Η μουράγια και το χαλινάρι, που έχουν ξεχαστεί

Η μουράγια και το χαλινάρι, που έχουν ξεχαστεί
06/09/2018 του Γιάννη Τσακπίνη  του Γιάννη Τσακπίνη
 
Η παλιά επιστήμη με την κατασκευή των αυτοσχέδιων μέσων που ο άνθρωπος είχε κατασκευάσει και τα χρησιμοποιούσε για την επιβίωσή του δεν τελειώνουν να μας έρχονται στη μνήμη μας. Αυτά είναι αδύνατο να ξεχαστούν καθότι τα συναντούμε συνέχεια μπροστά μας στα σπίτια, στα καφενεία, στους συλλόγους, στα Μουσεία κλπ. Οι ηλικιωμένοι τα θυμούνται και τις δυσκολίες που είχανε συναντήσει στη διαδρομή της ζωής τους, ενώ οι νέοι οφείλουν να ενημερώνονται για τα όσα οι πρόγονοί τους βιώσανε. Και όμως απορούν με τις τόσες δυσκολίες που είχανε περάσει και πάλι δεν χάνανε το κουράγιο τους να προσπαθούν για την κατασκευή περισσότερων που να τους δώσει ένα ελπιδοφόρο μέλλον προκειμένου να φύγουν από τους αναμενόμενους κινδύνους που περιμένανε.
Από αυτά, για δύο, την μουράγια και το χαλινάρι θα μας κάνουν λόγο οι δυο χωριανοί ηλικιωμένοι που πρόσφατα τυχαία συναντηθήκανε και οι οποίοι τα χρησιμοποιούσανε στα κατοικίδιά τους ζώα και στα ζώα που είχανε βοηθούς στις υπαίθριες εργασίες τους.
Ο κ. Μάρκος Π. από γνωστό προάστιο της πόλης μας στο πέρασμά του πεζός από τη γειτονιά του κ. Ευτύχη Κ. τον είδε να κάθεται κάτω από την κρεβατίνα του σπιτιού του και να καμαρώνει τους περαστικούς, αφού δεν είχε τη δυνατότητα λόγω ηλικίας να πάει μόνος του μια βόλτα στα κοντινά μαγαζιά της περιοχής του.
Τον χαιρέτησε και του λέει ο Ευτύχης: Μάρκο, αν δεν έχεις δουλειά να πας έλα να κάνουμε παρέα. Πράγματι, δέχθηκε και καθίσανε κοντά στον γέρικο κορμό της κρεβατίνας. Χαρούμενη η γυναίκα του Σοφία αμέσως έβγαλε ένα τραπεζάκι και καρέκλες να τους περιποιηθεί με τον καφέ πρώτα και αργότερα με την ρακή και με τους εκλεκτούς μεζέδες που τους ετοίμασε. Πίνανε και λέγανε τα παλιά τους βιώματα στα χωριά τους.
Εκείνη την ώρα το μάτι του Μάρκου πήγε στον κορμό της κρεβατίνας που είχε κρεμάσει ο χωριανός του στη μουράγια και στο χαλινάρι σε πολύ παλιά κατάσταση και λέει στον Ευτύχη: Ακόμα έχεις ετούτανά να θυμάσαι τα βάσανα που τραβήξαμε από κοπέλια μέχρι να μεγαλώσουμε; Και του απαντά: Μάρκο, θέλω να τα καμαρώνω ώσπου να ζω. Δεν μπορώ να τα πετάξω στα σκουπίδια. Με αυτά χαίρεται η καρδιά μου που τα βλέπω και δεν μαγαρίζουν το σπίτι μου αλλά του δίνουν ομορφιά. Όταν πεθάνω θα πάρουν το δρόμο της εξαφάνισης. Εσύ Μάρκο του απαντά: τι έχεις κάνει τα δικά σου; Δεν ξέρω του λέει τα κοπέλια μου ξέρουν που τα πήγανε.
Μετά από λίγο προστεθήκανε και άλλα δυο άτομα στην παρέα ο κ. Βασίλης Δ. και ο κ. Βασίλης Μ.
Όλοι είπανε ότι είχανε συναντήσει στα χωριά τους με τα ζώα τους με τις μουράγες και με τα χαλινάρια τους.
Ο Μάρκος που πρωτοπορούσε ως ομιλητής στην παρέα έκανε γενική περιγραφή επειδή θα το διαβάζανε οι νέοι για την μουράγια και το χαλινάρι που είχανε στο σπίτι τους για προστασία και για την ασφάλεια των ζώων τους.
Ήτανε είπε μια αυτοσχέδια ειδική κατασκευή από σχοινί στην αρχή και μετά με δέρμα με στρογγυλές μεταλλικές προσδέσεις όπως ακριβώς την βλέπουμε στον κορμό της κρεβατίνας.
Την τοποθετούσαμε στο κεφάλι των ζώων (στη μούρη του εξού και μουράγια) και στο κάτω μέρος αυτής είχε πρόσδεση για σχοινί 3-4 μέτρων για να οδηγούνται τα ζώα στην εξοχή να βοσκήσουν «κατσίκες, προβατίνες, αγελάδες». Για τα ζώα «γάιδαρο-μουλάρι-άλογο» για να βοσκήσουν και για να μεταφέρουν με ασφάλεια τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα στο σπίτι και στην αγορά καθώς και τα εργαλεία τους για τις καλλιέργειές τους.
Αργότερα έγινε και η κατασκευή του χαλιναριού που διέφερε μόνο στο κάτω μέρος που είχε μεταλλική κατάληξη και έμπαινε εντός του στόματος του ζώου για πλήρη ελεγχόμενη ασφαλή μεταφορά όλων των εργασιών και όταν το φορούσε το ζώο δεν μπορούσε να φάει την τροφή του.
Στο σπίτι είχαμε για όλα τα μαρτάρικα μικρές και μεγάλες μουράγες που τις αγοράζαμε από τον Αβάτζο ή από την Τζέλεση ή από τον Σπανουδάκη που είχανε χάνια στη μεγάλη πόρτα. Ο Αβάτζος (παρατσούκλι) ήτανε ο καλύτερος πεταλωτής και πήγαινε στα χωριά να πεταλώνει τα ζώα τους.
Πρόσθεσε ακόμα ότι μερικοί χωριανοί ήτανε τσιγκούνηδες και δεν αγοράζανε μουράγιες αλλά τα δένανε απευθείας με σχοινί από τον λαιμό τους. Έτσι ορισμένες φορές είχανε δυσάρεστο αποτέλεσμα που βρίσκανε ορισμένα από αυτά πνιγμένα. Το ίδιο και με τα γαϊδούρα, μουλάρια και άλογα. Αν δεν ήτανε καλές οι μουράγιες και αν δεν τα είχανε καλά δέσει με καλό σχοινί κοβότανε και προξενούσανε ζημιές στα προϊόντα των χωριανών ή και φεύγανε προς άγνωστο τόπο.
Όπως ένας χωριανός είχε πάει στο χωριό Όρος της Αγίας Μαρίνας 17 Ιουλίου στο πανηγύρι. Είχε δέσει τον γάιδαρό του σε ένα χωράφι. Την άλλη μέρα που πήγε να τον πάρει, είχε κοπεί η μουράγια του και τον βρήκε μετά από ένα μήνα στο χωριό Αρμένοι και αναγκάστηκε να φορτώσει το σομάρι του σε άλλο γάιδαρο χωριανού του να το μεταφέρει στο σπίτι του.
Εκείνη την εποχή επικρατούσε στα χωριά όταν κάποιος έκανε φασαρίες, έλεγε ψέματα και δεν ήτανε μπεσαλής στις πράξεις του λέγανε ότι μόνο με μια μουράγια από τον Αβάτζο να του βάλουνε θα στρώσει αμέσως.
Δεν άργησε να πάρει τον λόγο ο Ευτύχης ο μεγαλύτερος της παρέας αλλάζοντας τελείως την κουβέντα από τη μουράγια και το χαλινάρι. Έντονα ξέσπασε για την οικονομική κρίση λέγοντας ότι: αυτά σήμερα χρειάζονται να τα φορέσουν αυτοί που φέρανε τη χώρα μας σε αυτό το χάλι.
Είμαστε ακόμα πολλοί ηλικιωμένοι στη ζωή και διαθέτουμε μνήμη και ξέρουμε να κρίνουμε δίκαια όλες τις συμπεριφορές των υπευθύνων που φέρανε αυτή τη φτώχεια και να μας κόβουνε τις συντάξεις. Εμείς δουλέψαμε διπλά χρόνια να τις πάρουμε. Δεν περίμενα στα γηρατειά μου να γνωρίσω και άλλη πείνα. Θυμήθηκε τα παλιά του χρόνια και με αγανάκτηση στο τέλος μετά από ακατανόμαστες εκφράσεις είπε προς όλους αυτούς: να τους φορέσουμε μουράγιες και χαλινάρια από αυτά που έχουμε στα σπίτια μας για να σταματήσει κάποτε ο κατήφορος που μας πήρε. Σε όλα τα έχουν κάνει σαλάτα. Όταν θα φύγουμε εμείς όλα θα τα πληρώσει η νέα γενιά. Στη συνέχεια ο καθένας έφυγε για το σπίτι του όχι βέβαια χαρούμενοι αλλά και ούτε θα υποχωρήσουμε όσο είμαστε στη ζωή είπανε όλοι τους. Ο αγώνας θα συνεχίζεται και ελπίζουμε και στο Θεό ότι θα βρεθούν πατριώτες που αγαπούν την πατρίδα μας και θα σωθούμε. Δεν έχασε καιρό και ο Βασίλης Δ. να πει: Ευτύχη, όλοι τους μάθανε να τρώνε στη δική μας ματζαδούρα και δεν τους εμποδίζουνε καθόλου οι μουράγιες και τα χαλινάρια αν ακόμα είναι και σιδερένια.
Σήμερα καλούνται οι νέοι από περιέργεια να κρίνουν την εποχή των προγόνων τους και να πάρουν θέση που μπορούν άνετα να αντισταθούν με τον πιο καλύτερο τρόπο να σταματήσουν όλοι να προξενούν την καταστροφή και την εξαφάνιση των ιδανικών μας.
* O Γιάννης Τσακπίνης είναι απόστρατος αξιωματικός

Αφήστε μια απάντηση