Στέργιου Μανουρά:To Άνω Μέρος

 

Η  παρακάτω μαρτυρία του εκλεκτού λόγιου Στέργιου Μανουρά, έγινε για τις ανάγκες της ταινίας της Εύας Λαδιά :» Ελεγεία Ηρώων -Άνω Μέρος»

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Το Άνω Μέρος  Αμαρίου είναι ένα απο τα χωριά της Ρεθύμνης  στις πλαγιές του Κέντρους, του βουνού που οριοθετεί την επαρχία Αμαρίου με την επαρχία Αγίου Βασσιλίου. Είναι ένα μεγάλο χωριό, ένα κεφολοχώρι απο τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό παλαιότερα και πρόσφατα, όλης της επαρχίας Αμαρίου. Κοντά στο Ανω Μέρος βρίσκεται ένα μικρό χωριό, Χορδάκι, το οποίον είναι ανατολικότερα, και ένα άλλο μικρό χωριό, οι Δρυγιές, που βρίσκεται δυτικότερα. Αυτά τα τρία χωριά αποτελούσαν τα τελευταία χρόνια την Κοινότητα Άνω Μέρους.

Είχε πλυθισμό, τα τελευταία χρόνια, γύρω στο 1940 περίπου 572 κατοίκους το χωριό Άνω Μέρος, το χωριό Δρυγιές 93 και το χωριό Χορδάκι 79, σύμφωνα με την απογραφή του 1940. Το χωριό αναφέρεται σε έγγραφα της βενετοκρατίας απο το 16ο αιώνα, σε δυό – τρείς καταγραφές που έχω υπ’ όψη μού και εν συνεχεία, σε όλη τη μεταγενέστερη περίοδο κατα καιρούς. Ανήκε στους παλιούς δήμους, τους τρείς δήμους της επαρχίας Αμαρίου και ήταν κεντρικό χωριό, μεγάλο χωριό, ενός εκ των δήμων της τότε επαρχίας Αμαρίου. Τη σύγχρονη εποχή, ανήκει τώρα τελευταία στο δήμο Αμαρίου.

Οι κάτοικοι του έχουν μειωθεί, αλλά κατα καιρούς, όπως προανέφερα, είχε πάνω απο 500 κατοίκους και η κοινότητα πάνω απο 800. Σε όλες τις ιστορικές περιόδους είχε την παρουσία του σε όλες τις εισφορές των κατοίκων της επαρχίας, στους διάφορους αγώνες τους. Κατα προφορική παράδωση, στην επανάσταση του 1821, και ειδικότερα το 1822/23 είχε 17 τουφέκια, δηλαδή 17 ένοπλους οι οποίοι συνεισέφεραν τότε στις επιχειρήσεις που έγιναν κυρίως στη Μεσσαρά. Ακολούθησαν οι επαναστάσεις του 19ου αιώνα και έλαβε μέρος και στις υπόλοιπες, και κυρίως στην επανάσταση του 1866/69. Επίσης κι εις τις υπόλοιπες σύντομες επαναστάσεις ή απόπειρες επαναστάσεων ήταν παρόντες οι άγωνες κάτοικ ριό, όπως σε άλλα χωριά της επαρχίας Αμαρίου, οπως παραδείγματος χάριν, στο Γερακάρι, στο Μέρωνα, στο Βυζάρι ή στο Φουρφουρά, μεγάλα χωριά της επαρχίας κι αυτά. Τώρα, πώς συνδέομαι με την επαρχία Αμαρίου? Έχω δεσμούς αίματος. Η μητέρα του πατέρα μου ήταν απ’την επαρχία Αμαρίου και παντρεύτηκε Ανωγειανό. Ετσι υπήρχε μία ακίνητη περιουσία, όχι ευκαταφρόνητη για την εποχή πριν 100 -120 χρόνια, και ο παππούς μου ανέβαινε συχνά στο Άνω Μέρος για να επιστατήσει και να ενοικιάσει την περιουσία, κυρίως για την εσοδεία. Το 1940 γράφτηκα πρώτη φορά στο δημοτικό, στην πρώτη δημοτικού, στο Ρέθυμνο. Με την κύρηξη του πολέμου, επιστρατεύθηκαν και αναχώρησαν απο το Ρέθυμνο ο πατέρας μου και 2 αδέρφια, που είχαν επιστρατευθεί. Τότε αποφασίστηκε, οι γέροντες γονείς του και ο γυναικείος πληθυσμός της οικογενείας, να πάμε στο Άνω Μέρος. Παρόλο του οτι δέν είχαμε δικό μας σπίτι, φιλοξενηθήκαμε σε ένα απο τα σπίτια, απο το Νοέμβριο του 1940, σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Ενώ είχα αρχίσει σε δημοτικό σχολείο του Ρεθύμνου να παρακολουθώ τα μαθήματα της πρώτης τάξεως, υπολογίζω 25-30 μέρες μόνο, ακολούθησα τα μαθήματα απο τον κύριο Φουρφουλάκη και τη δασκάλα Κλεονίκη Μοσχοβίτου στο Άνω Μέρος. Παρακολούθησα τα μαθήματα  1ης, 2ας, 3ης και τη μισή 4η τάξη του δημοτικού. Το καλοκαίρι του 1944 ξαναβρέθηκα στο  Άνω Μέρος μαζί με όλη την υπόλοιπη οικογένεια, μεταξύ των οποίων και η γερόντισσα γιαγιά, ο αρχηγός τότε της οικογένειας, γιατί ο άντρας της είχε πεθάνει. Βρέθηκα επομένως, στις 22 Αυγούστου του 1944 στο  Άνω Μέρος. Στο  Άνω Μέρος δέν ερχόνταν Γερμανοί. Σπανίως ερχόνταν για να διευθετήσουν ορισμένα θέματα, μεμονομένες περίπολοι, ή άνδρες για να συγκεντρώσουν τους κατοίκους που έπρεπε να μεταβούν για ένα δεκαπενθήμερο ή ένα εικοσαήμερο στο Τυμπάκι, τότε που κατασκευαζόταν το μεγάλο αεροδρόμιο της Μεσσαράς. Τότε ερχόταν, και μάζευαν τους κατοίκους που έπρεπε να μεταβούν στο Τυμπάκι για ν’αναλάβουν εργασία. Μία ή δύο φορές είχαν γίνει κυκλώσεις για διάφορες έρευνες αλλα όλο τον υπόλοιπο καιρό δέν υπήρχε ενόχληση απο τους Γερμανούς και γι’αυτο μπορούσαν και κυκλοφορούσαν με πάρα πολύ μεγάλη άνεση φυγόδικοι απο τους Γερμανούς. Στην αρχή, αυτούς που είχαν διαφύγει απο την αιχμαλωσία, κυρίως Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί. Τους θυμάμαι απο μικρός που περνούσαν, ανα δεκαπενθήμερο ανα δεκαήμερο, απο το χωριό, και όλο το χωριό προσπαθούσε να τους προσφέρει ένα γεύμα άπο το υστέρημα τους. Σημειώνω οτι εκείνη την εποχή δέν είχαν επιστρέψει οι επιστρατευμένοι, οι επιστρατευμένοι οι οποίοι έλαβαν μέρος με το 44ο σύνταγμα Ρεθύμνης, στον Ελληνοιταλικό πόλεμο στην Αλβανία. Και γύρισαν πολύ αργά γιατί η 5η μεραρχία και το 44ο σύνταγμα Ρεθύμνης εκάλυψε την οπισθοχώρηση όλου του στρατεύματος απο την Αλβανία. Η παραμονή μου στο χωριό, ιδίως τα καλοκαίρια, ήταν ειδυλλιακή. Οι κάτοικοι ευχάριστοι, ήρεμοι, εργατικοί, αξιοπρεπείς. Θυμάμαι τα πανηγύρια της Καλόειδενας, της Κεράς, της εκκλησίας του χωριού, κι όλα αυτά τα χαρούμενα, γάμους και βαφτίσια, βεβαίως και τις κηδείες. Θυμάμαι κι έχω έντονες τις αναμνήσεις απο τα ευχάριστα εκείνα παιδικά, ευχάριστα για ‘μένα αλλα δυσάρεστα για όλο τον κόσμο, εκείνα τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής στην Κρήτη. Και ήρθε το καλοκαίρι του 1944, 22 Αυγούστου. Μιά μοωάδα Γερμανών, όπως πληροφορηθήκαμε περίπου 150, κύκλωσαν το χωριό στις 4:30 – 5:00 το πρωϊ περίπου, και οι κάτοικοι εγκλωβίστηκαν μέσα στα σπίτια τους, εκτός απο πολύ λίγους που πρόλαβαν, απο τα σπίτια τους που ήταν στις παρυφές του χωριού προς το Κέντρος ψηλά, να διαφύγουν και να γλιτώσουν τον εγκλωβισμό. Μόλις είχε χαράξει, είχε αρχίσει να φέγγει στο χωριό… πρίν ανατείλλει  ο ήλιος, οι Γερμανοί μπήκαν στα σπίτια και μας εκδίωξαν και μας είπαν να πάμε στο σχολειό. Στο σχολειό είχε δύο μεγάλες αίθουσες,  μία προς δυσμάς και μία προς ανατολάς, στο μέσον του κτηρίου την είσοδο κι ένα ευρύχωρο γραφείο το οποίο μπορούσε να είναι και κατάλυμα του ενώς ή και των δύο δασκάλων, εάν δέν υπήρχαν ντόπιοι απ’το χωριό δάσκαλοι. Στις αίθουσες αυτές του σχολείου, συγκεντρώθηκαν στη δυτική οι άγωνες πάνω απο 16 – 17 χρονών και στην ανατολική οι γυναίκες, νέες και οι γερόντισσες και τα παιδιά. Η παραμονή μας εκεί ήταν 2 – 3 ώρες. Στο διάστημα αυτό, οι Γερμανοί, όπως έμαθαμ’ εκ των υστέρων, έκαμαν διαλογή απο τους κατοίκους τους άγωνες 30 ονομάτων. Άλλους βρήκαν, άλλους δέ βρήκαν κατα την αναφώνηση των ονομάτων τους. Έτσι, στη θέση αυτών ξεχώρισαν αδέρφια ή άλλους. Τελικά, τους 30 αυτούς, νέους κυρίως, τους έβαλαν στο δωμάτιο του γραφείου και μπήκαν στις αίθουσες και είπαν οτι : “Πρέπει να φύγετε τώρα και να πάτε στα σπίτια σας να πάρετε ό,τι μπορείτε και μετά μία ώρα θα ερθετε εδω απ’εξω να συγκεντρωθείτε για να φύγετε απο το χωριό σας!” Πράγματι συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι μετά μία ώρα γιατί φοβήθηκαν ο,τι θα άρχιζαν να πυροβολούν όσους θ’ άβρισκαν μέσα στα σπίτια. Ήδη είχαν πυροβολήσει ένα – δυό κατοίκους που προσπάθησαν να φύγουν τις πρωινές ώρες, και είχαν εκφοβήσει τον κόσμο. Γύρω στις 11:30-12:00 ξεκίνησε η φάλαγγα απο το Άνω Μέρος. Πέρασε απο τις Δρυγιές. Στις Δρύγιες είχαν φύγει οι άνδρες διότι στην αρχή δέν είχε κυκλωθεί το χωριό. Μαζεψαν κι απο ‘κει τις γυναίκες και τα παιδιά. Περάσαμε απο τις Βρύσσες, δέν περάσαμε απ’ το Σμιλέο διότι δέν ήτανε πάνω στο δρόμο, απ’το Καρδάκι. Περάσαμε απο τη διακλάδωση που πήγαινε στο χωριό Γουργούθους, Γουργούθοι(επαναλ) και περάσαμε και μέσα απο το χωριό Γιαρακάρι. Ετσι καταλήξαμε, την ώρα που έδυε ο ήλιος και πιό αργά, στο μεγάλο χωριό Μέρωνα, μας συγκέντρωσαν σ’ έν’ αδειανό χωράφι, κάπου στο κέντρο του χωριού, για να παραμείνουμε εκεί. Τους άνδρες, άλλους τους μάζεψαν και τους πήγαν’ στο Ρέθυμνο, ώς κρατούμενους, για εκφοβισμό μάλλον και εμάς

μας άφησαν ελεύθερους να πάμε όπου θέλαμε. Στο χωριό παρέμειναν, εκτός από τους 30 οι οποίοι εκτελέστηκαν, 2-3 ώρες μετά απο την απομάκρυνση και του τελευταίου κατοίκου, σε ένα σπίτι δυό-δυό, τρείς-τρείς. Εκτελέστηκαν ακόμα, δολοφωνήθηκαν μάλλον, τέσσερις γυναίκες, γερόντισσες, οι οποίες είπαν: “Δέν φεύγουμε εμείς απο το χωριό. Γριές είμαστε …τί θα μας κάνουν?” Επίσης τρείς γέροι, ένας εκ των οποίων ήταν ο πατέρας ενός παιδιού, του γιού του, αρκετά μεγάλου, καμμιά τριανταριά υποθέτω, χρονών, εκ γενετής ανάπηρος. Δέν μπορούσε να μετακινηθεί και ο γέρος πατέρας του έμεινε κοντά του, για να τον περιποιηθεί και να τον προστατεύσει. Οι Γερμανοί τους εκτέλεσαν, τους δολοφώνησαν και αυτούς, και τον ανάπηρο. Απ’ ό’τι ξέρω και θυμάμαι, μόνο μία γερόντισσα επέζησε, η οποία δέν μετακινήθηκε απο τον περίβολο του σπιτιού της, ο οποίος ήταν στις παρυφές του χωριού. Ολ’ οι άλλοι που είχαν διαφύγει, μαζεύτηκαν σάν να τους μεταδώθηκε κάποιο σύνθημα, κυρίως στον περίβολο του παλιού μοναστηριού της Καλοείδενας, που ήταν σε απόσταση ενός τετάρτου/είκοσι λεπτών με τα πόδια, απο το χωριό, σε πιό ορεινή θέση. Εκεί δέν τόλμησαν να βγούν απο την περιοχή του χωριού οι Γερμανοί, ούτε έδειξαν κάποιο ενδιαφέρον. Εν τω μεταξύ, κατα τη διάρκεια της πορείας απο το Άνω Μέρος προς το Μέρωνα, σε διάφορες περιπτώσεις κατάφερναν να διαφύγουν γυναίκες και άνδρες και να φύγουν απο τον κλειό κι απο την πορεία. Ένα περιστατικό που μου έκαμ’ εντύπωση, ενώ δέν είχαμε φτάσει ακόμα στις Βρύσσες, ένας νεαρός 4-5 χρόνια μεγαλύτερος μου ενδεχομένως, είδε στο δρόμο να γέρνει μιά απιδιά και ανέβηκε απάνω στην περιμάντρωση του χωραφιού, να κόψει έν’ αχλάδι για να δροσίσει το στόμα του που διψούσε. Τότε ένας γερμανός αμέσως, γύρισε το όπλο, χωρίς να του φωνάξει και τον πυροβόλησε. Ευτυχώς η σφαίρα δέν το βρήκε το παιδί και κατέβηκε αμέσως κάτω απο την περιμάντρωση αυτή και σώθηκε. Ήταν πολλά τα περιστατικά και οι δυσκολίες. Καθε τέταρτο – μισή ώρα σταματούσαμε και μας έκοβε όλη η ζέστη, προπαντός μεταξύ 12ης και 5ης μετά μεσημβρία ώρας. Φτάσαμε επιτέλους στο Μέρωνα και όπως είπα προηγουμένως, την άλλη μέρα που ξυπνήσαμε καταφέραμε και φύγαμε προς διάφορες κατευθύνσεις. Η οικογένεια μου κατέληξε βεβαίως στο Ρέθυμνο, απο το οποίο είχε φύγει απο το Νοέμβριο του 1940. Είναι πολλά τα περιστατικά τα οποία δέν μπορούμε να τα διηγηθούμε τώρα. Ακόμα κάθε χρόνο γίνεται μνημόσυνο των εκτελεσθέντων. Μετά 40 μέρες απο ‘κείνη την ημέρα, απελευθερώθηκε ο νομός Ρεθύμνης απο τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Στο παραπέντε λοιπόν χάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι και μαζί μ’ άυτούς περιουσίες, ζώα, κτήνη κ.λ.π. Όλα αυτά, δέν μπορούν να φύγουν ακόμα στην ηλικία που βρίσκομαι, απο τη μνήμη μου. Είναι ζωντανά. Τα επαναφέρω και τα διηγούμαι πάρα πολύ συχνά.

 

Αφήστε μια απάντηση