Σταύρος Καλλέργης: Ένας σπουδαίος άνθρωπος

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Σταύρος Καλλέργης: Σπουδαίος άνθρωπος, αγνός ιδεολόγος και ασυμβίβαστος αγωνιστής
Είναι πολλοί οι ιδεολόγοι και πρωτοπόροι κοινωνικών αγώνων, που κάποιοι στιγμή απογοητεύουν τους συνοδοιπόρους τους.
Δεν είναι τυχαία η απαξίωση της πολιτικής ζωής τα τελευταία χρόνια μετά από τα τόσα σκάνδαλα που έβαλαν και σε περιπέτειες τη χώρα μας.
Να φταίνε οι συγκυρίες; Ποιος ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι μεθά πολύ το κρασί της εξουσίας. Κι αλίμονο σε κείνους που δεν συνέρχονται ποτέ.
Ο Σταύρος Καλλέργης πέρασε στη ιστορία των κοινωνικών αγώνων με χρυσά γράμματα. Και δεν το οφείλει μόνο στην τεράστια προσφορά του στο συνδικαλισμό.
Έμεινε φωτεινό παράδειγμα γιατί γεννήθηκε και πέθανε ιδεολόγος. Αξίζει να γνωρίσουμε αυτές τις αδιόρατες πτυχές της προσωπικότητάς του που δίνουν υπόσταση στην έννοια της ανθρωπιάς. Γιατί όντως ο Σταύρος Καλλέργης εκτός από πρωτοπόρος σοσιαλιστής υπήρξε ένας ακέραιος άνθρωπος.
 
Μια εκρηκτική προσωπικότητα
Είναι χιλιοειπωμένα και απειρο-γραμμένα τα βιογραφικά του σημαντικού αυτού ανθρώπου που γεννήθηκε στο Χουμέρι το 1865.
Η εκρηκτική του φυσιογνωμία ξάφνιασε τους πάντες στα τέλη του 1800. Κάποιοι με ανησυχία, οι περισσότεροι με θαυμασμό αναφέρονταν στον τολμηρό φοιτητή του Πολυτεχνείου από παλατιανή οικογένεια που διακήρυττε με τόση παρρησία τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Ασφαλώς ο Σταύρος Καλλέργης και όταν οργάνωσε την Εργατική Πρωτομαγιά, κι όταν επίσης αναστάτωνε τη Βουλή βροντοφωνάζοντας σε ώρα συνεδρίασης από τα θεωρεία της, τα αιτήματα των εργατών δεν ξεχνούσε πως ήταν ο δευτερότοκος γιος του Γεωργίου Καλλέργη οπλαρχηγού -διοικητή της επαρχίας Μυλοποτάμου. Ο πατέρας του, από τους τσιφλικάδες της εποχής του, διοικούσε δική του στρατιωτική μονάδα, είχε πολεμήσει και για το Αρκάδι στην επανάσταση του 1866. Κι αυτή τη γενναιότητα που κληροδότησε στα παιδιά του, ξόδεψε αφειδώλευτα ο Σταύρος του σε κοινωνικούς αγώνες.
 
Μια πολυτάραχη νιότη
Ο Καλλέργης πέρασε την πρώτη του νιότη κάνοντας πολυτάραχη ζωή δοσμένος στην ιδεολογία του και συμπορευόμενος με κορυφές της διεθνούς διανόησης.
Κανένας από τους απλούς ανθρώπους που θα τον έκαναν αργότερα παρέα δεν θα μπορούσε να φανταστεί την ηφαιστειώδη πλευρά του πράου πλέον ανθρώπου που είχε απέναντί του. Ούτε για την πλούσια συνδικαλιστική του δράση ήξερε, ούτε για την εφημερίδα του, ούτε για τις τόσες περιπέτειες που είχε ζήσει ως τα τότε, νοιώθοντας πολλές φορές την ανάσα του θανάτου.
 
Μια όμορφη οικογένεια
Όταν ο Σταύρος Καλλέργης αποφάσισε να κάνει οικογένεια ήταν πια 43 χρόνων. Από τις παλιές του συνήθειες είχε κρατήσει μόνο το πάθος του για διάβασμα και ιδιαίτερα για τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.
Για σύζυγο του είχαν προξενέψει μια όμορφη και σεμνή κοπελιά, καλόκαρδη και προκομμένη, την Μαρία Γιακουμάκη. Κι εκείνος, μόλις την είδε είπε το «ναι».
Ποτέ δεν έμαθε ότι η Μαρία τον είχε προσέξει από πολύ καιρό πριν και τον έκλεινε τα βράδια στα όνειρά της.
Η ανέλπιστη τύχη της, την έκανε ακόμα πιο γλυκιά και χαριτωμένη. Η ευτυχία της χαμογελούσε διάπλατα. Από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής της ήταν το ταξίδι με τον αγαπημένο της στην Αθήνα, μόλις αρραβωνιάστηκαν, για να ενημερώσει ο Σταύρος τους δικούς του, να τους γνωρίσει και την μέλλουσα γυναίκα του.
Ο γάμος τους έγινε με όλα τα παραδοσιακά ήθη και έθιμα το 1908. Και το σπιτικό τους στέριωσε καλά με τον ερχομό των παιδιών που συμπλήρωναν την ευτυχία τους. Το πρώτο ποτήρι όμως ήταν πικρό. Η Ελευθερία τους, η πρώτη τους κόρη πέθανε γρήγορα. Ο ερχομός του Πλάτωνα το 1909 γλύκανε κάπως την πληγή.
Η κλασική παιδεία του Σταύρου τον ώθησε να δίνει στα παιδιά του ονόματα προσωπικοτήτων της αρχαίας Ελλάδας. Πλάτων, Σωκράτης, Αριστείδης, Δημοσθένης (Βασίλης) Λυκούργος, Αφροδίτη, αλλά και πανανθρώπινων αξιών όπως Ελευθερία και Ειρήνη.
Για την επιβίωση ο Σταύρος αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο. Στο ισόγειο του σπιτιού του στο Χουμέρι είχε ανοίξει ένα μεγάλο κατάστημα με ποικιλία εμπορευμάτων. Σύχναζε πολύς κόσμος σ’ αυτό. Ο Καλλέργης απασχολούσε και ιδιαίτερο προσωπικό για μεταφορές προϊόντων, επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε δυνατότητα ελλείψει οδοποιίας, και η διακίνηση γινόταν με παραγγελίες των μεγαλεμπόρων.
Η Μαρία εκτός από το σπίτι που έλαμπε από καθαριότητα είχε συνεχώς την ευθύνη ανατροφής μωρού. Ευτυχώς είχε τη δυνατότητα μιας βοηθού που συχνά την έβγαζε από δύσκολη θέση, κατευνάζοντας κυρίως τον Σωκράτη που η γέννηση του Λυκούργου του είχε στερήσει την αποκλειστική φροντίδα της μητέρας του. Και δεν της το συγχωρούσε. Οι σκανταλιές του ήταν μια διέξοδος για να διοχετεύσει το θυμό του και να διεκδικεί την προσοχή της.
Μια ακόμα δοκιμασία την περίμενε όταν γέννησε δίδυμα αγοράκια. Η αδυναμία του ενός έκανε επιτακτική την ανάγκη της βάπτισης που έπρεπε να επισπεύσουν όσο η κατάσταση του μωρού χειροτέρευε.
Ο Σταύρος με τη στοργή και την τρυφερότητά του της έδινε κουράγιο να ξεπερνά τις δυσκολίες και να ελπίζει. Μερικές φορές όμως το πείσμα του την ξεπερνούσε. Όπως στη περίπτωση που ήθελε να δώσει τα ονόματα στα δίδυμα κι όπως συνήθιζε είχε κάνει τις επιλογές του από την κλασική αρχαιότητα. Οι νονοί όμως ούτε που ήθελαν να ακούσουν. Τελικά μετά από πολλές εντάσεις συμβιβάστηκαν να ονομάσουν τα παιδιά Δημοσθένη-Βασίλη και Θουκιδίδη-Γιώργο. Ο Σταύρος Καλλέργης ήξερε να πείθει. Μετά τη βάπτιση όμως ο μικρός Θουκιδίδης-Γιώργος έφυγε για τη γειτονιά των αγγέλων. Ο πατέρας με την ίδια πάντα στωική διάθεση, εκτός από τη γυναίκα του, κατάφερε να συνεφέρει και τα μικρά τους, που είχαν πονέσει με το θάνατο του μωρού τους. Είχε έναν τρόπο να τους διδάσκει τα οφέλη μιας εμπειρίας ακόμα και της πιο οδυνηρής και πως θα μπορούσαν να την αξιοποιήσουν για την ψυχική τους ισορροπία. Γιατί, όπως τους έμαθε, η ζωή δεν είναι γεμάτη από ρόδα αλλά και αγκάθια. Οι δυσκολίες όμως μπορούν να μας κάνουν πιο δυνατούς. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να μεμψιμοιρούμε.
 
Ένας τρυφερός πατέρας
Στήριζε πάντα τη γυναίκα του και υπολόγιζε τη γνώμη της αδιαφορώντας για τα ήθη της εποχής. Στο μόνο που διαφωνούσε ήταν η παιδαγωγική της μέθοδος. Εκείνη σαν παραδοσιακή Κρητικιά μάνα έδινε και καμιά ξυλιά στον άτακτο βλαστό της. Ο Σταύρος θύμωνε τότε κι άρχιζε το κήρυγμα «Η βία γεννά βία» της έλεγε. «Το ξύλο δεν διορθώνει τους ανθρώπους. Αντίθετα τους κάνει εκδικητικούς. Γι’ αυτό ο άνθρωπος έμαθε να μιλά. Με τη διδαχή μεγαλώνουν τα παιδιά κι όχι με το ξύλο…».
 
Μια ανθούσα επιχείρηση
Το μεγάλο κατάστημα έφερνε πάντα πολύ κόσμο στο σπίτι. Και τα μεγαλύτερα παιδιά έζησαν ενδιαφέρουσες μέρες ακούγοντας από τους περαστικούς τόσο όμορφες ιστορίες και μαθαίνοντας τον κόσμο μέσα από αυτές.
Καλά περνούσαν μέχρι που ο Σταύρος αποφάσισε να επεκτείνει την επιχείρηση στο Πέραμα, που είχε γίνει ένα σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Στεναχωρήθηκαν τα μεγαλύτερα παιδιά. Ο πατέρας όμως είχε αποφασίσει. Στην νευραλγική κωμόπολη σύντομα προσαρμόστηκαν. Απέκτησαν και καινούργιους φίλους. Ήταν καλά.
Ο Σταύρος Καλλέργης πήγαινε περίφημα στο Πέραμα. Το πελατολόγιό του μεγάλωνε μέχρι που οι χωροφύλακες αντιλήφθηκαν εορτασμούς μετά τα γεγονότα στη Ρωσία.
Η γνωστή σοσιαλιστική ταυτότητα του Σταύρου στάθηκε αφορμή να κινηθεί η άρχουσα τάξη εναντίον του. Αρκετοί πελάτες του αναγκάστηκαν επιδεικτικά να ματαιώνουν παραγγελίες.
Ο Καλλέργης όμως ήταν «ψημένος» στην αντιμετώπιση αυτή. Συνέχιζε με την ίδια φιλοσοφία το έργο του.
Η χαρά του ήταν να έχει ακροατήριο στο μαγαζί του για να ξεκινά τη διαφώτιση.
Αν και σοσιαλιστής ήταν ωστόσο «αναγκαίο κακό» για τους κρατούντες. Εκείνη την τριετία 1916-1918 κόσμος πήγαινε κι ερχόταν στο Πέραμα. Ήταν κυρίως στρατιώτες και ξένοι. Ο μόνος που ήξερε και ξένες γλώσσες ήταν ο Σταύρος Καλλέργης. Κι έλυνε σε όλους με προθυμία το πρόβλημα της επικοινωνίας, μεταφράζοντας.
 
Επιστροφή στο χωριό
Όταν άρχισε να ενισχύεται η δύναμη της Χωροφυλακής στο σταθμό του Περάματος και η προσπάθεια των «εθνικοφρόνων» να εμποδίσουν την πρόοδό του έγινε πιο έντονη ο Σταύρος αποφάσισε να περιοριστεί στο Χουμέρι. Πούλησε την επιχείρηση στο Πέραμα και επέστρεψε στο παλιό μαγαζί στο χωριό, αποφασίζοντας πλέον να ασχοληθεί και με την πατρική περιουσία. Μια ενασχόληση που έκανε με ευχαρίστηση γιατί αγαπούσε κάθε εργασία που είχε σχέση με τη γη.
Το διώροφο σπίτι με το μεγάλο κήπο γέμισε ξανά με τις χαρούμενες παιδικές φωνές. Στο ισόγειο μπήκε και πάλι η επιγραφή «Ισότης-Αδελφότης-Κοινοκτημοσύνη» Σταύρος Καλλέργης.
Η ζωή ξαναβρήκε τους παλιούς ρυθμούς για την οικογένεια Καλλέργη.
Όταν οι αγροτικές δουλειές υποχρέωναν σε πρόσθετη απασχόληση ερχόταν ο παππούς Γεώργιος Καλλέργης να καθίσει μαζί τους και να τους προσέχει μέχρι να γυρίσουν οι γονείς από τα χωράφια.
Ο γέρο πολέμαρχος διατηρούσε την λεβεντιά του αν και με τα χρόνια είχε παχύνει υπερβολικά. Αξιοσημείωτο ότι μέχρι τα 102 του χρόνια, που πέθανε, διατηρούσε ακόμα τα δόντια του.
Ο Σταύρος του είχε πάρει μια φαρδιά πολυθρόνα με άνετα μπράτσα. Καθόταν εκεί αναπαυτικά, και καμάρωνε τα εγγόνια του που περίμεναν ανυπόμονα τις ιστορίες που τους έλεγε για πολέμους και παλιές δόξες της φυλής.
Η χαρά των παιδιών όμως ήταν να τους αφιερώσει τον καθιερωμένο του χρόνο κι ο πατέρας. Είχε καταφέρει, παρά το φόρτο του να διαθέτει ώρες και για τα παιδιά του.
Συνήθιζε να παίρνει στην εξοχή και κάποιο από τα μεγαλύτερα παιδιά, κυρίως το Σωκράτη. Μιλούσε μαζί τους και προσπαθούσε να τους αναπτύξει την κριτική σκέψη. Να ξεκαθαρίζουν μόνα τους την έννοια του καλού από το κακό.
Επειδή εκείνους τους καιρούς μεσουρανούσε η δεισιδαιμονία προσπαθούσε να απομακρύνει τα παιδιά του και από τις προκαταλήψεις.
Κι ήταν τα μόνα ίσως που είχαν πάψει να φοβούνται νεράιδες, φαντάσματα και ξωτικά που στοίχειωναν την παιδική φαντασία τόσων άλλων μικρών και μεγάλων.
Μπορούσε να τα καταλαβαίνει και να συγχωρεί ακόμα και τις πιο σοβαρές αταξίες.
Μου έλεγε ο αξέχαστος Λυκούργος Καλλέργης πως μια φορά αποφάσισε με τον μικρότερο αδελφό του να φύγουν από το σπίτι. Κάτι είχε συμβεί και είχαν θυμώσει.
Όταν όμως βράδιασε και βρέθηκαν μονάχοι στην εξοχή πήραν τα μπρος πίσω γιατί και κρύωναν και πεινούσαν. Μπήκαν στις μύτες των ποδιών τους και χώθηκαν κάτω από τα σκεπάσματα. Κι εκεί που είχαν αρχίσει να αγχώνονται στη σκέψη πως θα δικαιολογούσαν την επομένη την απόδρασή τους αυτή, αισθάνθηκαν τον πατέρα τους να πλησιάζει, να τους διορθώνει τις κουβέρτες και να φεύγει αθόρυβα όπως είχε έρθει.
«Αυτός ήταν ο πατέρας μου» είπε στο τέλος ο μεγάλος καλλιτέχνης και το βλέμμα του είχε νοτίσει.
Ο σεβασμός του δεν περιοριζόταν μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα ζώα. Πολλοί έχουν να πουν πως ποτέ δεν υποχρέωσε το ζώο του να προχωρήσει αν εύρισκε στο δρόμο χορτάρι και στεκόταν για να το απολαύσει. Περίμενε κι ο Σταύρος υπομονετικό το ζώο να τελειώσει το φαγητό του και συνέχιζε.
Ο Καλλέργης δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ούτε και σαν εργοδότης. Σεβόταν τους εργάτες του, τους άφηνε στο φιλότιμό τους, ποτέ δεν τους αδίκησε. Κι εκείνοι του το ανταπέδιδαν με εξαιρετική απόδοση χωρίς αυτός να τους καταπιέζει.
Σαν σοσιαλιστής όμως εφάρμοσε και μια άλλη τακτική που σήμανε γι’ αυτόν την αρχή του τέλους.
Ευαισθητοποιημένος στα προβλήματα των φτωχών συγχωριανών του καθιέρωσε το τεμπεσίρι. Πλήρωνε ο καθένας όπως μπορούσε, μερικές φορές και καθόλου.
Έτσι σύντομα το τεφτέρι ξεχείλισε κι ο Καλλέργης με το πρόσχημα ότι χρειάζεται ρευστό για τον εμπλουτισμό του μαγαζιού άρχισε να πουλάει περιουσία για να τα βγάλει πέρα.
Είχε αρχίσει όμως ο κατήφορος. Η φτώχεια κτυπούσε πια και τη δική του πόρτα. Η στενοχώρια του και η έγνοια για την οικογένειά του τον έριξε στο κρεβάτι.
Μάταια ο αδελφός του τον παρότρυνε να καλέσουν γιατρό και θα πλήρωνε αυτός τα έξοδα.
– Άσε Βασίλη του έλεγε. Φύλαξε αυτά τα λεφτά για τα παιδιά μου.
Στις 6 του Γενάρη 1926 έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Πέθανε χωρίς να προδώσει τα ιδανικά του. Κι έτσι περνά στο χορεία των μεγάλων ιδεολόγων που με τη ζωή και το έργο τους έδιναν περιεχόμενο στις μεγάλες αξίες που διακήρυτταν.
ΠΗΓΗ: Σωκράτη Καλλέργη: «Αναμνήσεις για το Σταύρο Καλλέργη και την οικογένειά του»

Αφήστε μια απάντηση