Εμμανουήλ Στ. Σαρμάνης: Ο γενναιόδωρος Αμαριώτης

Εμμανουήλ Στ. Σαρμάνης: Ο γενναιόδωρος Αμαριώτης με τον περιπετειώδη βίο
• Σημαντικά τα έργα υποδομής που πρόσφερε στον Φουρφουρά και όχι μόνο
17/03/2016 της Εύας Λαδιά της Εύας Λαδιά
Από τους μεγάλους ευεργέτες του τόπου μας και ο ευπατρίδης Εμμανουήλ Σαρμάνης Όταν πρυτάνευε ο εγωισμός και η διάθεση για την οικονομική εξασφάλιση ο Αμαριώτης αυτός στήριζε τον τόπο του και κάλυπτε βασικές ανάγκες, αψηφώντας το κόστος. Όλα μάλιστα γίνονταν με απόλυτη χριστιανική αντίληψη.
Ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος γεννήθηκε στον Φουρφουρά το 1892. Ήταν το δεύτερο παιδί του Στυλιανού Σαρμάνη του ονομαστού Σαρμανοστελιανού που είχε δημιουργήσει μια όμορφη πενταμελή οικογένεια. Εκτός από το Μανόλη είχε ακόμα τη Μαρία που ήταν πρωτότοκη, τον Νικόλα, τη Μηλιά και τη Χρυσή.
 
Ξεκίνησε από βοσκός
Ο Μανόλης όπως όλα τα παιδιά της γενιάς του έπρεπε να βοηθά την οικογένεια. Καθήκον του ήταν η βοσκή των λίγων προβάτων της οικογενείας. Βοσκαρουδάκι φιλότιμο γεμάτο συνέπεια, ήταν καμάρι των γονιών του. Είχε όμως έφεση στα γράμματα κι ευτυχώς το περιβάλλον του δεν σκέφτηκε καν να το αποτρέψει από το όνειρο των σπουδών. Όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό για την οικογένεια. Στο δημοτικό σχολείο του Φουρφουρά έμαθε τα πρώτα γράμματα συνέχισε στο Ελληνικό Σχολείο στο Μοναστηράκι και πήρε απολυτήριο από το σχολαρχείο.
Οι γονείς έβλεπαν την προκοπή του και διέβλεπαν ότι αυτό το παιδί τους θα ξεχωρίσει.
Τρόμαζαν όμως διαπιστώνοντας τον ανήσυχο χαρακτήρα του και τη διάθεσή του να απλώσει τα φτερά του σε πλατύτερους ορίζοντες. Έμοιαζε να ασφυκτιά στο περιβάλλον του χωριού.
Ήταν μόλις 13 ετών, όταν εξήγησε στους γονείς του την ανάγκη του να αναζητήσει καλύτερη τύχη σε μεγαλύτερη περιοχή και τους αποχαιρέτισε. Ήταν το 1905. Μια εποχή που η Κρήτη προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της ανάπτυξης μετά από τόσο βαριά σκλαβιά.
«Που πας παιδάκι μου», προσπάθησε η μάνα να του αλλάξει τα μυαλά «Ξέρεις τι μπορεί να σε βρει στην ξενιτειά;»
«Πιστεύω στο Θεό και στις δυνάμεις μου» την αποστόμωσε ο γιος της «Θα δεις μάνα. Θα τα καταφέρω».
Από το σχολειό ήξερε πως στην Αίγυπτο ανθούσε η ελληνική παροικία. Ίσως εκεί να εύρισκε δουλειά και ευκαιρία για να αποκτήσει βιος.
Από τον Φουρφουρά στο Κάιρο
Βρέθηκε στο Κάιρο μετά από μεγάλες περιπέτειες, αλλά γεμάτος ελπίδα. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι η ζωή δεν εκπληρώνει με την πρώτη προσπάθεια τα όνειρα. Έπρεπε να βρει οποιαδήποτε δουλειά γιατί αντιμετώπιζε πια πρόβλημα επιβίωσης. Κάτι που τον βόλεψε προσωρινά ήταν να ψήνει κάστανα και να τα πουλάει στους δρόμους.
Δεν άργησε να δικαιώσει τη μάνα του. Η νοσταλγία τον βασάνιζε. Άντεξε μόλις δυο χρόνια. Αν δεν έφευγε θα αρρώσταινε. Με τι λεπτά όμως να εξασφαλίσει τα ναύλα της επιστροφής. Μετά από βαθειά σκέψη και πολλές τύψεις το αποφάσισε. Μια πατανία του είχε δώσει η μάνα του. Αναγκάστηκε να την πουλήσει. Γύρισε στο χωριό και δεν χόρταινε να αναπνέει τον αέρα του τόπου του. Η ζωή άρχισε πάλι να του γελά. Δεν κράτησε πολύ η ευτυχία του. Οι φιλοδοξίες άρχισαν και πάλι να τον προκαλούν. Δεν εύρισκε ησυχία. Και το 1907 ξανάφυγε για το Κάιρο. Βρήκε ευτυχώς αμέσως μια δουλειά σερβιτόρου. Δεν είχε και το άγχος του ξένου περιβάλλοντος αφού από την προηγούμενη φορά είχε λίγο συνηθίσει τον ξένο τόπο και τους ανθρώπους του.
 
Ρίσκο στην Τανζανία
Από την επαφή του με τους ανθρώπους που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια έμαθε πως δεν θα είχε προκοπή αν δεν έπαιρνε τη μεγάλη απόφαση να προχωρήσει στα βάθη της Αφρικής. Εκεί που θα εύρισκε πηγές πλούτου. Οι κίνδυνοι μεγάλοι. Εκτός από το άγνωστο περιβάλλον ήταν το κλίμα που απειλούσε την υγεία του, οι αφιλόξενοι ιθαγενείς, τα άγρια ζώα της ζούγκλας. Κι όμως αποφασισμένος καθώς ήταν προχώρησε στα άδυτα της Τανζανίας χωρίς να ξέρει τη γλώσσα και τις κοινωνικές συνθήκες. Επέλεξε να μείνει στην Τάγκα, στα ανατολικά παράλια που βρέχονται από τον Ινδικό Ωκεανό.
Τα δημόσια έργα που ήταν σε εξέλιξη του χάρισαν την πρώτη ευκαιρία. Εξασφάλισε μια υπεργολαβία στην κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής από την Γκόμα, μέχρι το Νταρ Ελ Σαλάαμ. Έβγαλε αρκετά χρήματα. Η συνάντηση με τον Αμαριώτη Μανόλη Λέκκα που εργαζόταν κι αυτός στην Μαύρη Ήπειρο τον οδήγησε μερικά βήματα προόδου παραπέρα. Πρότεινε να συνεταιριστούν κι εκείνος το δέχτηκε με χαρά. Αγόρασαν εκτάσεις και επιδόθηκαν σε κερδοφόρες καλλιέργειες. Η τύχη άρχισε να χαμογελά και στους δυο και μάλιστα με πλατύ χαμόγελο. Πρώτος έφυγε ο Λεκκας. Είχε δημιουργήσει μια σεβαστή περιουσία και ήθελε να γυρίσει πια στον τόπο του. Πράγματι επέστρεψε στην Κρήτη κι άρχισε κερδοφόρες επενδύσεις σε κεντρικά κτήρια.
 
Κι ήρθε η κρίση
Ο Σαρμάνης μένοντας μόνος αποφάσισε να συνεταιριστεί με έναν Ινδό. Καλός άνθρωπος του φάνηκε, ήσυχος ήταν, εργατικός. Σκέφτηκε ότι δεν θα έκανε καλύτερη επιλογή.
Η επιτυχία τον είχε μεθύσει. Κι εκεί που βρισκόταν στο απόγειο της οικονομικής του ανόδου ήρθε η μεγάλη κρίση του 1932. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο Μανόλης Σαρμάνης βρέθηκε χωρίς χρήματα. Η αναποδιά τον ζάλισε. Δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τη νέα του κατάσταση. Πολλά βράδια κοιμήθηκε νηστικός. Κι εκεί που τον έπνιγε η απελπισία θυμόταν το Θεό και η βαθιά του πίστη δεν τον εγκατέλειψε.
 
Νέα προσπάθεια
Κάθισε με ψυχραιμία και μελέτησε την αγορά και τα προϊόντα που είχαν ζήτηση. Με αφάνταστες δυσκολίες κατάφερε να συγκεντρώσει κάποια χρήματα και να αγοράσει μια άγρια έκταση την οποία μετέβαλε σε σχοινόκτημα. Περιζήτητο το σχοινί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν άργησε να τον κάνει πάμπλουτο. Επιτέλους τα είχε καταφέρει.
Ήταν το 1963 που αποφάσισε να γυρίσει στον τόπο του. Αρκετά είχε δουλέψει. Δεν άντεχε να τον στερηθεί κι άλλο. Η επιστροφή βέβαια δεν ήταν χωρίς συνέπειες.
Η νομοθεσία της Τανζανίας δεν του επέτρεπε να πάρει μαζί του όλα του τα κεφάλαια από την περιουσία που είχε πουλήσει. Είχε δικαίωμα να βγάλει μόνο το 51%. Δεν δίστασε λεπτό. Ακόμα και με τα μισά του χρήματα είχε μεγάλη οικονομική άνεση. Ήταν πάμπλουτος.
 
Έργα υποδομής στο χωριό του
Ο Φουρφουράς του φάνηκε επίγειος παράδεισος. Αμέσως άρχισε να ασχολείται με τις ανάγκες του χωριού του. Με δικά του χρήματα έγιναν έργα πνοής όπως οδοποιία, ύδρευση, ανακαινίστηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου, κτίστηκαν ξωκκλήσια, γυμνάσιο, οικοτροφείο. Διέθεσε τεράστια ποσά για την ανέγερση και άλλου οικοτροφείου για τις ανάγκες μαθητών από άλλα χωριά που φοιτούσαν στο γυμνάσιο του Φουρφουρά. Ξόδευε απλόχερα για να έχουν οι δομές αυτές όλες τις ανέσεις, πρωτοφανείς για την εποχή.
Μετά το χωριό του πρόσφερε ανάσα και στην Φοιτητική Εστία της Αθήνας. Ήθελε τα Κρητικόπουλα να σπουδάζουν με άνεση χωρίς το άγχος του ενοικίου και της διαβίωσης.
 
Γεννημένος επιχειρηματίας
Ενώ είχε ξοδέψει εκατομμύρια σε δωρεές, η περιουσία του εξακολουθούσε να είναι τεράστια, καθώς ο Σαρμάνης είχε επενδύσει σωστά τα χρήματά του σε σταθερές αξίες που του εξασφάλιζαν και άλλα κέρδη. Ο άνθρωπος αυτός ήταν γεννημένος επιχειρηματίας. Είχε μεριμνήσει για τη συντήρηση των οικοτροφείων και από τα χρήματα που θα περίσσευαν να ευεργετείται και το Δημοτικό τότε Νοσοκομείο Ρεθύμνου.
Άνθρωπος συνετός και αγνός πατριώτης ήθελε να είναι κοντά στο χωριό του. Έκτισε ένα σπίτι στο Φουρφουρά και περνούσε σ’ αυτό αρκετούς μήνες το χρόνο.
Έλεγε πως το χωριό του είναι το ομορφότερο στον κόσμο και δεν το αλλάζει ούτε με το ακριβότερο θέρετρο στον κόσμο.
Τα χρόνια άρχισαν να βαραίνουν στους ώμους του αλλά ήταν χαρούμενος που είχε καταφέρει να βοηθήσει τόσο κόσμο και να προσφέρει στο χωριό του τόσο σημαντικά έργα υποδομής. Χαιρόταν, νιώθοντας πως είναι όλα παιδιά του που βοηθούσε Κρητικόπουλα να σπουδάσουν. Ήταν ευτυχισμένος νιώθοντας πως οι άλλοι ευημερούν.
Μετά από σύντομη ασθένεια τον βρήκε ο θάνατος. Ήταν 17 Οκτωβρίου 1971. Αρχικά τον έθαψαν στο Κοιμητήριο Ζωγράφου και αργότερα μετέφεραν το οστά του στο χωριό όπου έχει στηθεί και η προτομή του.
Αρκετά όμως νομικά ζητήματα που πρόεκυψαν δεν επέτρεψαν να αξιοποιηθούν οι δωρεές του όπως εκείνος θα ήθελε. Τα στοιχεία που βρήκαμε μας οδήγησαν σε ένα λαβύρινθο, που δεν είχε και νόημα να εγκλωβιστούμε σε λεπτομέρειες. Ο Μανόλης Σαρμάνης ο μεγάλος ευεργέτης μας ενδιέφερε. Ο κόπος του έπρεπε να αναδειχθεί στο αφιέρωμά μας αυτό. Και οι μεγάλες του ευεργεσίες που με απλοχεριά έκανε μόνο και μόνο για να βλέπει τους ανθρώπους να χαμογελούν. Και το κατάφερε.
Πηγή: «Αμαριώτικη Φωνή».
Βασίλης Α. Ταξάκης: Επίτιμος Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης.

 

Αφήστε μια απάντηση