Μανούσος Χαλκιαδάκης

XALKIADAKHSΈφυγε κι ο Μανούσος… Λιγοστεύει ο παλιός ο Πλάτανος…

>| Θερισμοί μεγάλοι του θανάτου τελευταία… Φεύγουν τόσοι πολλοί… Ξημέρωμα του Σαββάτου 18 Φλεβάρη,έφυγε από τη ζωή στα 74 χρόνια του, ο Μανούσος Χαλκιαδάκης, εμβληματική σίγουρα μορφή του Πλατάνου και της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου εδώ και δεκαετίες…
Από τ’ Αμπελάκι Ρεθύμνου, Μανούσο, παιδί πολυμελούς οικογένειας, σε χρόνια δύσκολα που όμως η ελπίδα δεν αποθάρρυνε στα πολλά παιδιά που είναι ο μόνος πλούτος του κάθε σπιτιού, ήρθες στο Ρέθυμνο, 1956, με τα κοντά παντελονάκια ακόμη κι έμαθες την τέχνη τη ραφτική, πάλεψες, στερήθηκες μα προόδευσες, άνοιξες με τον καιρό το δικό σου ραφτάδικο, εκεί, στον Πλάτανο κι αυτό το κράτησες μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οπότε πιά άλλαξαν οι συνήθειες των ανθρώπων στο ντύσιμο και την καλύκωση τους, κι έγινε το αγαπημένο καφενείο, σημείο συνάντησης σ’ αυτή την «πλατεία Τίτου Πετυχάκη», που δεν είναι βέβαια πλέον πλατεία, είναι όμως κομμάτι της καρδιάς της πολιτείας μας – ποιός φοιτητής θα ‘ρθει στο Ρέθυμνο και τη δεύτερη βδομάδα δεν θα ξέρει τον Πλάτανο, ποιός επισκέπτης μας θα ‘ρθει στην πολιτεία μας και δεν θα περάσει απο κει…

Παντρευτήκατε με την Ελένη Νικολακάκη από τα Σακτούρια, πρώτη ξαδέρφη μου, κόρη του Μανώλη Νικολακάκη και της Μαρίας,αδερφής του πατέρα μου… Μετανάστες στη Γερμανία τα πεθερικά σου, εκεί έζησε πολλά χρόνια και η Ελένη, εργάστηκαν σκληρά, μα δεν πρόλαβε ο θείος Μανώλης να χαρεί πολύ την επιστροφή στην πατρίδα, έφυγε κι εκείνος τόσο νωρίς… Το χωριό μας το τίμησες Μανούσο τον κόπο και τον ιδρώτα των πεθερικών σου στην αγροτική γη τον σεβάστηκες, σε εκτίμησαν πολύ και οι συγχωριανοί μας…
Αποκτήσατε με την Ελένη δυό παιδιά, τον Γιάννη και τον Μανώλη, σωστό δρόμο ζωής τους δείξατε, άξιες γυναίκες παντρεύτηκαν, την Ειρήνη και την Χαραλαμπία, άξια ανατρέφουν τα εγγόνια που σας χάρισαν και πρόλαβες και χάρηκες… Παίζουν και λύρα και λαούτο ο Γιάννης κι ο Μανώλης, άνθρωποι με ευγενές μέταλλο μουσικής έχουν και ευγενικά αισθήματα…
Στύλος και κολώνα του καφενείου ο άντρας, μα ψυχή στο καφενείο σας η Ελένη, από κοντά και τα παιδιά, αγαπημένος όλων ο Μανώλης, πάντα μου θύμιζε κι εμένα, τα παιδικάτα μου, στο καφενείο του πατέρα μου στο χωριό…

Εκεί σε θυμάμαι από το 1977, ακριβώς 40 χρόνια, που ήρθα μαθητής από το χωριό, ραφείο βέβαια ακόμα, θυμάμαι, πρώτο απόγευμα μας κέρασες σουβλάκια από το σουβλατζίδικο του Αντώνη Σερλή απέναντι… Άλλιώς ο Πλάτανος τότε,άλλοι άνθρωποι, άλλα μαγαζιά, κείνα τα χρόνια, αγαπημένο μου φυσικά ήταν τότε το ζαχαροπλαστείο του Κυριάκου Μπιρλιράκη, λογικό για ένα παιδί…, δίπλα στο ραφείο σου ήταν το μαγαζί του Γιώργη Δερμιτζάκη και της αγαπητής κυρίας Μαρίας, με τα παιχνίδια και τις άλλες λιχουδιές, συμμαθητής μου από την πρώτη μέρα στο Γυμνάσιο ο γιός τους Μανώλης, αυτό το πειραχτήρι με τις επικές φάρσες στη γειτονιά κι όχι μόνο, που έκαναν ώρες-ώρες όλο τον Πλάτανο να λιγώνεται στα γέλια… Ήταν τότε εκεί και η έκθεσις επίπλων των αδελφών Γιώργη και Μιχάλη Τζιράκη, το καφενείο του Μανώλη Θεοδωράκη, πιο αργότερα η ταβέρνα του αγαπητού μου επίσης φίλου Γιώργου Μιχαηλίδη, πιο κάτω απέναντι θυμάμαι το παντοπωλείο του Διομήδη Συμσίρη, το υαλοπωλείο του Λευτέρη Μιχελιδάκη που εξέλιξε μετά σε επιπλοπαλαιοπωλείο ο Κωστής Δασκαλάκης, το κουρείο του Γιάννη Βενιεράκη, τα ηλεκτρικά του Νίκου Τουρλίτη που ο γιός του ο Γιώργος παντρεύτηκε επίσης κείνα τα χρόνια συγχωριανή μου, την Γεωργία Ανυφαντάκη. Τα καφενεία του Φραγκουλατζή και του Κυμιωνή…, και τόσα πολλά ακόμα…
Αυτή η περιοχή του Πλατάνου, πες την γειτονιά…, πες την πλατεία… χρειάζεται επιμελή χρονογράφο να αποτυπώσει τον χώρο, τον χρόνο, τους ανθρώπους της, στα τόσα δρομολόγια των καιρών…

Ήθελα με τα λιγότερα και πιό περιεκτικά λόγια να αποδώσω την ταυτότητα του καφενείου σας… Με πρόλαβε ο φίλος, ο ζωγράφος Αλέξανδρος Ανδρουλάκης: «…πας και ξαναπάς. Πολύ συχνά πας νωρίς το απόγευμα για καφέ και καταλήγεις με μια παρέα δέκα, είκοσι ή και τριάντα άτομα να τραγουδάς ριζίτικα στις τρεις η ώρα το πρωί. Ειδικά τα καλοκαίρια. Μετρημό δεν είχαν τα μπουκάλια οι μπύρες και τα καραφάκια οι ρακές. Μετρημό δεν έχουν οι ωραίες στιγμές. Δεν το λες ακριβώς «στέκι» αυτό το μαγαζί. Ήταν -και είναι – υποχρεωτικό πέρασμα. Εκεί συνυπήρχαν όλες οι ηλικίες, από μαθητές μέχρι και γέρους με το ένα πόδι στον τάφο. Ρεθεμνιώτες, φοιτητές, τουρίστες… Όλοι μαζί. Συχνά μια παρέα»…. Δεν έχω τίποτα να προσθέσω… Γράφει ωραία, όπως και ζωγραφίζει ο Αλέξανδρος….

Κατευόδιο ξάδερφε Μανούσο… Αναπαύσου στο χώμα το Ρεθεμνιανό που τόσο αγάπησες…

Δημήτρης Τζανακάκης

 

 

Αφήστε μια απάντηση