Το ιδιόγραφο ημερολόγιο του Αριστείδη Παναγιωτάκη διοικητή του 44ου Σ.Π.

 

 

ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ

Το ιδιόγραφο ημερολόγιο του Αριστείδη Παναγιωτάκη διοικητή του 44ου Σ.Π.
• Η πρώτη παρουσίαση αύριο στο Πειραματικό Λύκειο στο πλαίσιο της σχολικής γιορτής
25/10/2017 της Εύας Λαδιά  της Εύας Λαδιά
Είναι παρήγορο να διαπιστώνουμε ότι οι σύγχρονοι εκπαιδευτικοί έχουν τον τρόπο τους να καλύπτουν κενά της πολιτείας και στη διδακτέα ύλη. Το κάνουν μάλιστα σε βάρος του ελεύθερου χρόνου τους.
Για παράδειγμα ο καθηγητής Φυσικής του Πειραματικού Λυκείου κ. Χαράλαμπος Κασσωτάκης. Έχοντας το προνόμιο να φθάσει στα χέρια του λόγω συγγενείας το ιδιόγραφο ημερολόγιο του Αριστείδη Παναγιωτάκη, ανέλαβε την πρωτοβουλία να το προσαρμόσει στη δημοτική για να είναι πιο προσιτό στο μαθητή και με την παρουσίαση αυτού του ημερολογίου το Πειραματικό Λύκειο θα τιμήσει την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940. Το χειρόγραφο που είναι στην καθαρεύουσα δεν έχει χάσει σε ποιότητα έκφρασης καθώς το επιμελήθηκε από φιλολογικής πλευράς ο καθηγητής επίσης του Πειραματικού Λυκείου Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστος Σουρουλής.
Αυτή η πρωτοβουλία δικαιώνει τη φήμη του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Κρήτης που ανταποκρίνεται απόλυτα στην υψηλή του αποστολή με την στήριξη πάντα σε κάθε καινοτόμο δράση του διευθυντή του κ. Γιώργου Φωτεινάκη και του υποδιευθυντή κ. Ηλία Λουλούδη.
Για όσους δεν μπορούν να αξιολογήσουν το γεγονός θα πρέπει να τονίσουμε ότι το ημερολόγιο αυτό είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, καθώς συντάκτης του είναι ο ηρωικός διοικητής του 44ου Σ.Π. Αριστείδης Παναγιωτάκης που με τόσο θαυμασμό αναφέρει στο δικό του ημερολόγιο ο Κώστας Αντωνάκης.
Και δεν έχει άδικο. Ήταν εκείνος που ενέπνεε τους στρατιώτες του.
Γεννήθηκε στα Ρούστικα το 1893 από αρχοντική γενιά. Η ορφάνια από πατέρα αμαύρωσε τα παιδικά του χρόνια, αλλά του πρόσθεσε αγάπη για τον συνάνθρωπο που έχανε το στήριγμά του.
Τα πρώτα του γράμματα διδάχτηκε στο χωριό του και το Ελληνικό σχολείο το τέλειωσε στο Ζουρίδι.
Ήθελε να προχωρήσει στα γράμματα. Ήρθε στο Ρέθυμνο για τις σπουδές στο Γυμνάσιο και παράλληλα εργαζόταν στην «Κρητική Επιθεώρηση» σαν γραφέας στην αρχή κι ύστερα σαν τυπογράφος. Ήταν το 1911. Η κούραση δεν τον πτοούσε και έδειχνε να απολαμβάνει το προνόμιο να κατακτά το μέλλον με τις δικές του δυνάμεις.
Ένας πραγματικός αγωνιστής της ζωής. Η προθυμία του ήταν ονομαστή και παρά το νεαρό της ηλικίας του, όλοι που τον γνώριζαν, έδειχναν σεβασμό και εκτίμηση στο πρόσωπό του.
Εθελοντής στον στρατό
Μετά το Γυμνάσιο κατατάχτηκε στον στρατό το 1913. Συνέπεσε η θητεία του με τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας.
Τον Απρίλιο του 1913, κατατάχτηκε στο 22 Σύνταγμα της V Μεραρχίας στο Κιλκίς κι έλαβε μέρος στις μάχες Κιλκίς, Λαχανά, Μπέλλες, Στρώμνιτσα, Πατρίτσι, Στενά Κρέσνας, Τσουμαγιά, όπου διακρίθηκε για τη γενναιότητά του.
Στις 17 Ιουλίου 1913, τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι, αλλά χωρίς να δεχθεί περιποίηση στο νοσοκομείο, προχώρησε μέχρι τη Δράμα και εντάχθηκε στο 14ο Σύνταγμα Κρητών. Από τα πιο ευγενικά συναισθήματα του Παναγιωτάκη ήταν ο αγνός πατριωτισμός και το αίσθημα της φιλίας.
Σημαντική η δράση του και στη Μικρά Ασία όπου και τραυματίστηκε στο κεφάλι. Ήταν στη μάχη στο Γεντίζ.
Στις 18 Αυγούστου 1922, έγινε υπολοχαγός. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής λιμένος Πειραιώς. Το 1924 έγινε λοχαγός. Το 1926 μπήκε στη σχολή τυπογραφίας και επί τέσσερα χρόνια υπηρέτησε τη γεωγραφική υπηρεσία για εργασίες πεδίου από τις Σέρρες μέχρι το Καρπενήσι. Γύρισε συνοριακούς τομείς και οχυρώματα ώσπου το 1940 έγινε διοικητής του 44ου Σ.Π.
Στην πρώτη γραμμή
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε τη διοίκηση του Ι τάγματος και οδηγήθηκε στον κεντρικό τομέα του Αλβανικού Μετώπου. Στις επιχειρήσεις της Τρεμπεσίνας αρνήθηκε να δεχθεί την επίθεση από το ύψωμα 1923 ως ακατάλληλο και μπροστά στις προτροπές του συνταγματάρχη Κραουνάκη έσχισε τα γαλόνια του. Τέλος επικράτησε η γνώμη του, καταλήφθηκε ο αυχένας και συνελήφθησαν 225 αιχμάλωτοι Ιταλοί με τον μονόχειρα διοικητή τους!
Αμέτρητες ήταν οι ηθικές του ανταμοιβές και μόνο για τα ανδραγαθήματά του είχε λάβει 113 παράσημα και μετάλλια.
Μια ατρόμητη φωνή
Ο μεγάλος ιστορικός Πιέρ Μίλλ της Γαλλίας λέει επιγραμματικά ότι «δεν υπάρχει λαός στην Ευρώπη να αγαπά όσον ο Κρητικός την οσμή της πυρίτιδος και τον κρότον των πυροβόλων όπλων». Και αυτό αποδείχτηκε σε όλες τις μάχες με τους ισχυρότερους αντιπάλους.
Τα δεινά συνεχίστηκαν με την κατάρρευση του μετώπου, καθώς οι άνδρες είχαν αποκλειστεί στο λεκανοπέδιο. Τι να πρωτοσκεφτούν; Την Κρήτη που ήταν ανοχύρωτη; Τις οικογένειες που τους περίμεναν; Τις πληγές; Την πείνα; Τα αντίποινα στα οποία προχωρούσαν ήδη οι Γερμανοί κατακτητές;
Τον Απρίλη του 1941 βρισκόταν ο Παναγιωτάκης, σε καταυλισμό με τους στρατιώτες του στη Μονή Βελλά. Εκεί τους κοινοποιήθηκε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και οι στρατιώτες φοβούμενοι την αιχμαλωσία συγκεντρώθηκαν να φύγουν. Τους πρόλαβε 500 μέτρα έξω από τον καταυλισμό. Ανέβηκε σ’ ένα βράχο και τους φώναξε:
 «Αυτή τη σημαία του Συντάγματος που μας παρέδωσαν οι νέες της Ρεθύμνης με την εντολή να τη διαφυλάξετε, πού την αφήνετε;».
Κράτησε τη σημαία σαν φυλακτό
Και μόνο στο άκουσμα της λέξης ΣΗΜΑΙΑ όλοι γύρισαν πίσω σιωπηλοί. Από τη Μονή Βελλά έφθασαν στα Γιάννενα αλλά κάποια στιγμή ο Παναγιωτάκης αντιλαμβάνεται Γερμανούς να ποδοπατούν σημαία άλλου συντάγματος. Αμέσως τρέχει και βγάζει τη σημαία από το κοντό και διατάζει δύο στρατιώτες να την κρύψουν στα θυλάκια τους. Ό,τι είχε συνεννοηθεί μαζί τους έγινε με απόλυτη συνέπεια. Φθάνοντας στο Ναύπλιο την παρέλαβε και την φύλαγε ως κόρην οφθαλμού μέχρι το τέλος πολέμου του. Στις 25 Μαρτίου 1945, την παρέδωσε στο Σύνταγμα στη διάρκεια επίσημης τελετής.
Κοντά στους άντρες του
Η μοίρα των Κρητών στρατιωτών ήταν τραγική, γιατί από το ζεστό κλίμα που είχαν συνηθίσει βρέθηκαν στα χιόνια που κυριολεκτικά τους αποδεκάτισαν στην πλειοψηφία τους από τα κρυοπαγήματα. Κι όμως πολέμησαν με τόση γενναιότητα.
Ενδεικτικό της ταλαιπωρίας τους είναι ότι από τους 2.000 μάχιμους στρατιώτες είχαν τεθεί εκτός μάχης τα ¾ των ανδρών του Συντάγματος.
Εκεί ο Παναγιωτάκης έδειξε τον απαράμιλλο ηρωισμό του. Πολλές φορές αδιαφορώντας για τις καιρικές συνθήκες, έσωζε τους άνδρες του χωρίς να υπολογίζει τη δική του ζωή. Ριχνόταν στη μάχη χωρίς να λογαριάζει τον κίνδυνο και παρέσυρε έτσι στη δόξα τους στρατιώτες του που έπαιρναν θάρρος από την τόλμη του ανωτέρου τους.
Γεμάτος ιστορία και θρύλο
Το 1948 αρρώστησε από τις κακουχίες των πολέμων και έλαβε ετήσια αναρρωτική άδεια. Στις 21 Φεβρουαρίου 1949 αποστρατεύθηκε ως συνταγματάρχης γεμάτος ιστορία και θρύλο. Έτσι αφού εκπλήρωσε στο έπακρο το χρέος προς την πατρίδα αποφάσισε να αφοσιωθεί στην οικογένειά του δίπλα στην αγαπημένη του Ειρήνη, που του συμπαραστάθηκε με τόση αφοσίωση όλα τα δύσκολα χρόνια, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί. Ατρόμητη κι εκείνη στις κακουχίες όπως κάθε αληθινή αγωνίστρια της ζωής.
Στο οικογενειακό περιβάλλον ο Παναγιωτάκης είχε την ευκαιρία να ξεκουραστεί και να ασχοληθεί με ιδιαίτερα πνευματικές αναζητήσεις συγγράφοντας.
Το βιβλίο του Ρούστικα (1972) διακρίνεται για την πληρότητά του. Η ακρίβεια των στοιχείων που παραθέτει αναγνωρίζονται από τις πλέον έγκριτες πηγές.
Διαβάζουμε στο site της Ιεράς Μητρόπολης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου αναφορικά με τη μονή Ρουστίκων:
«Σύμφωνα με τον Αριστείδη Ε. Παναγιωτάκη, η Ιερά Μονή, ετροφοδότησε τις εκάστοτε επαναστάσεις με άνδρες και πολεμοφόδια και τρόφιμα. Εδώ εφούντωσε η φλόγα της ελευθερίας απ’ εδώ ξεκινούσαν με καινούργιο μένος οι οπλαρχηγοί, καλόγηροι και μη για την απόκτησή της. Το 1828 ο Καπετάν Συμεών μοναχός. Το 1889 ο καπετάν Μανασσής μοναχός. Το 1912 ο Ιερόθεος Πετράκις, Ιεροδιάκονος, οι Ιωακείμ Δουλγεράκις και Ιωαννίκιος Γρυντάκις, μοναχοί (σ.σ Μακεδονομάχοι)».
 Ο κ. Χαράλαμπος Κασσωτάκης θα πρέπει να είναι υπερήφανος για την πρωτοβουλία του αυτή. Και μας θυμίζει την περίπτωση ενός άλλου φωτισμένου εκπαιδευτικού του Κώστα Ξεξάκη που αν και θετικός επιστήμονας διέπρεπε σε φιλολογικές ενασχολήσεις.
ΠΗΓΕΣ: Νεκρολογία Αγάπης Λεωνιδάκη Βαρούχα.
Εύας Λαδιά: «Αριστείδης Παναγιωτάκης: Που αφήνετε τη σημαία μας;…» ( εφ.Ρ.Ν 16-5-2015).
 TΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ

Δράσης του 44ου Συντάγματος κατά τον Ελληνοïταλικό πόλεμο 1940-1

ΕΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδος. Είχαμε προετοιμασθεί διότι εις τας 15 Αυγούστου τορπιλίστηκε εις το λιμάνι της Τήνου το καταδρομικό Έλλη, και την ίδια μέρα, βομβαρδίστηκε επιβατηγό πλοίο μεταξύ Ρεθύμνης και Ηρακλείου από αεροπλάνου αγνώστου εθνικότητας. Αυτά τα δύο επεισόδια ήταν προμηνύματα πολέμου. Έδρα του συντάγματος ήταν το Ρέθυμνο.
Μετά την κήρυξη του πολέμου η επιστράτευση του Συν/τος , σύμφωνα με το σχέδιο επιστρατεύσης, έγινε με ταχύτατο ρυθμό, των Ι και ΙΙ ταγμάτων στην περιοχή Αρμένων Ρεθύμνης, του δε ΙΙΙ τάγματος στην περιοχή Αποδούλου Αμαρίου.
Κατά τις πρώτες μέρες της Επιστρατεύσης Διοικητής του Συντάγματος ήταν ο ταγματάρχης Παναγιωτάκης Αρ. Την 4η ημέρα τον διαδέχθηκε ο Αντ/ρχης Σέρβος Ι. και την 10η ημέρα ο Αντ/ρχης Θειακός Ξεν. Και ως υποδιοικητής του ο Αντ/ρχης Κραουνάκης Σταμ.
Διοικητής του Ι τάγματος ο ταγ/ρχης Παναγιωτάκης Αρ.
Διοικητής του ΙΙ τάγματος ο ταγ/ρχης Ινιωτάκης Γεωρ.
Διοικητής του ΙΙΙ τάγματος ο ταγ/ρχης Ρολόγης Δημ.

Νοεμβρίου 16 Αναχώρηση του Συν/τος για τη Σούδα. Κατάλυσε στην περιοχή Νεροκούρου Χανίων.

Νοεμβρίου 22 1940. Αναχώρηση του Συν/τος για Πειραιά. Νηοπομπή 15 πλοίων συνοδευόμενη από 6 αντιτορπιλλικά και δύο αεροπλάνα, έφτασε στον Πειραιά. Κανένα επεισόδιο κατά τον πλουν. Από τον Πειραιά το Σύνταγμα κινήθηκε οδικώς προς την περιοχή Προφ. Ηλία – Δαφνί- Δρομολόγιο : Πειραιεύς – Παλ. Κοκκινιά – Ιερά οδός – Χαϊδάρι.

Νοεμβρίου 25 Αναχώριση Σιδ/κώς από το  Σιδ. Σταθμό Ρουφ για Αμύνταιο, μέσω Σιδ. Στ. Πλατύ Θες/κης όπου επιβιβάστηκε οδικώς στη Βασιλειάδα, όπου διανυκτέρευσε. Εκεί οδικώς και σταθμεύοντας σε διαφόρους περιοχές – Ολυμπιάδα- Βλαχοκερασιά – Άργος Ορεστικό- Ιεροπηγή, μπήκε στην Αλβανία την 1η Δεκεμβρίου.
Αι κινήσεις του Συν/τος γίνονταν πάντοτε νύκτα, εν μέσω χιονοθυελλών, βροχών και χιονιών, υπό δραματικές συνθήκες λόγω των παγετώνων και του λασπώδους του εδάφους, εμποδίων που επιδρούσαν στην κίνηση των κτηνών και εν πολλοίς την φθορά των υλικών. Στην περιοχή Λουμπόνιο εξαιτίας των χιονοπτώσεων διακόπηκε  η συγκοινωνία και παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων και δη ψωμιού.

1941 – Ιανουαρίου 1η

Το Σύνταγμα διατάχθηκε να κινηθεί οδικώς προς περιοχή Μαλίκι τιθέμενο στην διάθεση του Βορείου Συγκροτήματος. Πορείες δραματικές και κοπιώδεις. Πάντοτε νύκτα υπό δριμύτατο ψύχος και χιονιού.
Μετά την παραμονή μας δέκα ημερών περίπου, διατάχθηκε να επανέλθη  στην Μεραρχία του με το ίδιο δραματικό δρομόλγιο. Μετά από πορεία 10 ημερών, έφθασε εις Ερσέκαν την 23 Ιανουαρίου. Την 26η ιδίου εις Λεσκοβίκη και την 30η ιδίου εις Κλεισούρα υψωμάτων, διότι υπήρχαν πληροφορίες, ότι τμήματα Ιταλικού Στρατού, συνοδευόμενα με άρματα, θα επιχειρούσαν έξοδο από τα στενά για κατάληψη των προ αυτών υψωμάτων και αποκοπή των συγκοινωνιών προς τα μαχόμενα Τμήματα. Περίπου ώρα 10ην της επομένης φάνηκαν κινούμενα ολοταχώς με δαιμονιώδη θόρυβο, άρματα, συνοδευόμενα από αυτοκίνητα πλήρη οπλιτών και επιχείρησαν έξοδο από τα στενά.

Αλλά το προ των Στενών Έδαφος και η γέφυρα του προ των στενών ποταμού Ντενίτσα είχαν υπονομευθεί με νάρκες και τα πρώτα τμήματα και άρματα ανατινάχτηκαν  στον αέρα και τα λοιπά άρματα και τμήματα οπισθοχώρησαν, τραπέντα σε φυγή πίσω από τα στενά. Τα παρατεταγμένα σε θέση μάχης τμήματα πριν από τα στενά δεν πρόλαβαν να ανοίξουν πυρ, γιατί τα Ιταλικά τμήματα υποχώρησαν μέσα στα στενά. Τη 12ην Φεβρουαρίου 1941, το Σύνταγμα βρισκόμενο στη θέση Ψάρι, διατάχθηκε υπό της Μεραρχίας να κινηθεί προς ύψωμα 1308 (Τρεπεσίνας) και να λάβει μέρος στην υπό της 1ης Μεραρχίας ενεργούμενη επίθεση την 13η του ίδιου, για την κατάληψη της κορυφογραμμής Άρτζα-ντι Σομπρα και συνεχεία την κορυφογραμμή Πούντα –Νορτ, και έτσι να ολοκληρωθεί η κατάληψη του Σιντέλι. Η επίθεση θα ενεργούνταν σε δύο χρόνους:
Α φάση: η κατάληψη της Άρτζα- ντί –μέτζο-Άρτζα-ντι-Σόπρα (υψ710)
Β φάση: Η κατάληψη και ισχυρά κατοχή της κορυφογραμμής Πούντα –Νορτ(1178) και Σιντέλι(1812).

Κατόπιν τούτου, διατάχθηκε το Ι/44 τάγμα να κινηθεί προς κορυφή Τρεπεσίνας (1926) και εκείθεν εξορμώντας να καταλάβει τον αυχένα Μετζκοράνης και εκείθεν να εφαρμόσει για την κατάληψη του Σιντέλι, το χωριό Κασίστι και νοτιότερα από αυτό.

Στην διάθεση του Διοικητού του Ι τάγματος τέθηκε και το ΙΙ τάγμα, υπό τον λοχαγό Δανδουλάκην-(απόσπασμα Παναγιωτάκη). Ο Διοικητής του αποσπάσματος, διαμαρτυρήθηκε γιατί του ανατέθηκε εντολή επιθέσης, χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση – προπαρασκευή(έγινε στα άλλα δύο Συν/τα επί πενθήμερο)- αφ’ ενός και αφ’ ετέρου, όπως διαπιστώθηκε από τη μελέτη του χάρτη της περιοχής, η τοποθεσία εξορμήσεως για τον προς αντικειμενικό σκοπό (αυχένας Μετζκοράνης), το έδαφος ήταν τελείως αδιάβατο(γκρεμός) – (κανονισμός τοπογραφίας – όταν έχουμε υψομετρική διαφορά 1000μ. και οριζόντια απόσταση 400μ είναι λίαν απότομο το έδαφος – γκρεμός) και το τάγμα βρισκόταν στην περιοχή Ψάρι.

Ο διοικητής του αποσπάσματος υπέδειξε στο χάρτη ότι η προσφορότερη κίνηση για την κατάληψη του αυχένα Μετζκοράνης ήταν η επίθεση από τις ανατολικές κλιτύες της χαράδρας (Μετζκοράνης)- κατά σύμπτωση και περίπου την 20ην ώρα, αφίχθηκε εις την Σ.Δ. της Μεραρχίας, ο Δ/της του Β! Σ. Στρατού Παπαδόπουλος Δ. μαζί με τους επιτελείς του παρευρίσκονταν και οι επιτελείς της μεραρχίας μαζί με το μέραρχο και όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί των  Συν/των. Ο Διοικητής του 44 Συν/τος Αντ/ρχης Θειακός Ξ. και ο Δ/της του Ι τάγματος Παναγιωτάκης παρουσιάστηκαν στον Στρατηγό Διοικητή του Σ. Σ. και έθεσαν υπόψη του την προαναφερθείσα κατάσταση. Ο Στρατηγός παραδέχθηκε τις αντιρρήσεις των παραπάνω. Αλλά, εφ’ όσον τα άλλα τμήματα της μεραρχίας ήταν έτοιμα για εξόρμηση, έπρεπε να εκτελεστεί η Διαταγή και διατάχθηκε η επίθεση.

Μετά την παραπάνω διαταγή τα τάγματα κινήθηκαν κάτω από ισχυρά χιονοθύελλα περίπου στις 19 ώρα και την 5.30 ήταν στη γραμμή εξόρμησης. Αλλά από το χωριό Μπάλι όπου βρισκόταν στο 1308 διάνυσαν την απόσταση σε επτά ώρες σχεδόν εξαντλημένα. Εν τούτοις, παρά την καταπόνηση τους, διατάχτηκαν στη συνέχεια να μεταβούν στην κορυφή της Τρεπεσίνας (1816) και κάτω από δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες (χιονοθύελλα), για να επιτεθούν στις 5.30 το πρωί για την κατάληψη του αυχένα και στη συνέχεια να μεταβούν προς Συντέλι. Αλλά για να φτάσουν στη βάση εξόρμησης απαιτούνταν 6 περίπου ώρες κάτω από δυσχερείς συνθήκες, με άγνωστο δρομολόγιο και με το χιόνι να περνά το ένα μέτρο. Αλλά όπως είχε προβλεφθεί, από τη μελέτη του χάρτη, ήταν αδύνατη η επίθεση από το σημείο που είχε διαταχθεί γιατί ήταν γκρεμός. Το απόσπασμα έφτασε γύρω στις 9 μέχρι το ύψωμα 1916. Το αδύνατο της επίθεσης, αναφέρθηκε στη διοίκηση και στάλθηκε ο Υπ/της του συντάγματος να συντονίσει την ενέργεια. Αλλά και αυτός διαπίστωσε το αδύνατο της  επίθεσης ανάφερε και διατάχθηκε η επάνοδος των τμημάτων στην έδρα του συντάγματος  (1308). Πολλοί από τους άνδρες έπαθαν παγοπληξία και ο Υποδ/της μεταφέρθηκε παγόπληκτος.

Επίθεση του Συντάγματος: Την 14-2-41 το Σύνταγμα εξέδωσε διαταγή επιχειρήσεως με την οποία διατασσόταν:
το ΙΙΙ τάγμα και ένας λόχος του 1ου τάγματος να επιτεθεί και να καταλάβει το Πούντα Νορτ και το νότιο του αυχένα. Το Ι τάγμα να επιτεθεί από την ανατολική κλιτύ της χαράδρας Μετζκοράνης και να καταλάβει τον ομώνυμο Αυχένα. Το ΙΙ τάγμα σε εφεδρεία. Το ΙΙΙ τάγμα κινούμενο προς τις κλιτύες του Πούντα Νορτ βρέθηκε ενώπιον ισχυρών αντιστάσεων. Μετά από σκληρό αγώνα απωθεί τον εχθρό και συλλαμβάνει 250 αιχμαλώτους. Οι διοικητές των λόχων Σκουλάς Ηλ. 9ου , Κοκκινάκης Κ 10ου, Λιόδης 11 και Δροσίτης Στ. έδειξαν εξαιρετική ανδρεία.  Αλλά και ο ηρωισμός των οπλιτών ήταν άφθαστος. Π.χ. Ο στρατιώτης της ΙΙΙ πολυβολαρχίας Λιονής Γεωρ. , αφού έμεινε μόνος με το πολυβόλο του στη θέση βολής, κατόρθωσε, με εξαιρετική τόλμη να παραμείνει στη θέση του και να συλλάβει 30 αιχμαλώτους Ιταλούς- το σεμνό αυτό παλληκάρι καμιά αμοιβή (προαγωγή) έτυχε παρ’ όλο που υποβλήθηκε σχετική πρόταση.

Τη 15η Φεβρουαρίου το Ι τάγμα επιτέθηκε και μετά από σφοδρή μάχη κατέλαβε τον Αυχένα γύρω στο μεσημέρι συλλαμβάνοντας γύρω στους 70 αιχμαλώτους. Εκεί εγκαταστάθηκε αμυντικά, για να εξασφαλίσει το αριστερό μέρος της παράταξης του συντάγματος.

Ταυτόχρονα το ΙΙΙ τάγμα, εξακολουθώντας της επίθεση του, καταλαμβάνει το 1647 μετά από σκληρή μάχη. Αυτό το ύψωμα, μετά από σφοδρή αντεπίθεση, καταλήφθηκε από τον εχθρό. Διεξήχθησαν σκληρές μάχες σώμα με σώμα, εν τέλει το ύψωμα ανακαταλήφθηκε οριστικά από τους λόχους 9ο και 10ο. Το τάγμα αυτό, λόγω των απωλειών του σε νεκρούς και τραυματίες, αντικαταστάθηκε από το ΙΙ τάγμα, για να συνεχιστεί η επιθετική του προσπάθεια. Το τάγμα αυτό με τους λόχους τον 6ο Νικολακάκη και τον 7ο Βαλιράκη, επιτίθεται και καταλαμβάνει, μετά από σκληρό αγώνα, το ύψωμα 1647. Οι Ιταλοί έκαναν πολλές αντεπιθέσεις για την ανακατάληψη του, αλλά όλες αποκρούστηκαν. Λόγω των μεγάλων απωλειών του παραπάνω λόχου, διατάχθηκε ο 5ος Λόχος Λοχαγού Κεντριστάκη να τους ενισχύσει. Επίσης η ομάδα διοικήσεως του Συντάγματος στάλθηκε για να τους ενισχύσει, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει, γιατί αποδεκατίστηκε από το πυροβολικό του εχθρού κατά την άνοδο της.
Τη 16η του ίδιου μήνα, διατάσσεται το σύνταγμα να διατηρήσει ισχυρά τις κατεχόμενες θέσεις Πούντα- Νορτ- Μετζκοράνη, από τις οποίες να ενεργήσει όταν διαταχθεί επίθεση για την κατάληψη του υψώματος 1812 και στη συνέχεια του χωριού Κασίστι και ακόμη νοτιότερα. Η διαταγή δεν εκτελέστηκε λόγω της πυκνότητας του χιονιού, του δύσβατου του εδάφους, του υπερβολικού ψύχους και προπάντων της έντονης δράσης της εχθρικής αεροπορίας και των καταιγιστικών πυρών του πυροβολικού σε όλη την τοποθεσία που βαλλόταν κατά τα ¾ περιμετρικά και των τμημάτων να έχουν υποστεί σοβαρές απώλειες.

Ο εχθρός έκανε επανειλημμένες αντεπιθέσεις χωρίς αποτέλεσμα. Αποκρούονταν με τη λόγχη. Αν και η εχθρική αεροπορία και το πυροβολικό έδειχναν μεγάλη δραστηριότητα, που επέφερε πολλές απώλειες κρατούσε σθεναρά τις καταληφθείσες θέσεις παρ’ όλο που παλεύει κατά των καιρικών αντιξοοτήτων, χιονοθύελλας, παγοπληξιών έχοντας άριστο ηθικό.

Η ορμή των στρατιωτών μας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να προκαλέσει τον φόβο και τον τρόμο των Ιταλών. Από την κορυφή του Ανατ. Σιντέλι με μεγάφωνα καλούσε τους Κρητικούς στρατιώτες να αυτομολήσουν με την υπόσχεση αποστολή με άνετη και ζεστή παραμονή στη Ρώμη και, επίσης, δώρο 500 δρχ.

Ρίχθηκε δε η παρακάτω προκήρυξη από αεροπλάνο:
« Στρατιώτες της Κρήτης. Η Αγγλία σάς έσπρωξε σε αυτά τα άγρια Αρβανίτικα βουνά. Στην Κρήτη σας απολαμβάνουν δεσποτικά οι Άγγλοι στρατιώτες. Στα σπίτια σας κάθονται. Οι γυναίκες σας ενοχλούνται. Γιατί πολεμάτε; Ο συμπολίτης σας Βενιζέλος ζήτησε τη φιλία της Ιταλίας. Ρίξτε τα όπλα σας και ελάτε. Θα λάβετε και 500 δρχ. ο κάθε ένας».

Κατά τις επιχειρήσεις που έγιναν το Σύνταγμα εκτός των αιχμαλώτων (περίπου 300) κυρίευσε σημαντικό πολεμικό υλικό, τουφέκια, πολυβόλα, οπλοπολυβόλα, όλμους ατομικούς και άφθονα πυρομαχικά. Τα περισσότερα των δικών μας πολυβόλα και υποπολυβόλα (του 1915) αντικαταστάθηκαν με Ιταλικά. Και σε κάποιους λόχους διατέθηκαν ατομικοί όλμοι δεδομένου ότι είχαμε πολλά πυρομαχικά, όλμους και αυτόματα όπλα.

Αλλά η δύναμη του Συντάγματος ελαττώθηκε αισθητά, λόγω των απωλειών, προ παντός από τους βομβαρδισμούς του πυροβολικού και της Αεροπορίας αλλά και τα κρυοπαγήματα.

Η διαταγή της κατάληψης των υπόλοιπων αντικειμενικών σκοπών υπήρχε, δηλ. ολοκλήρωση της κατάληψης του υψώματος Σιντέλι – Κασίστι και το Τεπελένι. Αλλά λόγω της κατάστασης των τμημάτων, της μείωσης της δύναμης από τις παγοπληξίες, προπαντός την δυσχέρεια του ανεφοδιασμού λόγω του δύσβατου του εδάφους και καλυμμένου από μεγάλο στρώμα χιόνι. Λόγω και του ανύπαρκτου οδικού δικτύου δεν ήταν δυνατόν η εκτέλεση της παραπάνω επιχείρησης. Η δύναμη του Συντάγματος μειώθηκε σε 600 άνδρες.
Απώλειες στα υψώματα είχε:
Νεκροί            αξ/κοί   3   οπλίτες 55
Τραυματίες     αξ/κοί 48   οπλίτες 397
παγόπληκτοι  αξ/κοί   5    οπλίτες 345

Οι άνδρες παρουσίαζαν εικόνα ανθρώπου απογοητευμένου. Ο ανεφοδιασμός γινόταν νύκτα από τους άνδρες ημιονηγούς και ήταν διαθέσιμα μόνο ψωμί, κονσέρβα και κάποτε τυρί.  Ούτε τσάι ούτε μαγειρεμένο συσσίτιο χορηγούνταν. Τα μαγειρεία , τα μεταγωγικά , οι αποθήκες των λόχων είχαν εγκαταλειφθεί στη θέση Ψάρι (5-6 ώρες μέχρι το Σιτέλι). Οι μεταφορές γίνονταν νύχτα στους ώμους, λόγω του δύσβατου και ολισθηρού, λόγω των χιονιών, εδάφους. Έπρεπε οι άνδρες να επανέλθουν στη βάση τους πριν ξημερώσει για τον φόβο του πυροβολικού και της αεροπορίας. Κατά δε την επιστροφή έπρεπε να παραλάβουν τους τυχόν τραυματίες ή παγόπληκτους και αυτούς στον ώμο τους ή τους έθεταν πάνω σε κλινοσκεπάσματα, έδεναν τα 4 άκρα τους σαν χοντρό δέμα και τους έσερναν πάνω στο χιόνι.

Επειδή δε η χορηγούμενη συντηρημένη τροφή δεν είχε τις απαιτούμενες θερμίδες, χορηγούσαν 12 ½ δράμια νωπού βούτυρου ένα λεμόνι και ένα πορτοκάλι σε κάθε ένα ημερησίως. Τα τελευταία έπρεπε να τα θέσουν στο θυλάκιο της περισκελίδας τους για να ξεπαγώσουν, αλλιώς δεν τρωγόταν. Λόγω της κακής δίαιτας, ξηροφαγίας και του ακάθαρτου νερού, το οποίο προμηθεύονταν από το λιώσιμο του χιονιού, πλείστοι Αξιωματικοί και οπλίτες προσβλήθηκαν από κοιλιακές ασθένειες και διακομίστηκαν σε Νοσοκομείο.

Αντίσκηνα, κατάκλιση, ύπνος ήταν άγνωστα καθ’ όλο το διάστημα των δύο μηνών κατά το οποίον παρέμεινε το Σύνταγμα σε Πουντα-Νορτ-Σιντέλι. Το Σύνταγμα, παρ’ όλες αυτές τις παραπάνω δυσμενείς συνθήκες, κατείχε σθεναρά τις θέσεις του, έχοντας ανεπτυγμένες τις δυνάμεις του: δύο τάγματα πάνω στην κορυφογραμμή, χωρίς βάθος, και το άλλο εφεδρεία, βαλλόμενο εντατικά νυχθημερόν, πλευρικά και σχεδόν στα νώτα από πυροβολικό, όλμους, αεροπορία από τις κατευθύνσεις Βεράτι-Τεπελένι- Τρία Αυγά.

Την 22 Φεβρουαρίου, παρά το κρίσιμο της κατάστασης του Συντάγματος, διατάσσεται να επιτεθεί και να καταλάβει την περιοχή Κασίστι-Νοτίως Πούντα Νορτ. Αλλά κατόπιν αναγνώρισης επιτελικού αξιωματικού του Τ. Σ. Ηπείρου και διαπίστωσης του κρίσιμου της κατάστασης, εξέδωσε Διαταγή αναστολής της επιχείρησης.

Ο Δ/τής του Συν/τος διαμαρτυρήθηκε για την αδράνεια και εξαιτίας αυτής της αιμορραγίας, υπέβαλε πρόταση, την οποία υιοθέτησε και η Μεραρχία, ή την προώθηση της διάταξης μαζί με τις γειτονικές μονάδες ή την σύμπτυξη στην Τρεπεσίνα. Κατ’ αρχάς υιοθετήθηκε από το Σ. Στρατού η σύμπτυξη. Αλλά κατόπιν ανεστάλη η Διαταγή, με το αιτιολογικό ότι θα την εκμεταλλευόταν ο εχθρός. Και έτσι το Σύνταγμα παρέμεινε, αν και βαλλόμενο από παντού, στην προχωρημένη θέση Πούντα Νορτ Σιντέλι κατεχόμενη από Βορά προς Νότο, πλην της κορυφής 1800, η οποία δεσπόζει της Ανατολικής εξόδου του στενού Κλεισούρας και Τεπελενιού.

Για αυτή την επιχείρηση στάλθηκε ο Αρχηγός της Μεραρχίας Συνταγματάρχης Παπαδόγκωνας για να ενεργήσει επίθεση με το 14 Σύνταγμα πεζικού , το Ι/44 τάγμα και 5 μοίρες ορειβατικού πυροβολικού. Το Ι/44 τάγμα θα επιτιθόταν Νότια του Αυχένα Μετζκοράνης και το 14ο Σύνταγμα θα ενεργούσε επίθεση κατά μέτωπο προς κατάληψη του υψώματος 1800. Επιχείρημα πολύ δύσκολο γιατί θα έπρεπε να ανεβεί τις ανατολικές κλιτύες του ορεινού όγκου Σιντέλλι που ήταν δύσβατες, χιονοσκεπείς και οχυρωμένες. Το Ι/44 τάγμα είχε ήδη αρχίσει την επίθεση σε βάθος 500 μ περίπου από τον Αυχένα. Ο αρχηγός Πεζ. κατόπιν επιτόπιας αναγνώρισης έκρινε παρακινδυνευμένη την επιχείρηση προς Σιντέλι (1800) και διέταξε να μην επιτεθεί. Και το Ι/44 τάγμα να μείνει στις θέσεις που κατέχει και, μόλις πέσει το σκοτάδι, να επανέλθει στη βάση εξόρμησης του. Το 14 τάγμα και Ι μοίρα πυροβολικού να παραμείνουν στις θέσεις τους. Το Ι/44 συντάγμα πήγε την επομένη στο Σιντέλι και συνδέθηκε με το ΙΙΙ/44 τάγμα αντικαθιστώντας το ΙΙ τάγμα. Το Σύνταγμα σταθεροποίησε τη θέση του στην παραπάνω γραμμή με αμυντική διάταξη. Με την προοπτική δε μακράς παραμονής του στην τοποθεσία και για την αντιμετώπιση εχθρικής επίθεσης, άρχισε να οχυρώνει την τοποθεσία, με ελαφρά ορύγματα.
 

ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ 9-3-1941

Την 6η περίπου πρωινή ώρα την 9/3/41, άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός πυροβολικού και όλμων απ’ όλα τα σημεία του μετώπου. Οι καπνοί των εκρήξεων κάλυπταν τα πάντα. Το έδαφος σείονταν. Επί τρεις συνεχόμενες ώρες βομβαρδιζόταν η παράταξη του συντάγματος. Η επίθεση των Ιταλών άρχισε την 8η ώρα σε όλο το μέτωπο. 21 Ιταλικές μεραρχίες ενεργούσαν την επίθεση. Όλες οι επιθέσεις αποκρούστηκαν. Είχαμε όμως πολλές απώλειες και σε αξιωματικούς. 12 Αξιωματικοί εκτός μάχης, εκ των οποίων τρεις διοικητές λόχων, και 237 οπλίτες. Ένας Ιταλικός λόχος επιτέθηκε και κατέλαβε τον μεταξύ των δύο παρατάξεων πάνω στην κορυφογραμμή Σιντέλι αυχένα. Ο λοχίας Μπαγουράκης ειδοποίησε το Διοικητή του Ι τάγματος, ότι καταλήφθηκε ο αυχένας και ότι κινδυνεύει η κατεχόμενη από τους δικούς μας γραμμή και να στείλει ενίσχυση. Το εκεί φυλάκιο υπό τον ήρωα εφ. Ανθυπολοχαγό Βασιλονικολιδάκη αντιστέκονταν. Ο Διοικητής του τάγματος μη έχοντας εφεδρική δύναμη να στείλει, αφού αιτήθηκε ενίσχυση διλοχίας του εφεδρικού ΙΙ τάγματος, παραλαμβάνοντας τους τραυματιοφορείς και τους διαθέσιμους άνδρες του επιτελείου του, έσπευσε προς το αμυνόμενο τμήμα. Εν τω μεταξύ κατέφθασε και ο 6ος λόχος υπό τον γενναίο έφεδρο ανθυπολοχαγό Δουλγεράκη Ιωάννη  και με κοινή προσπάθεια κατορθώθηκε η απόκρουση του εχθρού, ο φόνος του Ιταλού διοικητού του λόχου υπολοχαγού Φακίστα, στον οποίο τα έγγραφα που βρέθηκαν, σημειώσεις και χάρτες ήταν μέγιστης σημασίας. Από το ημερολόγιο του φαινόταν ότι ήταν σημαίνον στέλεχος του φασιστικού κόμματος, με δράση, καθοδηγητής σχολής αξιωματικών, εκδότης φασιστικών περιοδικών κ.λ.π. προ έξι ημερών είχε αναχωρήσει από τη Ρώμη, όπως έγραφε στο ημερολόγιο του. Τόσο δε σημαντικό στέλεχος του κόμματος ήταν, ώστε όταν τον Ιούνιο του 1941, συνελήφθησαν στο Ναύπλιο οι Κρητικοί αξιωματικοί από τους Ιταλούς, ρώτησαν ποιος αξιωματικός ήταν στην κορυφή του Σιντέλι κατά τη μάχη της 9ης Μαρτίου και αν θυμάται το μέρος που φονεύθηκε και τάφηκε ο Ιταλός υπολοχαγός. Παρουσιάστηκε ο υπολοχαγός Φουσκάκης Ιωάννης, ο οποίος και στάλθηκε με συνοδεία στο Τεπελένι και από κει στο Σιντέλι να υποδείξει τον τάφο του.

Ο 6ος λόχος κατά την άνοδο του, σε ενίσχυση του μαχόμενου φυλακίου, ενεπλάκη με τμήμα Ιταλών, το ανέτρεψε, συλλαμβάνοντας 40 αιχμαλώτους, 4 ολμίσκους και πολλά πυρομαχικά.

Κατά τις μετέπειτα ημέρες ο εχθρός έκανε και άλλες επιθέσεις, αλλά όλες αποκρούστηκαν. Από 9 έως 14 Μαρτίου ρίχτηκαν από τους Ιταλούς 100.000 βλήματα περισσότερα από το Βερντέν. Καθ’ όλο το διάστημα και μέχρι τη σύμπτυξη , ασχολούμαστε με τη βελτίωση των αμυντικών μας θέσεων και εν αναμονή της εξόρμησης μας, για να τελειώσει η τρομακτική αιμορραγία μας των δύο μηνών. Οι Ιταλοί ενεργούσαν μικροεπιθέσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Διαταγή Σύμπτυξης

 

Την 13 Απριλίου και περίπου ώρα 11. Στάλθηκε στο τάγμα επείγουσα απόρρητη διαταγή, με την οποία διατασσόταν να συμπτυχθούν, άμα πέσει το σκοτάδι, χωρίς θόρυβο, με απόλυτη συνοχή και πειθαρχία. Με αυτήν διατασσόταν: Να γίνει κατάλληλη θεωρία στους οπλίτες ότι θα αντικατασταθεί ολόκληρη η μεραρχία με άλλη και θα παραμείνει σε εφεδρεία. Να διαψευστεί με κάθε τρόπο αν πληροφορήθηκαν την κάθοδο των Γερμανών στα Βαλκάνια. Να διατηρηθεί η φυσιογνωμία του Μετώπου με τμήματα από κάθε λόχο α’ κλιμακίου. Να εφοδιαστούν οι άνδρες με όσα φυσίγγια μπορούν περισσότερα. Για τη Διαταγή να λάβουν γνώση μόνο οι Διοικητές των λόχων.

Στα τμήματα οπισθοφυλακής να δοθούν συγκεκριμένες διαταγές ως και την ώρα σύμπτυξης τους. Η διαταγή εκτελέστηκε πλήρως. Μόλις έπεσε το σκοτάδι, άρχισε η σύμπτυξη, με αφάνταστη τάξη και πειθαρχία χωρίς ο εχθρός να αντιληφθεί τις κινήσεις μας μέχρι το μεσημέρι της επόμενης, οπότε τα τμήματα του συντάγματος ,μέσα στη νύχτα, είχαν διαβεί την κορυφή της Τρεπεσίνας νοτίως του 1308 και το πρωί της 14ης Απριλίου βρισκόταν στην περιοχή Ψάρι-Ποτκοράνι, αλλά άυπνα και ταλαιπωρημένα από την ολονύκτια πορεία, από δύσβατο και χιονοσκεπές δρομολόγιο, μοναδικό από Σιντέλι- Τρεπεσίνα.

Επειδή κάποιοι οπλίτες του 14ου Συντάγματος που βρισκόταν στην Τρεπεσίνα και στους οποίους έγινε η σχετική θεωρία ότι παραμένουν εκεί για να καλύψουν την σύμπτυξη των άλλων τμημάτων της Μεραρχίας, μέχρις ότου να συμπτυχθεί και το Σύνταγμα τους, προσκολλήθηκαν στα διερχόμενα όπισθεν των τμήματα των 43 και 44 Συνταγμάτων. Παρ’ όλο που ήταν ελάχιστοι, οι καλοθελητές για να δυσφημίσουν την μεραρχία Κρήτης, διέδωσαν ότι διαλύθηκε.

Γι’ αυτό γύρω στο μεσημέρι της 14/4/41 κλήθηκε ο Διοικητής του Ι τάγματος Παναγιωτάκης Αριστείδης στον Σ. Δ. της Μεραρχίας και διατάχτηκε από το Διοικητή της, να παραλάβει ένα Αξιωματικό και κάποιους οπλίτες του Τάγματος και με αυτοκίνητο να κινηθεί προς τη γέφυρα Πετράκι και να περισυλλέξει τους τυχόν φυγάδες της Μεραρχίας. Διαπίστωσαν όμως ότι οι φυγάδες της V μεραρχίας ήταν ελάχιστοι (περισυλλέγηκαν γύρω στους 100). Οι περισσότεροι ήταν της 17ης Μεραρχίας του 9ου Συντάγματος και άλλων Μονάδων. Αναφέρθηκε αμέσως τηλεφωνικώς στον επιτελάρχη του Β.Σ.Σ. Συνταγματάρχη Τσακαλώτο και παρακαλούσε να αποσταλεί επιτελικός αξιωματικός να διαπιστώσει το ποσοστό των φυγάδων των διαφόρων μονάδων. Στάλθηκε ο λοχίας Ψαρουδάκης Α., ο οποίος αφού διαπίστωσε το αληθές της αναφοράς του ταγματάρχη, ανέφερε σχετικά στον επιτελάρχη του Σώματος. Την ερχόμενη νύχτα, περνώντας η Μεραρχία, ακολούθησε το απόσπασμα στο Σύνταγμα του.
Το Σύνταγμα εξακολούθησε την πορεία του συντεταγμένο με τάξη και συνοχή, παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς από την Ιταλική αεροπορία που ενισχύθηκε και από τη Γερμανική. Την 17η Απριλίου έφτασε και κατέλυσε σε δασώδη περιοχή της Μονής Βελλά. Εκεί κοινοποιήθηκε η Διαταγή του Σ. Στρατού με την οποία γνωστοποιούνταν η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς.

Ο Διοικητής της Μεραρχίας Παπαδόγκωνας Δ.(τη 16η Απριλίου αντικατέστησε τον Στρατηγό Παπαστεργίου) επισκεπτόμενος γύρω στα μεσάνυχτα της 20ης Απριλίου (Πάσχα) και σε συγκέντρωση των αξιωματικών, κοινοποίησε τη διαταγή της συνθηκολόγησης με την οποία ο γενναίος Γερμανικός Στρατός χαιρετά τον γενναίο Ελληνικό Στρατό και ότι δεν θα μας μεταχειρίζεται ως αιχμαλώτους του. Επί πλέον μεταξύ εμάς και των Ιταλών θα παρεμβαλλόταν λόχος Γερμανών προς αποφυγή τριβών μεταξύ των Ιταλών και εμάς. Αλλά ουδέποτε τήρησε την υπόσχεση του. Οι στρατιώτες του Συντάγματος πληροφορήθηκαν αυτά που είχαν ειπωθεί από το Μέραρχο, άρχισαν να συζητούν και φοβούμενοι αιχμαλωσία και αποστολή στη Γερμανία, αποφάσισαν να φύγουν. Οι εξαίρετοι Αξιωματικοί Τσιριμονάκης Εμμ. και Μαμαλάκης Χρ. πληροφορήθηκαν τις προθέσεις των στρατιωτών, ειδοποίησαν τον Διοικητή Συνταγματάρχη Γούλα και τον υποδιοικητή Ταγματάρχη Παναγιωτάκη για τις προθέσεις των στρατιωτών. Ο Ταγματάρχης, με εντολή του Συνταγματάρχη, μαζί με τους παραπάνω αξιωματικούς, έσπευσαν και τους πρόλαβαν συγκεντρωμένους μακριά από τον καταυλισμό τους. Ο ταγματάρχης στον οποίον οι Στρατιώτες είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και σεβασμό, στον άκουσμα της φωνής του σώπασαν όλοι. Τους συγκράτησε δε με τα εξής λόγια: «Που σκέπτεσθε να πάτε; Πέστε μου και θα έρθω και εγώ μαζί σας, αφού μαζί ξεκινήσαμε από την Κρήτη, μαζί πολεμήσαμε, μαζί δεινοπαθήσαμε, γι’ αυτό δεν πρέπει να χωρίσομε. Είναι επικίνδυνο γιατί μας έχουν περικυκλώσει Γερμανοί και Ιταλοί. Μεμονωμένοι θα χαθούμε. Όταν όμως είμαστε όλοι μαζί, θα μας προστατεύσει ο θεός. Και το σπουδαιότερο- προσέξτε το αυτό: έχομε μαζί μας και τη Σημαία του Συντάγματος την οποία μας παρέδωσαν οι νέες της Ρεθύμνης, με την εντολή να τη διαφυλάξομε μέχρι θανάτου». Στο άκουσμα της λέξεως Σημαία και με τις παραινέσεις του ταγματάρχη τους, όλοι σιωπηλοί επανήλθαν στον καταυλισμό τους.

Από τη μονή Βελλά, το Σύνταγμα πάντοτε συντεταγμένο, κινήθηκε, διαμέσου της από την Μεραρχία οριζόμενο δρομολόγιο, προς τη Ζίχνη και από και προς την περιοχή Χάνι Εμιν Αγά, όπου διέταξε η Μεραρχία να συγκεντρωθούν τα Συντάγματα της.

Βρισκόμενη στη διακλάδωση στο δρόμο που πάει στην Ηγουμενίτσα, ήρθε διαταγή να επισπευσθεί η διέλευση των τμημάτων πάνω σε αυτό το δρόμο μέχρι την 13η ώρα, γιατί τα Ιταλικά τμήματα κινούμενα από Βορρά, τα τυχόν τμήματα τα οποία θα βρεθούν βόρεια της οδού, θα θεωρηθούν αιχμάλωτα (παρά τις επαγγελίες των Γερμανών).

Το σύνταγμα κατά την είσοδο του στην πεδιάδα νοτίως Ιωαννίνων, ο προπορευόμενος Διοικητής του Ι τάγματος Παναγιωτάκης Α, παρατήρησε ότι, μηχανοκίνητη δύναμη Γερμανών, σταμάτησε φάλαγγα Ελληνικού συντάγματος και Αξιωματικός Γερμανός, άρπαξε τη σημαία του, έσπασε τον κοντό της, ξέσχισε τη σημαία και την έριξε χάμω. Πάραυτα έσπευσε στη φάλαγγα του συντάγματος, βρήκε τον σημαιοφόρο, αφαίρεσε τη σημαία από τον κοντό της και την παρέδωσε στον ίδιο να τη φυλάξει στη σιτιοδόχο του και τα παράσημα της, σε οπλίτη που βρήκε, να τα φυλάξει στα θυλάκια του. Η σημαία και τα παράσημα παραλήφθηκαν στο Ναύπλιο από τον ίδιο τον Ταγματάρχη, ο οποίος τα διαφύλαξε σε όλο το διάστημα της κατοχής και το 1945 παρέδωσε τη σημαία στο Ρέθυμνο σε επίσημη τελετή και με Στρατιωτικές τιμές.

Το σύνταγμα συνεχίζοντας την πορεία του έφτασε στην περιοχή Εμίν – Αγά, όπου και στο χωριό Μούλες παρέδωσε τον οπλισμό του στον Πρόεδρο της κοινότητας. Συνεχίζοντας την πορεία του μέσω Φιλιππιάδας έφτασε σε περιοχή Δυτικά της Άρτας και έφτασε δίπλα στον αμαξωτό δρόμο Πρέβεζας Ιωαννίνων. Εκεί, επειδή κάποιος οπλίτης έπληξε με μαχαίρι συνάδελφο του για άγνωστους λόγους, ο Διοικητής της Μεραρχίας Συνταγματάρχης Παπαδόγκωνας, συγκέντρωσε τους ανώτερους αξιωματικούς και τους είπε: « Εγώ δεν έχω συνηθίσει να διοικώ ληστοφυγόδικους και θα πάω στο Γερμανικό Στρατηγείο (απείχε γύρω στα 4 χιλ.) να ζητήσω ένα λόχο Γερμανών να σας διοικήσει». Ο συνταγματάρχης Γούλας και άλλοι αξιωματικοί Κρητικοί και μη, διαμαρτυρήθηκαν, για το φοβερό και αχαρακτήριστο χαρακτηρισμό, λέγοντας ότι όλα τα συντάγματα διαλύθηκαν και όλοι οι στρατιώτες είναι ήδη στις εστίες τους και οι Κρητικοί πειθαρχώντας στους ανωτέρους τους, ακολουθούν τα συντάγματα τους, στα οποία προστέθηκαν και άλλοι Κρητικοί από άλλες μονάδες, συνταυτίζοντας την τύχη τους με τους συμπατριώτες τους.

Και παρ’ όλα αυτά εκτέλεσε την απειλή του. Πήγε στο Γερμανικό Στρατηγείο, αλλά αντί να φέρει λόχο, επέστρεψε ο ίδιος πεζός, διότι Γερμανός Αξιωματικός, κατάσχεσε το αυτοκίνητο του ξυλοκοπώντας και τον οδηγό του.
Στις 2 Μαΐου το Σύνταγμα τέθηκε σε πορεία προς Άρτα, Κομπότι-Αμφιλοχία-Αγρίνιο και την 10η του ίδιου μήνα έφτασε στη Ναύπακτο. Η μέχρι Ναυπάκτου πορεία ήταν δυσχερέστατη, λόγω της κίνησης Γερμανικών φαλαγγών.

Στη Ναύπακτο το Σύνταγμα παρέμεινε για τρεις μέρες, έως ότου κανονίσει με τις λιμενικές αρχές, τα της διακίνησης των οπλιτών με βενζινόπλοια, σε Ψαθόπυργο Πελοποννήσου. Εκεί παρέμεινε επί πενθήμερο, έως ότου διατεθούν Σιδηροδρομικοί Συρμοί προς φόρτωση προς μεταφορά ανδρών, κτηνών, υλικών του Συντάγματος, στο Ναύπλιο όπου είχε οριστεί η έδρα του.

Βρισκόμενοι στη Ναύπακτο οι κάτοικοι μάς υπέδειξαν αποθήκες του Στρατού μας, τις οποίες είχαν καταλάβει οι Γερμανοί οι οποίοι φεύγοντας εσπευσμένα, δεν παρέλαβαν τα υλικά που ήταν μέσα σε αυτές. Τα τρόφιμα (διπυρίτης, ζάχαρη κ.λ.π.)  φορτώθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Ναύπλιο, όπου έφτασε στις 17 Μαΐου 1941. Εδώ πρέπει να επαινεθεί η δραστηριότητα του Αξιωματικού Εφοδιασμού του Συντάγματος Ανθυπολοχαγού Τσιριμονάκη Εμμ. , ο οποίος σε μια νύχτα κατόρθωσε να φορτώσει τα τρόφιμα στα καΐκια, να τα μεταφέρει στον Ψαθόπυργο και εν συνεχεία να τα φορτώσει σε Σιδηρόδρομο. Παραδόξως οι Ιταλοί όχι μόνο δεν κατάσχεσαν τα μεταφερθέντα τρόφιμα, όπως έπραξαν για όλα τα υπόλοιπα υλικά, αλλά μας παραχώρησαν και αποθήκη για την αποθήκευση τους.

Από τις Κατοχικές Αρχές Ναυπλίου διατάχτηκε όλοι, Αξιωματικοί και οπλίτες, να φορέσουν πολιτικά ενδύματα. Αν δυσκολεύονται να τα προμηθευτούν να βάψουν τις στρατιωτικές στοές τους. Επακολούθησε διαταγή του υπουρ. Εθνικής Άμυνας: να πουληθούν τα κτήνη υπέρ του Τ. Στρατού – Να απολυθούν οι οπλίτες και σε συνεννόηση με τη Νομαρχία να σταλούν στις αγροτικές περιοχές, για να εργαστούν για τη συντήρηση τους. Το μέτρο αυτό επιβλήθηκε από τους Γερμανούς για να μη μεταβούν στην Κρήτη. Τέλη Μαΐου ελάχιστοι οπλίτες, ως επί το πλείστον τραυματίες, παρέμειναν στο Ναύπλιο και οι αξιωματικοί του συντάγματος. Κατά τον Ιούλιο η Ιταλική διοίκηση Ναυπλίου διέταξε ότι όλοι οι Κρητικοί αξιωματικοί να παρουσιαστούν στο στρατηγό διοικητή ο οποίος θα τους μιλούσε. Τόπος συγκεντρώσεως ορίστηκε το κεντρικό σχολείο. Αλλά μετά τη συγκέντρωση τους, υπό την απειλή πολυβόλων τοποθετημένων στα παράθυρα του σχολείου, συνελήφθησαν όλοι και – μόνο οι κρητικοί- επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητα και οδηγήθηκαν στις φυλακές. Μετά από δεκαπενθήμερο αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά με την εντολή, εντός 24 ωρών να εγκαταλείψουν το Ναύπλιο, τιθέμενοι στη διάθεση του υπουρ. Εθνικής Άμυνας. Αξίζει να αναφερθεί η φιλόξενη στάση των Ναυπλιωτών και ιδιαίτερα των γυναικών, οι οποίες με κάθε τρόπο και καθημερινά, προμήθευαν συσσίτιο-ψωμί-τσιγάρα-φρούτα στους φυλακισμένους Κρητικούς Αξιωματικούς

Ο Συντάξας

Αρισ. Παναγιωτάκης

Συν/ρχης ε.α.

Πηγή: Αρχείο Χαράλαμπου Κασωτάκη, Φυσικού, καθηγητή Πειραματικού Λυκείου Πανεπιστημίου Κρήτης που έκανε και την προσαρμογή στη δημοτική από την καθαρεύουσα που ήταν το πρωτότυπο.
Συντακτική επιμέλεια: Σουρουλής Χρήστος, Φιλόλογος, Καθηγητής Πειραματικού Λυκείου Πανεπιστημίου Κρήτης

Αφήστε μια απάντηση