Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΙΔΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΕΥΑΣ ΛΑΔΙΑ

Το παρακάτω αποτελεί απόσπασμα του ντοκιμαντέρ μου με τίτλο » Θυμάμαι τον Παντελή Πρεβελάκη» Είναι η κατάθεση ψυχής από τον επιστήθιο φίλο του μεγάλου μας συγγραφέα Γιώργη Αγγελιδάκη

Αγγελιδάκης: Ο Παντελής ήτανε συμμαθητής με τον αδελφό μου και συνήλικοι πολύ φίλοι μέχρι την περίοδο που ο Παντελής έγινε φοιτητής στη Φιλολογία ο αδελφός μου ήτανε στο Πολυτεχνείο εκεί κάπως οι σχέσεις τους αραιώνουν, δεδομένου ότι ο ένας ήτανε ας πούμε των θετικών επιστημών, όχι μόνο επιστημονικώς, αλλά και από άποψη χαρακτήρα, ο Παντελής είχενε σπουδάσει φιλολογία μετά πήγαινε στο Παρίσι, ύστερα πήγε στην Ισπανία κ.τ.λ. Ήτανε εύπορη οικογένεια, δεν ήτανε πολύ πλούσια, αλλά ήτανε εύπορη. Πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει βέβαια φιλολογία. Από τον χρόνο εκείνο από το 1926 μέχρι το 1961, όλα αυτά τα χρόνια ο Πρεβελάκης απομονώθηκε. Δεν έκανε τίποτα άλλο κάθε μέρα όλες τις μέρες παρά να διαβάζει, να μελετά, να συγγράφει και να ταξιδεύει. Μέχρι το 1961, χρονιά κατά την οποία γιόρτασε ο δήμος εδώ τα τριάντα πέντε χρόνια της πνευματικής του δράσης – υπάρχει και τεύχος να το δείτε – κατά την οποία από ραδιοσταθμό ακούσαμε ένα μήνυμά του ολιγόλογο.

Μήνυμα Πρεβελάκη: «Θέλω να χαιρετίσω και να ευχαριστήσω με το μήνυμα τούτο την …… αυτή του Ρεθύμνου σ’ όσους θα λάβουν τον λόγο κι όσους παρευρίσκονται στην σημερινή εορτή. Την τιμή που μου κάνουν την δέχομαι με βαθιά ευγνωμοσύνη και ικανοποίηση. Το να αναγνωρίζει η Κρήτη την εικόνα της στα συγγράμματα μου αυτό αποτελεί την πιο έγκυρη επαλήθευση των μύθων και των μορφών που έπλασα. Στερούμε την Κρήτη εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, από την νοσταλγία μου τρέφεται η ιδανική εικόνα της που προσπάθησα να κάνω ορατή με τα έργα μου. Μέσα στις πράξεις ενός λαού, μέσα στον τρόπο της ζωής του, ακόμα και μέσα στο τοπίο που τον περιβάλλει φανερώνεται το ξεχωριστό πνεύμα της, το πνεύμα που δικαιώνει την ύπαρξή του και καταξιώνει τον ιστορικό βίο της. Αποστολή του συγγραφέα, αλλά οφείλω να τονίσω του Εθνικού συγγραφέα είναι να κάνει με τα έργα του εφικτό το πνεύμα του λαού να το προβάλλει στα ενδότερα φανερώματά του και έτσι να εγκαρδιώνει τον λαό και να τον οδηγεί στην αυτογνωσία του. Αυτό έπραξαν οι ποιητές της αρχαιότητας που μας κληροδότησαν τον ιδανικό κόσμο που εξακολουθεί να μας εξανθρωπίζει. Αυτό πράττει και σήμερα ο ποιητής του δημοτικού τραγουδιού που απαθανατίζει και εκείνος, με την απέριττη τέχνη του, πρότυπες μορφές και παραδειγματικές πράξεις. Και η συμφωνία προς την αρχαία αυτή και πάντα ζωντανή παράδοση προσπάθησα να εκφράσω στα συγγράμματά μου το πνεύμα της Κρήτης και να υμνήσω τα άξια έργα των τέκνων μου. Ένας από εκείνους που έκριναν τελευταίως την εργασία μου έγραψε: «Δεν έχουμε καμιάν άλλη περίπτωση μέσα στη λογοτεχνία μας που τα ιδιαίτερα πατρικά χώματα να ασκούν μια τόσο έντονη και σχεδόν αποπνικτική έλξη, επικαλούμαι αυτά τα λόγια για να δείξω πως η κατεύθυνση της δημιουργίας μου έχει γίνει γενικώς αντιληπτή. Υποθέτω πως έτσι με έχει εννοήσει και η πατρίδα μου, θεωρεί τα έργα μου ως αποδείξεις της ολικής μου αφιέρωσης και μέσα στα έργα μου αναγνωρίζει το πρόσωπό της.

Αγγελιδάκης: Για τον έξω κόσμο ήτανε κάπως απόκοσμος, αν τονε ζούσες από μέσα θα ‘βλεπες ότι δεν ήτανε, αλλά η εικόνα που ήθελε όμως ο ίδιος να έχει προς τα έξω ήτανε πράγματι του απόκοσμου και του απομονωμένου ας πούμε στην εφηβεία του εδώ στο Ρέθυμνο ήτανε ένας πάντοτε κομψός ντυμένα άνθρωπος, καρδιοκατακτητής εν πολλοίς και μ’ αυτή την εικόνα έφυγεν από δω για να πάει να σπουδάσει, πρέπει να υποθέσω πως πρέπει να ήτανε πριν το 30, πριν το 1930 που πήγανε στην Αθήνα, πήγανε μαζί με τον αδελφό μου και έκτοτε ερχότανε καμιά φορά τα καλοκαίρια εδώ, έκανε συνήθως μοναχικούς περιπάτους της εποχής εκείνης, εγώ τον θυμάμαι με το ντύσιμο της εποχής.

Εύα: Που συνήθιζε να κάνει περίπατο;

Αγγελιδάκης: Στην λεωφόρο ήτανε τότε ο συνηθισμένος τόπος εδώ στη λεωφόρο. Ήτανε πάντα σου λέω κομψά ντυμένος δεν ήταν απ’ τους ανθρώπους τους διαχυτικούς. Ύστερα πήγε στην Αθήνα, όπου το 1937 μετακομίζει όλη η οικογένεια πλέον είχε συνταξιοδοτηθεί ο πατέρας του εγκαθίστανται στην Αθήνα, στην Πλάκα. Εκεί αυτός σχεδόν και μπορεί να πει κανείς κυριολεκτικά απομονώνεται από το Ρέθυμνο, εντελώς, οι Ρεθεμνιώτες που τον εθυμούνται και που συνήθως πάνε στην Αθήνα εκείνη την περίοδο δεν είναι εύκολο να τονε δουν, το τηλέφωνό του είναι απόρρητο, έχει πολύ λίγο κύκλο, πολύ στενό κύκλο, αυτό τον καιρό μου ‘ρθενε και σε μένα που τον είχα ρωτήσει πολλές φορές ότι δεν ήθελε να έχει απασχόληση ας πούμε με άλλους ανθρώπους για να μπορεί να κάτσει να αφοσιωθεί στο έργο του. Αυτή ήτανε η δικαιολογία, αλλά πιστεύω πως εξέφραζε και τον ίδιο του το χαρακτήρα.

Εύα: Ναι, μήπως όμως είχε και ιδιαίτερους λόγους να έχει απομονωθεί από τους Ρεθεμνιώτες;

Αγγελιδάκης: Όχι δε νομίζω, δε νομίζω γιατί δεν μπορεί κανείς απ’ αυτό ας πούμε, να βγάλει το συμπέρασμα ότι είχενε λόγο να είναι δυσαρεστημένος με τσι Ρεθεμνιώτες. Οι οποίοι δεν είχανε κι αυτοί κανένα λόγο να έχουνε τίποτα άλλο να πούνε, ας πούμε για τον Πρεβελάκη, παρά μόνο το ότι δεν είναι, ένας, ο άνθρωπος που μπορείς να πας να τονε συναντήσεις στην Αθήνα. Ελάχιστοι άνθρωποι τονε βλέπανε τότε. Ίσως ο Βογιατζάκης ο Μανώλης, ο Γιώργης ο Πρεβελάκης μπορούσανε να ντονε δούνε, ας πούμενε, για λίγη ώρα, έπρεπε να κλείσεις ραντεβού.
Όσο και να μιλάει κανείς για τον Πρεβελάκη, όλο και κάτι θα θυμάται, όλο και κάτι θα έχει η μνήμη του να ανακαλέσει, ώστε να το προσθέσει μέσα στο όλο θέμα που λέγεται Παντελής Πρεβελάκης, είναι γνωστό εδώ στο κοινό ότι ο Πρεβελάκης ήταν ένας άνθρωπος απόμακρος, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχενε πολλές συναναστροφές και ήτανε πάρα πολύ επιλεκτικός στους ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνούσενε, για να το δείτε τώρα αυτό και να γίνει κατανοητό θα πρέπει να το δει κανείς έτσι λίγο διαφορετικώς, αυτή η κατάσταση της «απομόνωσης» του Πρεβελάκη είναι στα πρώτα του συγγραφικά χρόνια και σιγά σιγά με την πάροδο του χρόνου όταν πλέον ο Πρεβελάκης καθιερώνεται και έχει ήδη γράψει πάρα πολλά βιβλία αυτός ο απομονωτισμός, αυτή η έλλειψη επικοινωνίας με το ευρύ κοινό, αρχίζει να αμβλύνεται και αρχίζει να επικοινωνεί με πολύ κόσμο πια.
Από τον ίδιο ξέρω πολύ καλά ότι αυτή του η στάση δε ήτανε η στάση που του επέβαλε ο χαρακτήρας του και η έλλειψη επιθυμίας να επικοινωνήσει με τον κόσμο γιατί δεν ήτανε ότι δεν επικοινωνούσε με τους Ρεθεμνιώτες, αλλά δεν επικοινωνούσε με κανένα άνθρωπο παρά μόνο με ελάχιστους συνεργάτες του. Αυτό ο ίδιος και από το στόμα του έχω ακούσει ότι οφειλότανε στο γεγονός ότι ήθελε να μείνει απερίσπαστος για να μπορεί να μπορεί να κάτσει να κάνει το συγγραφικό του έργο, δηλαδή έλεγε ο ίδιος ότι θυσιάζει την κοινωνική του ζωή χάρις του έργου το οποίο έπρεπε να είναι απερίσπαστος για να μπορεί να το πραγματοποιήσει, όταν, ας πούμε, μεσουρανεί κατά ένα τρόπο και έχει ήδη γράψει τα περισσότερά του βιβλία αρχίζει αυτή του η συμπεριφορά να διαφοροποιείται και να αρχίζει η επικοινωνία ο κόσμος τονε βλέπει ευκολότερα, πάει σε τελετές, γίνεται και ακαδημαϊκός όπως θα ξέρετε.
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ
Ας γίνει τώρα το επόμενο στάδιο για να πάμε εκεί που ξεκινήσαμε, που ξανά γίνεται πάλι ο άνθρωπος ο απομονωμένος και γίνεται πλέον όταν αρχίζει να είναι άρρωστος. Παθαίνει το πρώτο έμφραγμα στην Πλάκα στο σπίτι του όπου δεν θέλει να πάει στο νοσοκομείο, δεν θέλει να επικοινωνεί με κανένα εγώ βέβαια είχα επικοινωνία τηλεφωνική τότε μαζί του και θυμάμαι ότι και εγώ και ο αδερφός του ο Λευτέρης του επιμέναμε να πάει σε νοσοκομείο, δεν τον πείσαμε, δεν πήγε του πέρασε, ύστερα μετά το έμφραγμα το πρώτο έρχεται στο Ρέθυμνο, με ορισμένες επικοινωνίες που είχενε εδώ, ομιλίες κ.τ.λ. αυτά βέβαια μετά από «Το Ηφαίστειο» που παίχτηκενε στο Ρέθυμνο, μετά συμβαίνει το πρώτο έμφραγμα, εν συνεχεία του γενικώς δεν πάει καλά ο Πρεβελάκης επανέρχεται στον απομονωτισμό τον οποίο είχενε στα νεανικά του χρόνια για τους λόγους που σας εξήγησα προηγουμένως, τώρα οι λόγοι είναι πλέον να σας το πω καθαρά, γιατί το ξέρω, ας πούμενε, από πρώτη ανάγνωση που λένε, δεν ήθελε πλέον να τον δει ξένος κόσμος στην κατάσταση που ήτανε.
Ο μόνος ο οποίος μπορούσε να πηγαίνει ακόμη εκεί την ημέρα ήτανε ο αδερφός του ο Λευτέρης. Επικοινωνία εγώ είχα καθημερινή με το Λευτέρη, ο Λευτέρης ήτανε ο πρώτος του αδελφός τον οποίο θα τους στεφανώσει κ.τ.λ και μου έλεγε ότι, ας πούμενε πάρε τονε και εσύ να του πεις ότι δεν μπορεί να μένει το βράδυ μόνος του, μιλούσα με τον Παντελή, μάλιστα τελευταία φορά που μιλήσαμε που πέθανε το ίδιο βράδυ εκείνο του είχα πει: «Θέλεις να ‘ρθω να μείνω εγώ δυο τρεις μέρες στο σπίτι;», «Όχι, μου λέει, άμα σε χρειαστώ εγώ θα στο πω», λοιπόν ήτανε εντελώς απομονωμένος, αφού, δηλαδή φτάνουμε σε ένα ακραίο σημείο να μη θέλει ούτε τον αδερφό του να μείνει μαζί του, αλλά ήθελε να μείνει μόνος του, και πεθαίνει πραγματικά το ίδιο βράδυ που είχαμε κάνει τη συζήτηση αυτή, προηγουμένως πεθαίνει στο κρεβάτι του χωρίς να ταλαιπωρηθεί ιδιαιτέρως, διότι από το Λευτέρη ξέρω ότι την επομένη που πήγαινε για να δει τι κάνει και είδενε ότι δεν απαντούσενε και έσπασενε την πόρτα και μπήκενε μέσα ήταν στο κρεβάτι του σκεπασμένος ο Παντελής χωρίς να δείχνει, ας πούμενε ότι είχενε περάσει μια αγωνία, προφανώς θα έπαθενε μια βαριά καρδιακή προσβολή και έμεινε στο τόπο που λέμε, και έτσι ο Παντελής τάφηκενε στην Αθήνα επήγα βέβαια εγώ στην κηδεία του, πήγα μάλιστα και ένα στεφάνι από ελιά εδώ στο φέρετρο.

( Διατηρήθηκε με ακρίβεια στην απομαγνητοφώνηση η εκφορά του λόγου για την πιστότητα της αφήγησης )

Αφήστε μια απάντηση