Ιστορικό: Πως ξεδίψασε το Ρέθυμνο

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Ζ. ΑΡΧΟΝΤΑΚΗ*
 
Γ’ Τα νεότερα χρόνια
Από το σάπιο και διάτρητο δίκτυο διανομής, που, όπως είπαμε στο προηγούμενο Σημείωμα, περνούσε μέσα από τους βοθροποιημένους υπονόμους της Παλιάς Πόλης, πίναμε νερό μέχρι το 1997. Ήταν μια Δαμόκλεια Σπάθη ο φόβος των επιδημιών, τις οποίες αντιμετωπίζαμε ως Δήμος με δυο παράλληλους τρόπους: Αφ’ ενός με τη διοχέτευση στο δίκτυο της Παλιάς Πόλης κατά απόλυτη προτεραιότητα κάθε διαθέσιμης ποσότητας νερού παρ’ όλες τις τεράστιες απώλειές του και τη γενικότερη λειψυδρία, ώστε να διατηρείται η μέγιστη δυνατή εσωτερική πίεση στους υδροσωλήνες και να αποφεύγονται οι εισροφήσεις από τους υπονόμους και το βαρύτατα μολυσμένο υπέδαφος, και αφ’ ετέρου με έντονη χλωρίωση που παρεχόμενου νερού. Παρ’ όλα αυτά, η μόλυνση του πόσιμου νερού ήταν ενδημικό φαινόμενο σε αρκετά σημεία της Παλιάς Πόλης. Η Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου κρατούσε τα θλιβερά πρωτεία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα σε έκταση τέτοιων νόσων σύμφωνα με έρευνα της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών του 1984 και συνέχισε να παρουσιάζει μονίμως πλείστα κρούσματα σύμφωνα με εκθέσεις που ζήτησα από τον Ιατρικό Σύλλογο, το Κρατικό Νοσοκομείο και τη Διεύθυνση Υγείας και Πρόνοιας Ρεθύμνης και βρίσκονται στο αρχείο του Δήμου.
Συγκεκριμένα το 1993, σε μια από τις πολλές έρευνες που πραγματοποιήσαμε στη ΔΕΥΑΡ, επί 73 δειγμάτων από όλες τις γειτονιές της Παλιάς Πόλης βρέθηκαν μολυσμένα με ολικά κολοβακτηριοειδή τα 26, δηλαδή το 36%, και με κολοβακτηριοειδή κοπράνων 8. Τριπλασιάσαμε δοκιμαστικά για μια μέρα την ποσότητα του χλωρίου στο δίκτυο, με αποτέλεσμα να μην πίνεται το νερό από την έντονη οσμή, αλλά παρ’ όλα αυτά την επόμενη μέρα που επαναλάβαμε τις αναλύσεις από τα ίδια σημεία βρέθηκαν 14 δείγματα, δηλαδή το 19%, με ολικά κολοβακτηριοειδή και 7 με κολοβακτηριοειδή κοπράνων. Αυτό πιστοποιούσε την ύπαρξη πολλαπλών ανοιγμάτων του δικτύου στο βαριά μολυσμένο περιβάλλον, είτε στο εσωτερικό των υπονόμων είτε στο υπέδαφος, τα οποία τυχαία μόνο θα μπορούσαν να εντοπιστούν.
Να σημειωθεί επίσης ότι αναλύσαμε νερό από όσα πηγάδια μπορέσαμε να εντοπίσουμε. Όλα ήταν βαρύτατα μολυσμένα και ενημερώσαμε τους ιδιοκτήτες τους.
Συμπερασματικά μπορεί να πει κανείς ότι η εμφάνιση νέων καταστρεπτικών επιδημιών στην Παλιά Πόλη λόγω μολυσμένου νερού κατά τα χρόνια προ του 1997 αποφεύχθηκε χάρη στον συνδυασμό των ανωτέρω μέτρων αλλά και τον αυτοεμβολιασμό των κατοίκων, υπό την εποπτεία της Θείας Πρόνοιας. Αντίθετα οι ξένοι επισκέπτες της Παλιάς Πόλης, στερημένοι από το ελάχιστα ευρωπαϊκό πλεονέκτημα του Μιθριδατισμού απέναντι στους νοσογόνους οργανισμούς του νερού, πύκνωναν τις σελίδες του «Βιβλίου Συμβάντων» του Νοσοκομείου μας.
Εδώ τώρα κλείνοντας την παράγραφο για το νερό της Παλιάς Πόλης πριν από την εκτέλεση έργων προστασίας και εκσυγχρονισμού της, παρακαλώ να μου επιτραπεί μια παρέκβαση σχετικά με την επίσκεψη στην Παλιά Πόλη του τότε Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μπρους Μίλαν, που αποδέχτηκε την πρόσκλησή μου σε συνδυασμό με την σύσκεψη στην Περιφέρεια Κρήτης. Ήταν το 1992, όταν είχα διαμορφώσει πλήρες Σχέδιο Προστασίας και Ανάδειξης της Παλιάς Πόλης και το είχα διατυπώσει σε μια Μελέτη, που αφορούσε βέβαια και τη νέα πόλη. Η Μελέτη αυτή, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος της «ΤΑ ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ, 1991», έθετε ως βάση για κάθε σχέδιο ανάπτυξης του Ρεθύμνου τη ριζική αντιμετώπιση των τριών βασικών και οξύτατων προβλημάτων του, της Ύδρευσης, της Αποχέτευσης και της Αντιπλημμυρικής Προστασίας, περιελάμβανε όμως ειδικά για την Παλιά Πόλη τις κύριες υποδομές ανάπλασής της:
α. Την υπογείωση των δικτύων της Δ.Ε.Η. και του Ο.Τ.Ε.
β. Την κατασκευή υπόγειου δικτύου Καλωδιακής Τηλεόρασης και Οπτικών Ινών.
γ. Την πλακόστρωση και πεζοδρόμηση των δρόμων της.
Πρέπει ακόμα να σημειωθεί εδώ ότι οι κατασκευαστικές Μελέτες για την Οριστική ύδρευση και την Οριστική Αποχέτευση του Ρεθύμνου, στο πείσμα όσων με κατηγορούσαν ότι έκανα «Μελέτες – Ομελέτες», είχαν ήδη ολοκληρωθεί και απλά χρειαζόταν τώρα επικαιροποίηση. Είμαστε έτοιμοι να χτυπήσουμε την πόρτα και το χρηματοκιβώτιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ήρθε λοιπόν ο Μ. Μίλαν με πολυάριθμη συνοδεία στο Δημαρχείο, όπου του κάναμε εμπεριστατωμένη ενημέρωση με διαφάνειες και αναντίρρητα δεδομένα που παρέπεμπαν όχι στην Ευρώπη αλλά βαθιά στον τρίτο κόσμο.
Κατόπιν ξενάγησα τους ξένους μας στην Παλιά Πόλη, ιδιαίτερα στα στενά όπου μεγάλωσα, Κόρακα, Μίνωος, Αναγνώστη Τσίχλη, Ραδαμάνθυος κ.λ.π. που έβγαζαν και τη μεγαλύτερη μπόχα, και καταλήξαμε στο ρακάδικο του μακαρίτη Χαραλαμπά στην Αγία Βαρβάρα, όπου είχα παραγγείλει πλούσιους τοπικούς μεζέδες, ρακές και, ρητά, 20 ποτήρια νερό. Οι ξένοι μας τίμησαν τις ρακές με το παραπάνω, υποθέτω για απολύμανση, εξαφάνισαν τους μεζέδες αλλά δεν άγγιξαν τα ποτήρια το νερό που ήταν αραδιασμένα.
Όταν φεύγαμε από το ρακάδικο για τη σύσκεψη στο Ηράκλειο, ο Έλληνας Υπουργός που τους συνόδευε με έπιασε σφικτά από το μπράτσο και μου είπε επιτιμητικά:
– «Είδες τι έκανες; κανείς δεν ήπιε νερό».
Κι εγώ του απάντησα γελώντας:
– «Θα το θεωρούσα πλήρη αποτυχία, αν έστω και ένας έπινε μια γουλιά νερό!»
Προσθέτω ακόμη ότι το βασικό υλικό της παρουσίασης αυτής για το νερό σε σχέση με την αποχέτευση της Παλιάς Πόλης το εμπλούτισα αργότερα με υγειονολογικά και πλείστα άλλα στοιχεία, ώστε να αποτελέσει ειδική μελέτη με τίτλο «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ – ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΥΔΡΑΓΩΓΕΙΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ, ΕΚΘΕΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ, Μάρτιος 1993». Η Μελέτη αυτή μεταφράστηκε και στα αγγλικά και μοιράστηκε αφειδώς τόσο στην Αθήνα όσο και στις Βρυξέλλες προκειμένου να ενισχύσει το αίτημα του Ρεθύμνου για χρηματοδότηση των σχετικών έργων.
Τελικά, ύστερα από πολύχρονη και πολύπλευρη μεθόδευση, τα έργα Ύδρευσης της Παλιάς Πόλης χρηματοδοτήθηκαν μέσα στα πλαίσια του συνολικού έργου Διάσωσης και Ανάπλασής της, με την πολιτική στήριξη του αείμνηστου Γιάννη Κεφαλογιάννη.
Μερικές φωτογραφίες είναι ενδεικτικές.
Το πρόβλημα της διανομής του νερού στην Παλιά Πόλη λύθηκε με την κατασκευή σύγχρονων ασφαλών δικτύων, όπως άλλωστε και στη Νέα Πόλη. Όμως για να λειτουργήσουν τα δίκτυα αυτά έπρεπε να υπάρχει επαρκές νερό που δεν υπήρχε και το Ρέθυμνο διψούσε. Είχα ζήσει τη δίψα της πόλης ως μαθητής με το σταμνί στο ένα χέρι και τον γκαζοντενεκέ στο άλλο περιμένοντας να τρέξει η βρύση στη γωνία του Καλπάκη και τη ζούσα και τώρα ως Δήμαρχος. Η κατάσταση ήταν απελπιστική, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, και αφόρητες οι εντάσεις και οι διαμαρτυρίες που αντιμετώπιζα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα οργισμένο τηλεφώνημα το καλοκαίρι του 1968:
– «Είσαι ο Δήμαρχος;
– Μάλιστα, τι θέλετε;
– Είμαι οικοδόμος και ήρθα στο σπίτι μου τώρα να κάμω ένα μπάνιο και δεν υπάρχει σταλιά νερό. Τι θα γίνει, μπορείς να στείλεις νερό;
– Δυστυχώς, οι δεξαμενές άδειασαν από τις 12 το μεσημέρι. Το νερό θα ‘ρθει κατά τις 10 το βράδυ.
– Σκ…………».
Με τη λέξη του Καμπρόν στο Βατερλώ έκλεισε το τηλέφωνο.
Έχοντας αυτές τις πικρές εμπειρίες των μαθητικών μου χρόνων στην Παλιά Πόλη, από την αρχή της θητείας μου στον Δήμο άρχισα να μελετώ και να οργανώνω την εξασφάλιση της Υδροδότησης του Ρεθύμνου σε βάθος χρόνου λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τους σχεδιασμούς μου για την ανάπτυξή του στο μέλλον.
* Ο Δημήτρης Ζ. Αρχοντάκης είναι τ. δήμαρχος Ρεθύμνης

Αφήστε μια απάντηση