Η άγνωστη οδύσσεια του αγάλματος του Άγνωστου Στρατιώτη

Εκτύπωση
ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΕΡΑΝΟΥΣ

Η άγνωστη οδύσσεια του αγάλματος του Άγνωστου Στρατιώτη
• Με παρέμβαση Νικολάου Ασκούτση έφθασε επιτέλους στο Ρέθυμνο
 
Το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη ήταν ένας από τους στόχους των Ρεθεμνιωτών από το 1925. Ένοιωθαν την υποχρέωση να τιμούν με το έμβλημα αυτό τον ανώνυμο αγωνιστή που έδωσε νιότη και ζωή για την αξιοπρέπεια της πατρίδας. Η επιθυμία έγινε εντονότερη στα τέλη της δεκαετίας του 20, καθώς ήταν νωπός ακόμα ο απολογισμός από τους αγώνες του έθνους.
Άλλο δεν άκουγες από τους ασπρομάλληδες παρά για τις ανδραγαθίες στα μέτωπα. Και δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έδινε τροφή για περηφάνια με ένα ή και περισσότερα μέλη της.
Ένας λόγος τώρα ήταν να στηθεί το άγαλμα. Και γι’ αυτό χρειάζονταν χρήματα. Όταν όμως η πόλη φυτοζωούσε θα ήταν υπερβολή να αποζητά τέτοια μεγαλεία. Και ποιος να βρεθεί χορηγός;
Πάντα υπάρχουν ωστόσο οι οραματιστές που δεν πτοούνται από τα εμπόδια προσπαθώντας να πετύχουν το στόχο τους.
Πώς έλυνε μέχρι τότε τα οικονομικά ζητήματα η πόλη; Με τους εράνους κάλυπτε πλήθος αναγκών. Ένας έρανος παραπάνω λοιπόν δεν θα έβλαπτε για τον ιερό αυτό σκοπό.
Η μέθοδος που απέδιδε καρπούς ήταν οι χοροεσπερίδες. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου δηλαδή. Οι Ρεθεμνιώτες, αφού διασκέδαζαν έβαζαν και πιο βαθειά το χέρι στην τσέπη.
Πήρε λοιπόν το θάρρος ο Σύλλογος Εφέδρων Οπλιτών να διοργανώσει χοροεσπερίδα για να εξασφαλίσει κάποια χρήματα. Ήταν Γενάρης του 1929.
Στο Ιδαίον Άντρον
Στις 19 του μήνα, ημέρα Σάββατο, ήταν όλα έτοιμα στο «Ιδαίον Άντρον» που περίμενε λαμπροστολισμένο τους καλεσμένους του Συλλόγου. Η εκδήλωση μάλιστα είχε όλα τα χαρακτηριστικά μεγάλου κοσμικού γεγονότος, καθώς είχε θέσει υπό την αιγίδα του τη χοροεσπερίδα ο Νομάρχης Ανδρέας Μάρκελος. Είχε όμως και αρμοδιότητα γιατί στους ισολογισμούς του Συλλόγου υπογράφει στη θέση του προέδρου.
Από τις 9 το βράδυ άρχισε να καταφθάνει κόσμος εκλεκτός. Μέχρι τις 10 που η Φιλαρμονική του Ορφανοτροφείου χαιρέτισε τον ερχομό του νομάρχη που περνούσε το κατώφλι της αίθουσας δεν έπεφτε καρφίτσα. Κι ενώ ο Ανδρέας Μάρκελος χαιρετούσε δεξιά κι αριστερά, ξεκίνησε αμέσως με συρτό το μουσικό πρόγραμμα που έφερε αρκετούς χορευτές στην πίστα. Το χορό σέρνει ο διοικητής Χωροφυλακής Παπαδαντωνάκης.
Δεν αργεί να ξεκινήσει και το πρόγραμμα με τους ξένους χορούς όπου εκεί ο δημοσιογραφικός φακός εστιάζεται στις εκπληκτικές επιδόσεις ζευγαριών όπως των Ρεγκούκου, Τσάκωνα, Σεϊτανίδου, Γαιτάνου, Δερμιτζάκη, Φωτιάδου, αλλά και των δεσποινίδων Βαλαρή, Κορωνάκη, Μανουρά, Λαμπάκη, Πλουμιδάκη, Πλυμάκη, Σπανδάγου, Χαλκιαδάκη, Δάβη, Φραγκιαδάκη κ.α.
Καλά χόρεψαν κι ήρθε η ώρα του …ρεπό. Ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να απολαύσουν έναν πλουσιότατο μπουφέ.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η προετοιμασία ενός μπουφέ εκείνη την εποχή δεν ήταν κάτι τόσο εύκολο, ούτε απλό. Οι κυρίες όμως με την φαντασία και την επιδεξιότητά τους στην κουζίνα έλυναν τα προβλήματα. Και είναι γεγονός ότι τα πιάτα που ετοίμαζαν γίνονταν ανάρπαστα. Είναι άλλωστε και το σημείο που στέκονται όλοι οι χρονογράφοι οι οποίοι σημειωτέον δεν διέθεταν τη σημερινή τακτική της μεγάλης προσοχής στη διατύπωση μη χαλάσουμε καρδιές. Σε μερικούς χορούς πέφτει «θάψιμο» περιωπής ακόμα και με επώνυμες αναφορές. Κριτική με όλη τη σημασία της λέξης. Επομένως μετράνε πολύ οι έπαινοι που γίνονται ιδιαίτερα στο περιεχόμενο του μπουφέ.
Κι ενώ οι καλεσμένοι του Συλλόγου Εφέδρων Πολεμιστών απολαμβάνουν τις περίτεχνες γεύσεις, ο Νομίατρος Κ. Λίτινας δίνει ρεσιτάλ με τα περίφημα ανέκδοτά του και το αστείρευτο κέφι του.
Ο χορός τέλειωσε κατά τις 7 το πρωί και όλοι απεχώρησαν ενθουσιασμένοι.
Έγιναν και άλλες σχετικές εκδηλώσεις για να συγκεντρωθούν χρήματα. Κάποια φορά θα αναφερθούμε στις πιο εντυπωσιακές δράσεις για να έχουμε μια συνολική εικόνα της μεγάλης αυτής προσπάθειας.
Για γέλια και για κλάματα
Ενώ όλα έβαιναν καλώς και η ανατολή του 1930 σηματοδοτούσε και την εκπλήρωση του ονείρου συνέβησαν κωμικοτραγικά γεγονότα που αν έλειπε ο Νικόλαος Ασκούτσης θα κατέληγε σε φιάσκο η όλη προσπάθεια.
Μόλις είχαν συγκεντρώσει κάποιο ποσόν τα μέλη της επιτροπής που είχε αναλάβει τη διαχείριση του θέματος, ήρθαν σ’ επαφή με γλύπτη στην Αθήνα και διαπραγματεύτηκαν μαζί του την φιλοτέχνηση του αγάλματος.
Κλείσανε στις 140.000 δραχμές, δόθηκε μια προκαταβολή 105.000 δραχμών και συμφωνήθηκε να τελειώσει το άγαλμα, να μεταφερθεί στην πόλη για να το αξιολογήσει αρμόδια επιτροπή και αφού τοποθετηθεί να εξοφληθεί το ποσόν στον καλλιτέχνη.
Κι ενώ όλα έβαιναν καλώς κι άρχισε να σχεδιάζεται η οργάνωση της τελετής, λαμβάνει η επιτροπή κάποιες περίεργες επιστολές που από θαύμα τα μέλη της γλίτωσαν το έμφραγμα.
Ο καλλιτέχνης φαίνεται πως είχε χρέη. Οι πιστωτές του λοιπόν προχώρησαν σε κατάσχεση και μέσα στα αντικείμενα που θα «έτρωγε» το μαύρο σκοτάδι ήταν και το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη. Για να μη χάσουν τα λεφτά τους ζητούσαν από την αρμόδια επιτροπή να τους δοθεί το ποσόν των 60.000 δραχμών, για να παραχωρήσουν αμέσως το άγαλμα. Όφειλαν όπως τόνιζαν -περισσότερο για «καλόπιασμα»- να προτιμήσουν το Ρέθυμνο από άλλη πόλη που θα έδειχνε ενδιαφέρον από τη στιγμή μάλιστα που είχε δοθεί από αυτό η σχετική παραγγελία.
Ο πολύτιμος Ασκούτσης
Εκεί πάνω στις διαπραγματεύσεις σπαταλήθηκε χρόνος και το άγαλμα βγήκε σε πλειστηριασμό αντί του ποσού των …500 δραχμών. Νέα οδύσσεια από πλευράς της επιτροπής μέχρι να βρεθεί μια λύση. Εδώ στάθηκε πολύτιμη η παρέμβαση του Νικολάου Ασκούτση, ο οποίος κατάφερε να φέρει την επιτροπή σε επαφή με τον αγοραστή του αγάλματος. Ακολούθησαν νέα παζάρια μέχρι που συμφωνήθηκε να δώσει ο αγοραστής το άγαλμα αντί του ποσού των 20.000 δραχμών. Έτσι κι έγινε. Ο αγοραστής πήρε προκαταβολή δέκα χιλιάδες και τα υπόλοιπα όπως συμφωνήθηκε του δόθηκαν αργότερα.
Έτσι ήρθε επιτέλους το άγαλμα στο Ρέθυμνο λίγες μέρες πριν ξεκινήσει ο πανελλήνιος εορτασμός για την επέτειο των 100 χρόνων από την απελευθέρωση. Το Ρέθυμνο ήταν στο επίκεντρο του εορτασμού που θα λάμπρυνε με την παρουσία του ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επειδή συνέπιπταν οι εκδηλώσεις με την επέτειο του ιστορικού ολοκαυτώματος της Ιεράς Μονής Αρκαδίου. Κι έφτασε επιτέλους η πολυπόθητη μέρα.
Κυριακή λοιπόν 8 Νοεμβρίου 1930, από τις 9.30 το πρωί είχε συγκεντρωθεί κόσμος στην πλατεία περιμένοντας τους επισήμους που δεν άργησαν να καταφθάνουν. Και να ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Κατεχάκης, ο Μέραρχος Κρήτης Στρατηγός Παναγιωτάκος με το επιτελείο του, ο νομάρχης, οι δήμαρχοι Ρεθύμνου, Χανίων και Αγίου Νικολάου, ενώ ο κόσμος συνέρρεε από παντού.
Μόλις συγκεντρώθηκαν όλοι εψάλη επιμνημόσυνη δέηση χοροστατούντος του Τοποτηρητή της Ιεράς Μητρόπολης Λάμπης και Σφακίων Αγαθάγγελου Λαγκουβάρδου και αμέσως μετά έλαβε το λόγο ο Πολύβιος Τσάκωνας που γοητεύοντας το ακροατήριο με την ευφράδειά του αναφέρθηκε στη σημασία της τελετής. Αμέσως μετά ο δικηγόρος Αντώνης Καλαϊτζάκης, ως πρόεδρος του Συλλόγου Εφέδρων Οπλιτών, που έκανε τόσο αγώνα για την ανέγερση του αγάλματος, καταθέτοντας στεφάνι είπε:
«Συγκυρία ευτυχής, ανταξία των μεγάλων γεγονότων το επιβλητικόν προσκύνημα του Αρκαδίου, κατά την επέτειον της ολοκαυτώσεώς του και η τελετή αύτη καθ’ ην ο Ρεθυμνιακός λαός με ευγκωτοτέραν υπενθύμισιν παραδίδει ευλαβώς, εις την αιωνιότητα την εποποίαν των τέκνων του των τελευταίων ενδόξων ενιαυτών.
Προς τι και αν ανά τας στέππας της Ρωσίας και τα βουνά της Ιωνίας, μακράν φιλτάτων νωποί ακόμα υπάρχουν οι τάφοι των γενναίων η και αν εις κορυφογραμμάς και εις χαράδρας άταφα παραμένουν των Ελλήνων ιερά εξ ίσου ιερά και η ανάμνησις των επιζώντων εξ ίσου ιερά και ευγενής η εκδήλωσις τούτων και είναι η εκδήλωσις υπέρ της μνήμης εκείων τα απανταχού της Ελλάδος εγειρόμενα ηρώα.
Αιστανθείτε τα οστά των τετιμημένων ηρώων όπου και αν ευρίσκεσθε και σεις ψυχές γλυκές εάν πλανάσθε γύρω μας ιδέτε ότι δεν σας ελησμονήσαμεν.
Ο εφεδρικός κόσμος του νομού Ρεθύμνης, ο σύλλογος των Εφέδρων οπλιτών, συμπολεμισταί των μελών του οποίου υπήρξαν εκείνοι οίτινες ελάμπρυναν το όρσαμα της εποποίίας ταύτης υπό τας πτυχάς της ενδόξου σημαίας των του ηρωικού 8ουΣυντάγματος των Κρητών και υπό άλλας ενδόξους ωσαύτως προσφέροντες ότι πολυτιμότερον είχον την νεανικήν των ζωήν εις τα διάφορα πεδία των μαχών δια να εξασφαλίσουν καλυτέραν αύριον εις τας επερχομένας γενεάς. Ο Σύλλογος ούτος με την ζωηράν ανάμνησιν των ενδόξων εκείνων συναγωνιστών του προσέρχεται προσκυνητής του ηρώου των και καταθέτει δι εμού επί τούτου στέφανον δάφνης, ελάχιστον φόρον τιμής των επιζώντων Ρεθυμνίων συμπολεμιστών του».
Μετά τα ζεστά αυτά λόγια ο Μάνος Τσάκωνανς εξ ονόματος της επιτροπής εκατονταετηρίδος παρακαλεί τον Κατεχάκη να αποκαλύψει το μνημείον, ενώ η μουσική των παρατεταγμένων ευζώνων ανακρούει τον εθνικό ύμνο και οι παρατεταγμένοι στρατιώτες παρουσιάζουν όπλα. Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων. Εκ μέρους των αναπήρων οπλιτών κατέθεσε στέφανο ο ήρωας των τελευταίων πολέμων λοχαγός Ν. Ζερβός κάνοντας και μια εμπνευσμένη ποιητική προσφώνηση.
Έπειτα οι επίσημοι κατευθύνθηκαν στο Δημαρχείο και παρακολούθησαν την παρέλαση τμημάτων στρατού και μαθητών των σχολείων. Μετά την παρέλαση οι επίσημοι ανέβηκαν στο δημαρχείο όπου και τους προσφέρθηκαν αναψυκτικά.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΜΙΑΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΤΕΛΕΤΗΣ

Για τον άγνωστο στρατιώτη …δημότη Ρεθύμνου

Για τον άγνωστο στρατιώτη …δημότη Ρεθύμνου
• Παρούσα και η κοινότητα Γερακαρίου με κατάθεση στεφάνου
Αναφερθήκαμε στην τελετή αποκαλυπτηρίων του αγάλματος Αγνώστου Στρατιώτη που δεσπόζει στην ομώνυμη πλατεία της πόλης μας αλλά και στην οικονομική περιπέτεια που δημιούργησε πονοκέφαλο στην οργανωτική επιτροπή.
Ήταν από την «Κρητική Επιθεώρηση» τα στοιχεία. Σε μια άλλη εφημερίδα πάντως που εξέδιδε ο Πολύβιος Τσάκωνας, ο μέγιστος των πολιτιστικών παραγόντων του Ρεθύμνου με τίτλο «Εφημερίς των συζητήσεων» αναφέρονται και άλλες λεπτομέρειες της σημαντικής τελετής, αφού αφορά ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά μνημεία του Ρεθύμνου. Κι είπαμε να ολοκληρώσουμε το αφιέρωμα με τα παραλειπόμενα αυτά.
Όπως γράψαμε ήδη τα αποκαλυπτήρια έγιναν με ιδιαίτερη λαμπρότητα την Κυριακή 9 Νοεμβρίου 1930 και απόλυτη τάξη. Εντυπωσιακή ήταν η παράταξη του προτύπου τάγματος ευζώνων και της Μοίρας Πυροβολικού. Συμμετείχαν επίσης τμήμα του 44ου Τάγματος, τριών ομάδων προσκόπων υπό το γενικό πρόσταγμα του Στ. Παπαδάκη και σχολικών τμημάτων. Στην επιμνημόσυνη δέηση παρέστη και ο Αρμένιος ιερέας.
Η ομιλία του Πολύβιου Τσάκωνα
Μετά τη δέηση ο Πρόεδρος των Εφέδρων Αξιωματικών Πολύβιος Τσάκωνας ζήτησε από το πλήθος να κρατήσει ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των νεκρών κι έπειτα εκφώνησε μια εξαιρετική ομιλία γεμάτη πατριωτικό παλμό.
Είπε συγκεκριμένα:
«Ακούστε το ανατριχιαστικό θρόισμα που κάνουν οι ψυχές γύρω από το συμβολικό αυτό άγαλμα. Σκυμμένοι ας αναπολήσωμεν στοργικά τας αγαπημένας μορφάς.
Ας αφήσουμε την ψυχή μας γοργόφτερη να τρέξει προς τα οπίσω, ας απαλλάξουμε τη σκέψη μας από τον πόνο, από τα όρια του τόπου και του χρόνου για να μπορέσωμε να ακολουθήσουμε εκείνους που σήμερα τιμάμε.
Πρέπει να αγναντέψουμε πέρα σε αλλαργινές στεργιές και να αναπαραστήσωμε τες ωραιότητες χρόνων και χρόνων.
Ν’ αφήσουμε να συναρπασθούμε σ’ επικές ατμόσφαιρες που η λάμψις ενός θεϊκού φωτός, τρελλή ξελογιάστρα θα μας παρασύρη.
Τότε και μόνον τότε θα μπορέσουμε να προσφέρουμε το ιερό μνημόσυνο στους αθάνατους νεκρούς μας.
Μια μέρα αλησμόνητη μέρα μια σάλπιγγα σαν κείνη της δεύτερης παρουσίας σήμανε συναγερμό. Οι συναρπακτικές δόνησές της ρίξαν τους νιούς σε έκσταση.
Οι νέοι οραματισθήκανε. Είδαν κάτι να ζωγραφίζεται ψηλά στα σύνορα.
Ήταν το όραμα μιας μεγαλύτερης Ελληνικιάς πατρίδας. Εγονάτισαν μεγαλόπρεποι οι ανδρείοι και ωρκίστηκαν να κάμουν το όραμα πράγμα χειροπιαστό.
Έξαλλοι σηκώθηκαν κι έτρεξαν ωραίοι και δυνατοί στην ψυχή και στο κορμί για να πιάσουνε το όραμα.
Στα μάθια τους έλαμπε το φώς της ελπίδος. Εκτελεσταί πόθων και ελπίδων -έτρεχαν ακούραστοι και ατσαλένιοι μες στον καυτερό ήλιο, στο ολόγιομο φεγγάρι και στη θυελλώδη νύκτα.
Μπροστά απ’ αυτούς έτρεχε η Πατρίδα, πλανεύτρα μάγισσα και τους μεθούσε με το μεθυστικό της άρωμα.
Τους μοίραζε το μαγιοβότανο της λησμονιάς και ξεχνούσαν τους δικούς των. Έτρεχαν να φτάσουν στον ορίζοντα που σχημάτιζαν τα πεπρωμένα της φυλής.
Κόσμοι παραμέριζαν να περάσουνε. Η αστραπή της ελληνικιάς λόγχης κάθε μέρα και σημείωνε τα σύνορα πιο μακριά γιατί την κρατούσαν τα πιο δυνατά και τα πιο διαλεκτά χέρια της φυλής.
Στο διάβα της ξαναζούσαν οι θρύλοι οι παλιοί. Το δράμα δεν μπορούσε να σβήσει από τα βάθεια της ψυχής τους, γιατί ήταν γλυκό, γιατί ήτανε πλάνο.
Έτρεχαν κατόπι του οι έφηβο των βουνών, των κάμπων και των γελαστών νησιών. Το πέρασμά τους ήταν φωτεινό σαν τον ολόφωτο Γαλαξία. Χύθηκαν κι άπλωσαν οι Ελληνικές φάλαγγες, στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία. Σκορπούσαν ρίγη ενθουσιασμού.
Το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότης. Τ’ αυτιά τους βούιζαν από τον ήχο του νικητηρίου ύμνου. Οι λεβέντες περνούσαν το γλαυκό πόντο για να ενώσουνε τη φυλή σφικτά σε μια πατρίδα. Ο πολεμόχαρος χείμαρρος χύθηκε παντού.
Οι αντίλαλοι των βουνών της Μακεδονίας και της Θράκης, της Ηπείρου και της Μικράς Ασίας αντηχήσανε από τη νικητήριο ιαχή και η εθνική σημαία εστήνετο στες φοβερές επάλξεις των εχθρών. Οι κάμποι και τα βουνά εγιόμιζαν από τους καπνούς και τες φλόγες άγριας μάχης.
Κι η νίκη γυρνώντας στο θολό πεδίο της μάχης κερνούσε τα παλικάρια το καταπόρφυρο κρασί της δόξας. Η ζωή γι’ αυτά έχει ένα προορισμό. Τη νίκη. Αλλά αλλοίμονο. Ο δρόμος είναι μακρύς κι έχει τους κουρασμένους του. Γι’ αυτό οι κάμποι και τα βουνά στρωνόντουσαν με κορμιά. Άφθονο χυνόνταν το αίμα.
Ανάμεσα στη κοσμοχαλασιά της μάχης φύτρωνε η δάφνη της δόξας. Και τη δάφνη αυτή πότιζαν οι ιερές σπονδές του αίματος των ηρώων.
Ποτέ άλλοτε δεν βλάστησε πλουσιότερη δάφνη, αλλά και ποτέ άλλοτε δεν είχε ανάγκη από περισσότερο πότισμα. Γι’ αυτό οι νιοι προσφέρανε άφθονο -αλύπητα- το αίμα τους. Υπάκουαν σε μια ιερή πρόσκληση.
Εστήνετο ένα απαράμιλλο τρόπαιο και γύρω του εγίνετο ένα απέραντο άλσος από τες δάφνες των διαφόρων μαχών. Κι εσχηματίζετο ένα ξωτικό δάσος μια γωνιά παραδείσου.
Μεγάλωσαν οι δάφνες και ξεφούντωσαν κατακόκκινα τα λουλούδια τους. Στις σκιές του ιερού άλσους ήρχοντο οι κουρασμένοι του μεγάλου δρόμου και εξεκουράζοντο.
Η μυρωμένη πνοή του αισθήματός των έκανε να θεριεύουν τα ιερά φυτά του.
Το αίμα αυτό που εχύνετο έκανε να λάμπει για τους σκλάβους ο ήλιος πιο λαμπρός, να τραγουδούν τ’ αηδόνια πιο λαγγεμένα κι ο μπάτης να χορεύει πιο απαλά τες θάλασσες.
Ο δρόμος ο δικός τους μες τες ερημιές και τα πυκνά τα δάση, τους μαγεμένους κάμπους και τα στοιχειωμένα βουνά έκανε το έθνος να πανηγυρίζει χαρές.
Αλλά αλλοίμονο οι χαρές αυτές είχαν και τα συντρίμμια τους.
Και τα συντρίμμια αυτά κλαιν πικραμένες μάνες, λυγερόκορμες κόρες. Και με τα μάθια δακρυσμένα προσμένουν μάταια το γυρισμό τους.
Η πόλις για να πληρώσει φόρο τιμής σ’ αυτούς έστησε σήμερο εδώ τον ανδριάντα αυτόν που γύρω του εμείς ευγνώμονες μαζευτήκαμε.
Μη κλάψετε όμως γι’ αυτούς. Είναι οι μόνοι ευδαίμονες, είναι οι μόνοι που δικαιούνται να είναι υπερήφανοι. Μόνο αυτοί δεν είδανε τη μεγάλη στρατιά να γυρίζει άδοξη σε μικραμένα σύνορα.
Ωραίοι νεκροί. Αιματηροί μαχηταί σας μακαρίζουμε. Φέρνουμε τη σκέψη σας με συγκίνηση.
Ο λαξεμένος αυτός στρατιώτης συμβολικός εκπρόσωπός σας θα θυμίζει αιώνια το καθήκον».
Η συγκίνηση του Μιχαήλ Πρεβελάκη
Μεταξύ εκείνων που κατέθεσαν στεφάνι ήταν και ο Γυμνασιάρχης Μιχαήλ Πρεβελάκης. Στην δική του αναφορά έκλεισε τη μεγάλη του συγκίνηση καθώς αναλογίστηκε ότι ανάμεσα στους πεσόντες υπήρξαν και πνευματικά τέκνα του Γυμνασίου Ρεθύμνου.
Συγκίνησε και ο νεαρός τότε πρόσκοπος Γεώργιος Ι. Γιαννούλης με την ποιητική του αναφορά, ενώ κατέθετε στεφάνι εκ μέρους των προσκόπων.
Από τις αξιοσημείωτες στιγμές της λαμπρής τελετής είναι η κατάθεση στεφάνου από την κοινότητα Γερακαρίου. Ήταν η μόνη από την ενδοχώρα του νομού που πήρε αυτή την πρωτοβουλία.
Και το θαυμάσιο πράγματι ρεπορτάζ της «Εφημερίδος των Συζητήσεων» τελειώνει με διευκρίνιση ότι δεν ανηγέρθη άγαλμα Αγνώστου Στρατιώτη ούτε μνημείο των αφανών Ηρώων όπως τους είχε υποδείξει ο Βενιζέλος αγνοώντας λεπτομέρειες. Το μνημείο είχε σκοπό να τιμήσει τους πεσόντες δημότες Ρεθύμνου όπως επρόκειτο να γίνει σε κάθε χωριό με την ανέγερση μνημείου πεσόντων.
Έμενε στην αρμόδια επιτροπή να συμπληρώσει το έργο της με την αναγραφή των ονομάτων σε αναμνηστικές πλάκες. Επ’ αυτού θα ακολουθήσει άλλο σημείωμα.
Ήταν απαραίτητες αυτές οι προσθήκες παραλειπομένων της τελετής. Καλό είναι να ξέρουμε ό,τι αφορά το άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη με κάθε λεπτομέρεια. Με αυτό άλλωστε θα έμεναν στον αιώνα οι πεσόντες δημότες του Ρεθύμνου.
O  ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ
Σύμφωνα με τον εκλεκτό  δικηγόρο κ. Γιάννη Φουρφουλάκη, το άγαλμα φιλοτέχνησε ο Γεώργιος Φούρφης από την οικογένεια Φουρφουλάκη Ο ίδιος όμως είχε κόψει το επώνυμό του για καλλιτεχνικούς ίσως λόγους Γεννήθηκε στο Άνω Μέρος το 1890 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου και της Αργυρής Πέθανε πιθανότατα το 1975 στο Ηράκλειο όπου ήταν εγκατεστημένος ο γιος του Αδελφός του ήταν ο Εμμανουήλ Φουρφουλάκης που σκοτώθηκε στο μέτωπο της Μικράς Ασίας  Το όνομά του αναφέρεται στο  ηρώο του χωριού

 

Αφήστε μια απάντηση