Νίκος Γαληνός: Ζωή γεμάτη κοινωνικούς και αντιστασιακούς αγώνες

 

ΕΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΘΑΥΜΑΖΕ ΚΑΙ Ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Νίκος Γαληνός: Ζωή γεμάτη κοινωνικούς και αντιστασιακούς αγώνες
• Επέμενε πως ο πατέρας του ζωγράφισε τον Παντοκράτορα στην Αγία Βαρβάρα
25/02/2016 της Εύας Λαδιά της Εύας Λαδιά
Ποιος θυμάται τον Νίκο Γαληνό; Ήταν συνάδελφος, δημοσιογράφος, ενταγμένος στο λεγόμενο προοδευτικό χώρο, με σημαντική επαγγελματική και συνδικαλιστική δράση.
Αν τώρα δεν θα τον ξέρουν αρκετοί, είναι γιατί βαρύς ο ίσκιος του πατέρα του, δεν άφησε να λάμψει όσο έπρεπε το δικό του αστέρι προσφοράς. Ήταν όμως χαμηλών τόνων και ο ίδιος.
Ο Νίκος ήταν γιος του περίφημου ζωγράφου Γιώργη Γαληνού από την Πηγή Ρεθύμνου. Τα έργα του σημαντικού αυτού καλλιτέχνη κοσμούσαν τοίχους και ταβάνια αναρίθμητων σπιτιών του Ρεθύμνου.
Από τον πατέρα του ο Νίκος, κληρονόμησε και το πείσμα ν’ αντιστέκεται σε κάθε μορφής τυραννία.
Γιατί εκτός από ζωγράφος ο Γαληνός έμεινε στην ιστορία και για το εξής ηρωικό περιστατικό.
 
Μικρός αντάρτης
Μια μέρα γιόρταζε ο Σουλτάνος και καλέσανε τα σκολιαρούδια να πάνε στο κονάκι του Πασά να πούνε το πολυχρόνιο. Ο Γιωργάκης πρωτοστάτησε και κατάφερε τα παιδιά να μην πάνε στον εξευτελισμό εκείνο. Έγινε μεγάλο σούσουρο και ντόρος… Οι Δημογέροντες μουτήδες, ξεσήκωσαν την πρόθυμη σχολική επιτροπή εναντίον του πρωτοστάτη μαθητή… Είκοσι ραβδισμούς του δώσανε, με τα χέρια του δούλου των επιστάτη, και τον περάσανε και στη φάλαγγα -το μαρτύριο το μεγάλο… Το ίδιο βράδυ παραφύλαξε ο Γιωργάκης τον επιστάτη και του ‘σπασε το κεφάλι με μια σβουριχτή πετριά. Δεν μπόρεσε να ξαναπάει στο σκολειό. Το ‘σκασε και χώθηκε στο σπίτι του δασκάλου του.
 
Ζωή μέσα στη φτώχεια
Σε περιβάλλον που τιμούσε την αξιοπρέπεια πάνω απ’ όλα μεγάλωσε ο Νίκος, μαθαίνοντας κυρίως να ζει με το βρισκούμενο όταν υπήρχε. Κάτι σπάνιο δηλαδή.
Κληρονόμησε όμως και το ταλέντο του πατέρα του o Νίκος, εκτός από την αγωνιστική του διάθεση.
Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, στους δύσκολους καιρούς και σαν όλα τα παιδιά της εποχής στήριζε στη γνώση το μέλλον του. Νωρίς όμως ακολούθησε ιδεολογική πορεία. Ήταν λένε 15 χρόνων μαθητής ακόμα στο Γυμνάσιο, όταν είχε την πρώτη του επαφή με το ΚΚΕ. «Ο Ριζοσπάστης» κυκλοφορούσε τότε στο καφενείο του Ηρακλή Ζώνου, που συνέλαβε ο Μανιαδάκης, διοικητής Ασφαλείας του Μεταξά, που τον έστειλε εξορία στην Κίμωλο, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.
Οι σπουδές του Νίκου ήταν εξαιρετικές για την εποχή του. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Με τη σχολή αυτή είχε βιωματικές μνήμες, καθώς ο πατέρας του από τα πρώτα παιδικά του χρόνια, του μιλούσε για τις σπουδές που είχε κάνει εκεί και για τον δάσκαλό του το Νικηφόρο Λύτρα, που ήταν ζωγράφος έντεχνος.
Ο Νίκος Γαληνός είχε τελειοποιήσει τις γνώσεις του και στη Γαλλική Γλώσσα.
 
Πικρές μνήμες
Αυτό που σημάδεψε τη ζωή του Νίκου, ήταν η απόλυτη φτώχεια του πατέρα του. Τον θυμόταν να ζει με την ελεημοσύνη των φίλων του μέχρι το 1934 που πέθανε. Και με ποια εφόδια κι ο ίδιος να μπορεί να τον βοηθήσει, αφού μόλις κατάφερνε να επιβιώσει.
Είχε κι ένα βαθύ παράπονο ο Νίκος από τον Παντελή Πρεβελάκη, που είχε το θάρρος να το δημοσιοποιήσει. Τον Παντοκράτορα στον τρούλο της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας τον είχε ζωγραφίσει ο πατέρας του, επέμενε, και όχι ο Δεσπότης όπως γράφει στο «Χρονικό μιας Πολιτείας» ο μεγάλος μας λογοτέχνης.
 
Λαμπρή πορεία
Ο Νίκος Γαληνός έκανε τα πρώτα του δημοσιογραφικά βήματα στον Ρεθεμνιώτικο Τύπο «Κρητική Επιθεώρηση» και «Βήμα» και στη συνέχεια έκανε καριέρα στην Αθήνα εργαζόμενος στις εφημερίδες «Ελεύθερο Βήμα», «Ελεύθερη Ελλάδα», «Ριζοσπαστική Προοδευτική Αλλαγή-Προοδευτικός Φιλελεύθερος». Εργάστηκε επίσης στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ήταν συντονιστής παραγωγής στην ΕΡΤ 1 και στην ΕΡΤ 2 από το 1954 μέχρι το 1980.
Από τις συγγραφικές του εργασίες ξεχωρίζουν «Ιστορία του Εργατικού Συνδικαλισμού -Ιστορία Ελληνικού Συνδικαλισμού», αλλά και πολλές μελέτες, κυρίως ιστορικές και διηγήματα.
Στη διάρκεια της καριέρας του έρχεται σ’ επαφή με τα σημαντικότερα ονόματα της διεθνούς προοδευτικής λογοτεχνίας, ανάμεσά τους και ο μεγάλος μας Νίκος Καζαντζάκης.
 
Στην Αντίσταση
Η Γερμανική Κατοχή τον βρίσκει πρώτο στις επάλξεις να δίνει εντυπωσιακό «παρών» με έντονη δράση. Εκείνη την εποχή ο δημοσιογράφος βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού, καθώς δεν είχε το περιθώριο να αρνηθεί τη συμβολή του στον αγώνα κι από την άλλη δεν είχε το περιθώριο να ξεφύγει όταν αποκαλυπτόταν η δράση του.
Ζωντανό παράδειγμα ο αξέχαστος Μανόλης Λίτινας, που εκτελέστηκε λίγο πριν το χάραμα της λευτεριάς, αφού μαρτύρησε κυριολεκτικά στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν, υπομένοντας αφάνταστα βασανιστήρια.
Ο Νίκος Γαληνός είχε πολλά να σκεφτεί και να οπισθοχωρήσει, αλλά σαν υπεύθυνος άνθρωπος ήταν έτοιμος για όλα αρνούμενος να συμβιβαστεί, σεβόμενος κυρίως τη μνήμη του πατέρα του.
Το όνομά του με λαμπρά γράμματα αναφέρεται στην ΕΣΗΕΑ, της οποίας ήταν μέλος, ενώ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του Ελληνοφινλανδικού συνδέσμου, ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Αντιστασιακών Δημοσιογράφων, μέλος της ΠΕΑΕΑ, μέλος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών, ιδρυτικό μέλος του Ιδρύματος Σταύρος Καλλέργης, μέλος επιτροπής σχολικών εκπομπών του υπουργείου Παιδείας στο διάστημα 1960- 1965.
Για τη διάκρισή του στους κοινωνικούς αγώνες σαν δημοσιογράφος και εθνικός αγωνιστής, του απονεμηθήκαν το μετάλλιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και η ανώτερη διάκριση από πλευράς ΠΕΑΕΑ.
 
Αυτόγραφο του Βάρναλη με σημασία
Από τους θαυμαστές του έργου του ο Κώστας Βάρναλης, ο μεγάλος μας ποιητής, που είχε αφιερώσει στο Νίκο Γαληνό και τους παρακάτω στίχους σε αυτόγραφό του «Δεν δίνω λέξεις παρηγοριάς -δίνω μαχαίρι δολουνούς, καθώς το μπήγω μες στο χώμα γίνεται ΦΩΣ γίνεται ΝΟΥΣ».
Από τα συνηθισμένα ψευδώνυμα του Νίκου Γαληνού όταν υπέγραφε τα άρθρα του ήταν ο ΡΕΠΟΡΤΕΡ, ο ΠΑΛΙΟΣ, ο Συνδικαλιστής.
Από τις αγαπημένες του φράσεις όταν κουβέντιαζε με νέους ήταν: «Ν’ αγαπάς τη ζωή, τη δουλειά, τους ανθρώπους. Ο σοφότερος δάσκαλος είναι η ζωή. Η δουλειά είναι το καλύτερο φάρμακο σε καιρούς ανάποδους. Να μην τα χάνεις στις αναποδιές. Οι ιδέες και τα ιδανικά για το μεγάλο χθες το σήμερα και το αύριο δεν αποχρωματίζονται μήτε ξεθωριάζουν».
 
Αφοσιωμένος στη μνήμη του πατέρα
Η σκέψη του πατέρα του και η ιδέα ότι δεν είχε απολαύσει τις τιμές που του άξιζαν στοίχειωνε τη σκέψη του. Δεν ήθελε όμως να κάνει και ανοικτά τον αγώνα του από σεμνότητα. Μέχρι που έπεσε στα χέρια του το 1994, ένα άρθρο για τον πατέρα του στο περιοδικό «Διάσταση» του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Το υπέγραφε ένας νέος Ρεθεμνιώτης επιστήμονας, ο αείμνηστος σήμερα Γιάννης Σπανδάγος. Αμέσως τον πήρε στο τηλέφωνο και του ζήτησε συνάντηση. Ο αξέχαστος Γιάννης ανταποκρίθηκε αμέσως. Ο Γαληνός τον δέχτηκε με χαρά στο σπίτι του στη Φιλοθέη αν και δεν ήταν καλά στην υγεία του. Μετά τα συγχαρητήρια που του έδωσε για το δημοσίευμα, εκφράζοντας και την ευγνωμοσύνη του για το γεγονός ότι κάποιος είχε επιτέλους σκεφτεί τον πατέρα του, του έδειξε ένα κομμάτι καμβά που διασώθηκε από την αυλαία του «Ιδαίον Αντρον». Παρίστανε τις επτά μούσες με τον Απόλλωνα που λέει ο Βογιατζάκης, αν και το μέγεθός τους ήταν πολύ μικρό και δεν θα διακρίνονταν από απόσταση. Ίσως να ήταν προσχέδιο αυτού που έκανε στην αυλαία.
Κάποια στιγμή ίσως και από τη συγκίνηση φάνηκε να χάνει τις δυνάμεις του. Έμεινε εκεί στο κρεβάτι να κοιτάζει τον επισκέπτη του με εμφανή τη λύπη για την αδυναμία του αυτή. Ο Γιάννης με την ευγένεια που τον διέκρινε, έμεινε λίγο ακόμα θίγοντας ανώδυνα καθημερινά θέματα κι έπειτα χαιρέτησε για να τον αφήσει να ησυχάσει.
Εκείνος τον σταμάτησε σαν να είχε ξεχάσει κάτι σπουδαίο. Έδειξε με χέρι που έτρεμε μια φωτογραφία του Γεωργίου Γαληνού του πατέρα του, στα τελευταία του, ντυμένου με κουρέλια, σαν επαίτης, τόση ήταν η ένδειά του.
«Πάρε την, είπε στον επισκέπτη του. Ξέρω πως θα την αξιοποιήσεις. Υπόσχομαι να σου μαζέψω και άλλες φωτογραφίες, όσα στοιχεία θέλεις. Θα βρεθούμε σύντομα…».
Αυτή η συνάντηση δεν έγινε όμως ποτέ, γιατί μετά από λίγο καιρό ο Νίκος πέθανε.
Στερνή επιθυμία του ήταν να ψάλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία στο ναό της Αγίας Βαρβάρας. Ακόμα και πριν αποχαιρετήσει τη ζωή ήθελε με αυτό τον τρόπο να επιμείνει στην άποψή του για το δημιουργό του Παντοκράτορα στον ιστορικό ναό. Ίσως γι’ αυτό να ζήτησε αυτή την τελευταία χάρη. Ποιος να ξέρει άραγε;
ΠΗΓΕΣ: Γιάννη Σπανδάγου: «Ο ζωγράφος Γιώργος Γαληνός».
Γιάννη Δεληγιώργη «Στα 40 ενός αγωνιστή» εφημερίδα «Κρητική Επιθεώρηση».

 

 

Αφήστε μια απάντηση