17].

Οι Τούρκοι μπροστά στο παραλήρημα αυτό των Ρεθεμνιωτών κλείστηκαν στα σπίτια και τα μαγαζιά τους και δεν τολμούσαν ούτε να ξεμυτίσουν. Θα διασαλευόταν η τάξη, εάν οι περισσότερο ψύχραιμοι και εχέφρονες των πολιτών και των προκρίτων του τόπου δεν μεσολαβούσαν, ώστε να αποτρέψουν άσχημες περαιτέρω εξελίξεις. Όπως σημειώνει, μάλιστα, ο Μ. Παπαδάκης το ντόπιο τούρκικο στοιχείο πήρε το μήνυμά του και, και όσοι από αυτούς είχαν συνεργαστεί με τις ορδές του Σακίρ Πασά– όπως ήταν ο Γενιτσάρ Αράπης, από τις Ατσιπάδες- πήραν το δρόμο της ξενιτιάς προς την Τουρκία και δεν επέστρεψαν ποτέ ξανά στην Κρήτη[18].

Κοντά σ’ αυτά- που συνέβησαν το έτος 1898- είναι γνωστό ότι την 1η Δεκεμβρίου εορτάζουμε την επέτειο της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, που έγινε την 1-12-1913 και ότι η τοπική μας Εκκλησία, δια του Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Ανθίμου, όρισε την ημέρα αυτήν να τελείται, κατά την εορτή της πολιούχου Ρεθύμνης αγίας Βαρβάρας «Δοξολογία επί τη επετείω της Ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα» (1-12-1913)- ως, προφανώς, σχεδόν ταυτιζομένης της εθνικής αυτής επετείου με την θρησκευτική της πολιούχου άγιας Βαρβάρας εορτή.

Αυτοί, ακριβώς, οι δύο εθνικοί λόγοι- του 1898 και του 1913- είναι που ώθησαν και μας, στο παρόν άρθρο μας, να αποκαλέσουμε την Αγία Βαρβάρα «Ελευθερώτρια», ως δόκιμο, νομίζουμε, όρο που μπορεί- παράλληλα προς την εθνική– να υποδηλώνει σαφώς και την λυτρωτική τής Ρεθεμνιώτισσας Αγίας Δύναμη πάνω στις ασθένειες και μάλιστα στη φοβερή μάστιγα της ευλογιάς, της οποίας ειδική θεράπουσα- όπως ήδη σημειώσαμε- είναι, από Θεού, η Αγία.

*             *              *

  1.  ΒΙΩΜΑΤΑ

Από μικρό παιδάκι είχα την τύχη να μεγαλώσω κάτω από τον ίσκιο της Αγίας, στο πατρικό μου σπίτι, εκεί κοντά, στη Μεγάλη Πόρτα. Στην αυλή της έπαιξα τα πρώτα μου παιγνίδια, με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Με πόσο αυθορμητισμό, θυμάμαι, και παιδική αγνότητα κάθε τόσο μπαίναμε στην εκκλησία της και προσκυνούσαμε την φορητή εικόνα της Αγίας, στο κεντρικό, μόλις μπαίνουμε δεξιά, ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, του σπουδαίου ρεθεμνιώτη αγιογράφου Χατζή Αντωνίου Βεβελάκη, με την αφιερωματική επιγραφή: «Εγένετο δαπάνη των εν τη πόλη ταύτη οικούντων Ορθοδόξων χριστιανών οινοπνευματοπώλων, καφεπώλων, ζαχαροπλαστών και ξενοδόχων». Το κάναμε, ίσως, και αυτό σαν ένα επί πλέον παιγνίδι, παρακολουθώντας τους μεγάλους, που έκαναν το ίδιο, για μια αλλαγή από την μονοτονία των πολύωρων παιγνιδιών μας. Όμως, θυμάμαι και είμαι περισσότερο από βέβαιος για την ακρίβεια της ανάμνησής μου αυτής, ότι την είσοδό μας στο ναό και το προσκύνημα της Αγίας το νιώθαμε σαν κάτι το εντελώς διαφορετικό από ένα απλό παιγνίδι. Δέος και θαυμασμός κατελάμβανε τις παιδικές μας ψυχούλες, όταν με εξεταστική περιέργεια παρακολουθούσαμε τα δώδεκα εικονίδια, με τις ισάριθμες σκηνές από το μαρτύριο της Αγίας, που σαν αδαμάντινο περιδέραιο στέφουν και κατακοσμούν την αγία Της εικόνα. Στον ίδιο αγιογράφο οφείλεται και η θύρα τής Ωραίας Πύλης με τον Μέγα Αρχιερέα κρατούντα το «Άγιον Ποτήριον».

 Η αγία Βαρβάρα, όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο, σε ορισμένες εικόνες της, εικονίζεται κρατώντας ένα άγιο Ποτήριο.

Από τις άλλες εικόνες ξεχωριστή εντύπωση μας έκανε η τεράστιων- για τα παιδικά μας ματάκια- διαστάσεων ιστορική εικόνα του Παντοκράτορος, στον τρούλο του ναού, έργο ζωής του επισκόπου Ρεθύμνης Ιερόθεου Μπραουδάκη ή Μπραγουδάκη (1882- 1869), όπως με μοναδικό ψυχισμό και παραστατικότητα ιστορεί το γεγονός ο Παντελής Πρεβελάκης στο έργο του «Το χρονικό μιας Πολιτείας»[19]. Τού ίδιου αγιογράφου, του Μπραουδάκη, έργο είναι και οι γύρω από τον θόλο εικόνες των Ευαγγελιστών, οι δυο θαυμάσιες μικρές εικόνες (μετάλλια) στις κολόνες τού τέμπλου, στη βόρεια πλευρά τού ιερού, καθώς και οι περισσότερες τού τέμπλου. Ο φιλόκαλος αυτός και καλαίσθητος ιεράρχης κόσμησε τον μητροπολιτικό ναό και αυτόν τής αγίας Βαρβάρας με πολυελαίους, φανούς, λάβαρα και κανδήλες, ενώ τού άρεσε ιδιαιτέρως να διδάσκει Ιερά στο Γυμνάσιο- που είχε τότε δύο μόνο τάξεις- και στο Παρθεναγωγείο, δωρεάν, χωρίς αμοιβή.

Μόνιμα συγκινούσε τα παιδικά μας ματάκια και η φωτεινή απεικόνιση του αγγέλου, του ζωγράφου Γεωργίου Γαληνού[20], στο βόρειο κλίτος της εκκλησίας. Έργα του Γαληνού σώζονται ελάχιστα, σήμερα, κατεστραμμένα τα περισσότερα από την πολυκαιρία και την αδιαφορία των συμπολιτών του. Κυριότερα από τα σωζόμενα πρέπει να είναι οι τοιχογραφίες που έφτιαξε μετά το έτος 1897- που ήρθε στο Ρέθυμνο και άρχισε να ζωγραφίζει τοίχους και εικόνες- στο σπίτι του Τούρκου Αλή Βαφή, στα Σωμαράδικα, σε ένα άλλο σπίτι στον Άγνωστο Στρατιώτη, στη βορινή γωνία, απέναντι ακριβώς από το μνημείο, αλλά και η απεικόνιση της Αγιά- Σοφιάς στο σπίτι της Μαρίας Δρανδάκη- Κουτσουράκη, στη Μεγάλη Πόρτα.

Ξεχωριστή εντύπωση και υποβολή- τη φορά αυτή- μάς έκανε να νιώθουμε και η εικόνα της «Θυσίας του Αβραάμ», πιθανόν και αυτή έργο του επισκόπου Ιερόθεου Μπραουδάκη[21], στο κάτω αριστερό θωράκιο του τέμπλου. Η αποφασιστική κίνηση του Αβραάμ, έτοιμου να θυσιάσει τον μικρό- στην ίδια με μας, τότε, ηλικία- Ισαάκ, πάνω στο θυσιαστήριο με τα ξύλα, μας προκαλούσε ιερό δέος, φόβο και εντυπωσιασμό. Μας παρηγορούσε, όμως- και ευτυχώς που από πολύ μικρά την ξέραμε την ιστορία από το σχολείο- η σκέψη ότι ο Θεός δεν επέτρεψε τελικά τη θυσία του μικρού Ισαάκ, άλλα μόνο να δοκιμάσει ήθελε την πίστη του Αβραάμ.

Σε αυτήν την πηγαία ευλάβεια βοηθούσαν, βέβαια, και οι διδασκαλίες των γονιών μας και σύσσωμης της ρεθεμνιώτικης κοινωνίας, που, πραγματικά, πίστευε και ευλαβούνταν την Αγία πολύ  περισσότερο απ’ ό,τι σήμερα.

Όταν κάποια άλλη φορά ενέσκηψε θανατηφόρα γρίπη[22] και το Υπουργείο έδωσε εντολή να κλείσουν τα σχολεία για δεκαπέντε ημέρες, πολλά παιδιά, δεν ξεχνώ, που φεύγοντας από το σχολείο μας- το σημερινό 1ο Δημοτικό Σχολείο, το πρώην οθωμανικό- προστρέξαμε όλα με πίστη στην Αγία Βαρβάρα, ανάψαμε το κεράκι μας, και γονατίσαμε μπροστά και κάτω από τον τεράστιο θόλο του Παντοκράτορος, παρακαλώντας Την να μας προστατέψει από την επερχόμενη επιδημία, όπως και τότε, όταν έσωσε την πόλη μας από την άλλη μάστιγα της ανθρωπότητας, τη φοβερή πανώλη.

Στη γρίπη τού δεκαοχτώ αναφερόμενος και ο περιηγητής Π.Θ. Κουνιάκης περιγράφει λιτάνευση τής εικόνας τής Αγίας από τους πιστούς Ρεθυμνιώτες, που ζητούσαν στις 29-11-1918 να τους λυτρώσει από την φοβερή και θανατηφόρο γρίπη. Στο Ρέθυμνο είχαν, κιόλας, σημειωθεί τα πρώτα κρούσματα τής γρίπης. Κάθε σπίτι είχε και από έναν γριπιασμένο. Οι γιατροί διέτρεχαν τις συνοικίες από το πρωί μέχρι το βράδυ και δεν προλάβαιναν. Συχνά, αναγκάζονταν να εκτελούν τις συνταγές οι ίδιοι, επειδή οι φαρμακοποιοί είχαν καταπέσει ασθενείς. Τα καταστήματα είχαν κλείσει ερμητικά και  μόνη ελπίδα τούς είχε απομείνει η προστάτιδά τους Αγία. Και ευτυχώς μέσα στην πόλη η επιδημία είχε λίγα θύματα. Στα χωριά, όμως, είχε κυριολεκτικά αποδεκατίσει τους κατοίκους. Πολλά σπίτια έμειναν χωρίς ενοίκους και τα κλειδιά τα είχε παραλάβει η αστυνομία![23]

Στην παρακείμενη αίθουσα του Μεγάλου Αθανασίου, αλλά πολύ συχνά και μέσα στην ίδια την εκκλησία της αγίας Βαρβάρας, κάναμε τα μαθήματα του Κατηχητικού μας Σχολείου, με τον τότε καλλικέλαδο  ιεροδιάκονο του Μητροπολιτικού μας Ναού, π. Διονύσιο Χαμαράκη. Δεκάδες παιδιά, που, κάποτε, δεν τα χωρούσε η αίθουσα του Μ. Αθανασίου, μαζευόμασταν, θυμάμαι, για το Κατηχητικό Σχολείο. Αριθμοί, αλήθεια, πρωτόγνωροι και εντελώς ασύλληπτοι στην εποχή της σημερινής πνευματικής στειρότητας και πολυπαιδείας, που δεν αφήνει χρόνο στα σημερινά παιδιά ούτε για παιγνίδι και ανάπαυση, πολύ περισσότερο για το… Κατηχητικό Σχολείο. Με πόση αγωνία εμείς, τότε- χωρίς φροντιστήρια και άλλες περιττές ενασχολήσεις- περιμέναμε να ακούσουμε, το μεσημέρι, στις 4 η ώρα, τους πέντε γνώριμους κτύπους της καμπάνας του Μητροπολιτικού μας Ναού (Κα-τη-χη-τι-κό), για να τρέξουμε πασίχαρα στο μάθημα, με το βιβλιαράκι του κατηχητικού στο χέρι. Ένιωθα ξεχωριστή χαρά, όταν από το βιβλιοπωλείο αγόραζα αυτό το εντελώς ξεχωριστό- από τα άλλα σχολικά τετράδια- όμορφο βιβλιαράκι, με τη χρωματιστή εικόνα του Χριστού ως Καλού Ποιμένος στο εξώφυλλο και την επιγραφή, με κεφαλαία βυζαντινά γράμματα: «Εκκλησιαστικά Κατηχητικά Σχολεία» και από μέσα, στο α΄ εσώφυλλο: «Καθήκοντα των Μαθητών των Κατηχητικών Σχολείων» και στις σελίδες που προορίζονταν για γραφή τις λέξεις: «Δίδαγμα και Ρητόν».

Μετά το κατηχητικό μάθημα το ρίχναμε, και πάλι, στο παιχνίδι έξω από την αίθουσα του Μεγάλου Αθανασίου, στη αυλή της Αγίας Βαρβάρας. Άλλες εποχές, άλλα παιδιά, με αναγκάζουν όλα αυτά, σαν τα στοχάζομαι, να σκεφτώ!

Δεν ξεχνώ, τέλος, με πόση ευλάβεια και σεβασμό μιλούσαν όλοι οι μεγαλύτεροι και οι γονείς μου για την Αγία Βαρβάρα, τη μεγάλη μάνα των Ρεθεμνιωτών. Με πόσο θαυμασμό μού περιέγραφαν το θαύμα της διάσωσης μόνου του ιερού ναού της Αγίας, από τους βομβαρδισμούς των Γερμανικών αεροπλάνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ όλα τα γύρω οικήματα είχαν μεταβληθεί σε μια άμορφη μάζα ξύλων, κεράμων και πετρών ατάκτως ερριμμένων. Δεν ξεχνώ που μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια- γύρω στα 1960- οι τρόχαλοι των βομβαρδισμένων, απέναντι ακριβώς από την Αγία Βαρβάρα[24], σπιτιών πεισματικά παρέμεναν ανατριχιαστικοί και αδιάψευστοι μάρτυρες αυτού του γεγονότος[25].

Μα οι αναμνήσεις και τα βιώματα από το παλιό Ρέθυμνο, της δεκαετίας του πενήντα, δεν παίρνουν τέλος, ενώ ο χρόνος μας παρέρχεται απειλητικά. Είθε ο πανοικτήρμων και ελεήμων Θεός, με τις πρεσβείες της αγίας και μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας, να μας αναδείξει όλους άξιους εορταστές και μιμητές της ζωής της και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών και των νέων και να μας αξιώσει να ψάλλουμε ομοθυμαδόν και πανδημεί το απολυτίκιό της, ποίημα του αείμνηστου Ρεθύμνιου Ιεράρχη, Ιερόθεου: «Δεύτε παίδες Ρεθύμνης ύμνοις τιμήσωμεν, την πανεύφημον νύμφην Χριστού και μάρτυρα, την αντίληψιν ημών και βοήθειαν, εκβοώντες προς αυτήν μετά πίστεως θερμώς, Βαρβάρα Χριστού Αγία, πρεσβεύουσα μη ελλίπης υπέρ των δεδμημένων το ιερόν σου τούτο τέμενος». 

         [1] Ο Συμεών ο Μεταφραστής σημειώνει χαρακτηριστικά ότι στα χρόνια του σωζόταν ακόμα το λουτρό εκείνο με τα τρία παράθυρα και τον χαραγμένο από την αγία σταυρό (Άθλησις της Αγίας ενδόξου και  καλλινίκου Μεγαλομάρτυρος του Χριστού Βαρβάρας, J.P. Migne, Patrologia Graeca, 116, 302-315).

              [2] Ματθ. ι΄, 34-36

              [3] Ματθ.ι΄, 38-39

[       [4] Αθαν. Τσακνάκη, Επανομή. Ιστορία- Λαογραφία, Χρονικά Χαλκιδικής 17-18 (1969), 102.

            [5] George A. Williamson, Οι προστάται της Ιατρικής Άγιοι εν τη Ελληνική Εκκλησία, Κυπριακά Χρονικά, 6 (1929), 225-26.

             [6] Ματθαίου Λαγγή, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 19865, 124-134.

           [7] Αλλά και στον Παρακλητικό κανόνα της Αγίας, στο Άξιον Εστίν και στα Μεγαλυνάρια, ψάλλουμε: «Πάθη θεραπεύουσα χαλεπά, εξαίρετον χάριν εκομίσω παρά Χριστού, τας λοιμώδης νόσους ελαύνειν ανενδότως, εξ ων ημάς της λώβης Βαρβάρα φύλαττε».

              [8] Γ. Α. Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1957, 33.

          [9] Η αγία Βαρβάρα καθιερώθηκε προστάτης του Πυροβολικού από τις 4 Δεκεμβρίου του έτους 1829.

           [10]Επισκόπου Χριστουπόλεως Πέτρου, Η Αγία Βαρβάρα, Βίος- φρικτό Μαρτύριο, Παρακλητικός Κανών, Αθήνα 19974, 45.

          [11] Ελπ. Σαραντή- Σταμούλη, Προλήψεις και δεισιδαιμονίες της Θράκης, Λαογραφία 13 (1950), 106.

          [12] Αλέξ. Κ. Χατζηγάκη, Εκκλησίες Κρήτης- Παραδόσεις, Ρέθυμνο 1954, 29. Ιω. Δεττοράκι, Αναμνήσεις από το παλαιόν Ρέθυμνον, εφημ. Βήμα Ρεθύμνου, 29-9-1950.

              [13] Η χρονολογία αυτή φέρεται και σήμερα σε χάραγμα στην κύρια είσοδο το ναού.

          [14] Από τον επόμενο, κιόλας, χρόνο της αποπεράτωσης της εκκλησίας της αγίας Βαρβάρας (1889), που ολοκληρώθηκαν και οι αίθουσες που βρίσκονται στον περίβολό της- όπου στεγάζεται σήμερα η Δημόσια Βιβλιοθήκη- και δόθηκαν για την στέγαση του παρθεναγωγείου Ρεθύμνου.

         [15] Μάρκου Γιουμπάκη, Το χρονικό μιας εκκλησίας: Αγία Βαρβάρα η μεγαλόχαρη, Κρητική Επιθεώρηση, 7-1-1966.Για την αγία Βαρβάρα βλ. και στον Ι. Κ. Δεττοράκι, Αναμνήσεις από το παλαιόν Ρέθυμνον, ό.π. και Χαράλαμπο Καμηλάκη, Η αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα πολιούχος Ρεθύμνου, Ρέθυμνο 2004.

           [16] Την πληροφορία, κατά δήλωσή του, έχει πάρει και ο Μ. Παπαδάκης από τον Δήμαρχο Ρεθύμνου Τίτο Πετυχάκη.

         [17] Στον ίδιο φάκελο εντοπίσαμε και δεύτερο έγγραφο με παρόμοια διακοίνωση, αλλά και των Τεσσάρων Ναυάρχων αυτήν τη φορά (Ιταλίας, Μεγάλης Βρετανίας, Ρωσίας και Γαλλίας) και με ημερομηνία 9 (;) Σεπτεμβρίου 1898, που απευθύνεται προς όλους τους Κρήτες, αντί της προηγούμενης διακοίνωσης που, όπως είδαμε, απευθύνεται από τον Ρώσο Συνταγματάρχη του Ρεθύμνου προς μόνους τους Ρεθεμνιώτες.

           [18] Μιχ. Παπαδάκη, Η Αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, Η ελπίδα και προστασία του Ρεθύμνου, Κρητική Επιθεώρησις 4-12-1979.

          [19] Π. Πρεβελάκη, Το Χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα 1976, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 122-123. Βέβαια, εδώ, υπάρχει κα η αντίθετη άποψη, που προέρχεται από τον γιο του ζωγράφου Γ. Γαληνού, τον Νικόλαο Γαληνό, ο οποίος ισχυρίζεται ότι και τον Παντοκράτορα, στον τρούλο της Αγίας Βαρβάρας, τον έχει φτιάξει ο πατέρας του και όχι ο επίσκοπος Μπραουδάκης, όπως το επέβαλε ο Πρεβελάκης με το έργο του «Το χρονικό μιας Πολιτείας», «για να δώσει έμφαση στην παπαδοσύνη». Σημειώνει, μάλιστα, χαρακτηριστικά ότι ο Μπραουδάκης δεν ήξερε ούτε το πινέλο να πιάσει (Ο ζωγράφος Γεώργιος Γαληνός, Ρεθεμνιώτικα Νέα, 1- 10- 1991).

         [20] Α. Νενεδάκη, Ρέθεμνος τριάντα αιώνες πολιτεία, Αθήνα 1983, (στις φωτογραφίες, μετά τη σ. 96), όπου ο συγγραφέας παραθέτει και φωτογραφία του ζωγράφου Γαληνού, από την Πηγή Ρεθύμνου (1860-1934), ενώ δουλεύει τη συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Βαρβάρας, το έτος 1915.

              [21] Χαράλ. Κ. Καμηλάκη, Ο Μητροπολιτικός Ι. Ναός Τα Εισόδια της Θεοτόκου Ρεθύμνου και τα περί αυτόν κτίσματα και παρεκκλήσια, Ρέθυμνο 1999, 432.

              [22]   Θα ήταν γύρω στα 1960.

        [23] Π.Θ. Κουνιάκη, Η ζωή στο παλιό Ρέθυμνο (Υπομνηματισμός- Μεταγλώτισση: Γ.Π. Εκκεκάκης), εφημ. Κρητική Επιθεώρηση, φ. της 23-12- 1993

           [24] Αναφέρομαι στο σπίτι του παιδικού μου φίλου Χαρ. Ι. Τζαγκαράκη, απέναντι ακριβώς από την είσοδο του ι. ναού της Αγίας, όπου μόνιμα παίζαμε κάτω από τον τεράστιο τρόχαλο των ερειπίων της Γερμανοκατοχής.

          [25] Χαράλ. Κ. Καμηλάκη, ό.π., 428.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση