Ηλίας Εμμ. Χνάρης: Μια ζωή σαν μυθιστόρημα

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

Ηλίας Εμμ. Χνάρης: Μια ζωή σαν μυθιστόρημα
• Στα 92 του χρόνια εξακολουθεί να γράφει και ετοιμάζει δεύτερο βιβλίο
02/07/2018 της Εύας Λαδιά  της Εύας Λαδιά
Μια ευγενική φίλη η Ευγενία Κοτζαμπασάκη-Ψαρουδάκη, μας έφερε κοντά στον κ. Ηλία Εμμ. Χνάρη. Κι έγινε αφορμή να γνωρίσουμε ακόμα έναν παραδοσιακό Κρητικό, πολυτάλαντο και γεμάτο από τη λαϊκή σοφία που συναρπάζει.
Η ευγένειά του είναι το πρώτο πράγμα που σε εντυπωσιάζει από την πρώτη στιγμή που θα τον συναντήσεις. Οι τρόποι του δεν θυμίζουν καθόλου ότι μεγάλωσε μέσα στη φύση, ασκώντας ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα αυτό του κτηνοτρόφου.
Ίσως η επαφή με τη φύση τον έκανε και ποιητή. Ποιος ξέρει; Ο ίδιος ούτε που θυμάται πως άρχισε να εκφράζεται ποιητικά και αργότερα να δημιουργεί και ολοκληρωμένα έργα γεμάτα σκωπτική διάθεση αλλά και βαθυστόχαστη κριτική για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.
 
Μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης
Συναντήσαμε τον κ. Ηλία στο σπίτι του στον Πρίνο. Η άξια σύντροφός του, με ένα πλατύ χαμόγελο που σε υποχρεώνει, προτίμησε να μας αφήσει να τα πούμε με την ησυχία μας. Κι είχαμε τόσα να πούμε. Μάλλον είχαμε τόσα να ακούσουμε από τον σεβαστό φίλο μας που αισίως έχει φτάσει τα 92 χρόνια του.
Ο κ. Ηλίας Εμμ. Χνάρης, γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1926 στο Λιβάδια Μυλοποτάμου. Όπως μας λέει δεν είναι σαφές από πού προέρχεται η πολύκλαδη οικογένειά του. Έγκυρες πηγές πάντως αναφέρουν τους Λάκους Σφακίων. Ο ίδιος κάθισε με μεγάλη υπομονή κι έφτιαξε το γενεαλογικό του δέντρο, με πρώτη γενιά από το 1800.
Και να δείτε με πόση τάξη τα έχει καταγράψει, αποτέλεσμα κι αυτό της έμφυτης καλαισθησίας που τον χαρακτηρίζει.
Αναφέρεται όμως και έμμετρα στην οικογένειά του:
Το δέντρο της φαμίλιας μου εγώ θα ξεσκαλίσω
Να βρω τσι ρίζες τσι παλιές να τσι καλλιεργήσω
Χναράδες είναι στα Χανιά, Χνάρηδες στα Λιβάδια
Χναράκηδες στο Χάντακα που πήραν και τα χνάρια
Ο ίδιος μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια. Πήγε στο σχολείο όπου φοιτούσαν άλλα 250 παιδιά με όλες τις δυσκολίες της εποχής. Στα δέκα του βρέθηκε να βόσκει πρόβατα και να ζει τις σκληρές συνθήκες στο βουνό. Έμαθε όμως πολλά από τη σοφία των ανθρώπων που τον μεγάλωναν με τις παραδόσεις του νησιού.
 
Κι ήρθε ο πόλεμος
Η μάχη της Κρήτης τον βρήκε αρκετά μεγάλο, ώστε να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του. Έβλεπε τους άνδρες που έσπευσαν στο καθήκον. Κι ήξερε πολύ καλά ότι αν το επιβάλουν οι συνθήκες θα κατάφερνε να κρατήσει τουφέκι.
Στη διάρκεια της κατοχής έζησε και τις μεγαλειώδεις ώρες της αντίστασης, γνωρίζοντας αληθινά παλικάρια που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη του. Πάντα αναφέρεται με θαυμασμό στον πρόγονό του που έλαβε μέρος στην απαγωγή του στρατηγού Κράιπε.
 
Ένας καλός νοικοκύρης
Για καλή του τύχη όταν πήγε φαντάρος, είχε τελειώσει ο εμφύλιος. Έτσι δεν έζησε όσα έκαναν τους αληθινούς πατριώτες να ντρέπονται μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.
Νοικοκύρης από τη φύση του ο κυρ Ηλίας, έμαθε να απλώνει τα χέρια του όπου έφτανε το καλάθι του. Κι όπως λέει ο ίδιος: «Ποτέ δεν βγήκα στην καρέκλα να κρεμάσω το καλάθι μου. Σκαλί σκαλί ανέβηκα, σκαλί, σκαλί κατέβηκα. Γι’ αυτό «εκαλοβόλησα και δεν ετσουροβόλησα».
Στη κουβέντα μας σιγά σιγά ξεδιπλώνει το κουβάρι της μνήμης του. Απαντά στην απορία μας πώς ξεκινά το γενεαλογικό του δέντρο από το 1800.
«Ο πατέρας μου, είχε πει πως ήρθανε τρεις γενιές εκτός Κρήτης στα Χανιά. Ήταν αδέρφια και οι τρεις. Ο Μιχάλης που έκατσε στους Λάκκους Χανίων γράφονται Χναράκηδες. Έτος γεννήσεως 1800.
Ο άλλος ο Γιάννης πήγε στα Λιβάδια Ρεθύμνης και γράφονται Χνάρηδες.
Ο τρίτος ο Γιώργης πήγε στα Θραψανά Ηρακλείου και γράφονται Χναράκηδες.
Αυτός που πήγε στα Λιβάδια ο Γιάννης έκανε δυο γιους, τον Ντατσεροκώστα και τον Μιχάλη και μια κόρη τη Χναρόκαλη. Ο Κώστας απέκτησε τους Γιώργη, Μιχάλη, Γιάννη και Αναστάση. Ο προπάππος μου ήταν ο Γιώργης που γεννήθηκε το 1842…».
Όταν οι νεότεροι δεν «θυμούνται τι έφαγαν την προηγουμένη» είναι να θαυμάζεις τον κυρ Ηλία που διαθέτει τόσο ισχυρή μνήμη στα 92 του κι έχει πάντα την όρεξη να γράψει.
Ετοιμάζει τώρα και δεύτερο βιβλίο.
 
«Είδε τα κόκκαλα των Γερμανών»
Από όσα ακούμε δεν κρατάμε τις πικρές προσωπικές μνήμες που αφορούν το σόι. Καλύτερα για κάποια πράγματα να κλείνει ο χρόνος τις πληγές. Το ξεσκάλισμα κανέναν δεν ωφελεί ούτε αποτελεί και ιστορικό ντοκουμέντο για να καταγραφεί.
Άλλα που μας λέει παρακάτω ο κυρ Ηλίας έχουν τη σημασία τους κι αξίζει να καταγραφούν.
Όπως το περιστατικό στις Μαργαρίτες που μας περιγράφει στη συνέχεια ο κυρ Ηλίας και κρεμόμαστε από τα χείλη του.
«Κατέλαβαν οι Γερμανοί την Κρήτη και η ζωή τραβούσε το δρόμο της. Δυο Γερμανοί που το έπαιζαν «Δον Ζουάν» είχαν «βάλει κάποιες στο μάτι». Το πήραν χαμπάρι δυο λεβέντες Μαργαριτσανοί Κορνίληδες με το όνομα. Αυτοί ήταν αριστεροί. Αυτοί που λες παραφύλαξαν τους δυο Γερμανούς κι όταν σιμώνανε με τη μοτοσικλέτα τους κόψανε τον δρόμο με ένα κομμένο κυπαρίσσι που τοποθέτησαν στη στροφή. Αυτοί υποχρεώθηκαν να κατέβουν και τότε τους άρπαξαν οι Κορνίληδες και τους ανέβασαν στις Αραβάνες. Εκεί τους εκτέλεσαν.
Στη βρύση μέσα στο γκρεμνό είναι μια γρότα σαν πηγάδι. Εκεί μέσα είναι ακόμα τα κόκκαλά τους. Τα είδα το 1945 και άκουσα μέσω του Ερυθρού Σταυρού ότι τους έψαχναν να τους βρουν. Αλλά εγώ σώπασα. Δεν μπορούσα να το πω…».
 
Αν έχεις τύχη…
Και προσθέτει παρακάτω:
«Μετά την αιχμαλωσία του Κράιπε, άφησαν οι απαγωγείς του το αμάξι στα Κλεψίμια και μετά κατευθύνθηκαν στον Ψηλορείτη. Οι Γερμανοί ανακάλυψαν το αυτοκίνητο και εντείνανε τις έρευνές τους στην περιοχή.
Όπως ερευνούσαν πέτρα πέτρα τα πάντα έπεσε στην αντίληψή τους ένας Χνάρης Χαρίτος που ήταν βοσκός στο Βώσσακος. Πυροβόλησαν εναντίον του και η σφαίρα τον βρήκε στο λαιμό ανάμεσα στην σπονδυλική στήλη. Ενώ ήταν τόσο βαριά τραυματισμένος κατάφερε να τους ξεφύγει και να φτάσει με τα πόδια στο Γενή Γκαβέ που ήξερε ότι υπάρχει γιατρός.
Δυστυχώς γι’ αυτόν ο γιατρός αρνήθηκε να τον περιθάλψει. Φοβήθηκε να μην μπλέξει. Ο καημένος ο Χαρίτος πήρε πάλι το δρόμο και κατέφυγε σε άλλο γιατρό στη Δαμάστα. Εδώ στάθηκε τυχερός. Ο γιατρός αυτός τιμώντας τον όρκο του στον Ιπποκράτη του περιποιήθηκε το τραύμα με τον καλύτερο τρόπο, απορώντας μάλιστα για την τύχη του να μην του προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά, καθώς είχε η σφαίρα σφηνωθεί σε τόσο δύσκολο σημείο.
Σε λίγο φάνηκαν οι Γερμανοί κι έκαναν έφοδο. Συνέλαβαν όσους άνδρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν. Και πάλι ο Χαρίτος τη γλίτωσε. Είχε τύχη βουνό…».
 
Η περιπέτεια στο Μπαλί
Μας αφηγείται και μια προσωπική του περιπέτεια:
«Το 1943 ήμασταν στο Μπαλί. Είχαμε νοικιάσει στο μοναστήρι του Αη Γιάννη του Θεολόγου τον τόπο για βοσκοτόπι. Κάποιοι έτυχε να κλέψουν μέλι από το Μελιδόνι. Ο ιδιοκτήτης κατήγγειλε το γεγονός στο Πέραμα κι αμέσως ήρθαν και σε μας για έρευνα δυο Γερμανοί γνωστοί ως Σήφης και Χρίστος. Μαζί τους κι ένας παπάς ο Λευτέρης από το Μαλεβίζι.
Κάποιοι που τους πήραν χαμπάρι από μακριά βρήκαν καιρό και φύγανε. Εμείς μείναμε.
Όταν ήρθαν στο μοναστήρι η καρδιά μου κατέβηκε στα γόνατα. Είχα κρύψει σε ένα μεταλλικό κουτί 70 σφαίρες από γερμανικό πιστόλι. Αυτό προλάβαμε να το κρύψουμε στο βουνό. Αλλά τις σφαίρες βρήκα μια θυρίδα και τις έχωσα. Με φώτισε και ο Άγιος και έβαλα μια μικρή πέτρα μπροστά από το κουτί.
Όσο έβλεπα τον παπά να σηκώνει τις πλάκες παντού και να ψάχνει η καρδιά μου βροντοχτυπούσε. Ούτε που θυμάμαι τι έταζα στον Άη Γιάννη να με βοηθήσει.
Οι Γερμανοί αφού δεν βρήκαν τίποτα πήραν τρεις άνδρες κι έφυγαν. Τους πήγαν στη φυλακή στο Ρέθυμνο και τους όρισαν δίκη. Δεν είχαν όμως κανένα στοιχείο εναντίον τους και τους άφησαν ελεύθερους…».
Και τι δεν έζησε ο κύριος Ηλίας. Μας περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα και στο Γουρνόλακκο…
 
«Πολιτική τραβάγια»
Αφήσαμε σε λίγο τα ιστορικά και πιάσαμε την πολιτική.
«Τα έχω πει όλα εδώ μας λέει και μας δείχνει το βιβλίο του «Πολιτική τραβάγια».
Πρόκειται για μια έξυπνη σάτιρα που περιέχει όμως και νουθεσίες ενός σοφού από τα χρόνια ανθρώπου προς τους πατέρες του Έθνους στους οποίους συνιστά να προλαμβάνουν δυσάρεστες καταστάσεις.
«Άμα ξαπλώσει η φωτιά με δυσκολία σβήνει
και φέρετε ακέραια όλοι σας την ευθύνη…».
Αναφέρεται επίσης με στίχο στην απαγωγή του Κράιπε και σε άλλα γεγονότα. Ένα βιβλίο μικρό σε αριθμό σελίδων αλλά μεστό σε περιεχόμενο.
Μια περιπέτεια όλη η ζωή του κυρίου Ηλία. Με ιδρώτα και σκληρή δουλειά απέκτησε το τίμιο βιος του. Εκείνος μόνο ξέρει πως έκτισε το σπίτι του στα Λιβάδια το 1954.
Ο Λατζιμάς και η αξιοποίησή του ήταν και είναι στην έγνοια του. Κάποτε πληροφορήθηκε από κάποιον ειδικό ότι στην περιοχή υπάρχουν και κοιτάσματα σιδήρου και άλλων ορυκτών που κάποτε αποτελούσαν και αξιοποιήσιμη πηγή για την περιοχή.
Το δήλωσε και στο Πρωτοδικείο το 1954 αλλά δεν ήξερε πώς να προχωρήσει.
Μια ιστορία η ζωή του εκλεκτού αυτού ανθρώπου που μέρος της περιμένουμε να διαβάσουμε στο δεύτερο βιβλίο του.
Δεν έχει τελειώσει η αναφορά μας στον κύριο Ηλία. Θα επανέλθουμε σύντομα και με άλλες ιστορίες. Την επόμενη φορά θα δώσουμε το λόγο και στην εκλεκτή του σύζυγο που κι αυτή ορφανή από μικρή, πόσα θα έχει να μας πει.
Προς το παρόν τους αφήνουμε να καμαρώνουν παιδιά κι εγγόνια καθώς και νύφες χαρισματικές. Πέρασαν τόσα στη ζωή τους. Αξίζουν τώρα να απολαμβάνουν στο έπακρο και τις μεγάλες της χαρές.

Αφήστε μια απάντηση